You are currently browsing the category archive for the ‘Δημοσκοπήσεις’ category.
Μια φορά και έναν καιρό, όταν ελλείψει τηλεόρασης η μετάδοση των εκλογικών αποτελεσμάτων γινόταν από το ραδιόφωνο, κάποιοι πατεράδες έβαζαν τα παιδιά τους να κρατούν σημειώσεις των ποσοστών που έλεγε ο εκφωνητής. Αργότερα, όταν εγκαταστάθηκε για τα καλά η τηλεόραση στα νοικοκυριά η βραδυά των εκλογών άλλαξε ριζικά. Οι νέοι αποδεσμεύθηκαν από το πληκτικό έργο της καταγραφής και όλη η οικογένεια πλέον παρακολουθούσε με άνεση τους πίνακες του Υπουργείου Εσωτερικών.
Λίγο μετά, στο γύρισμα της δεκατίας του 80′ και στις πρώτες αναμετρήσεις της δεκαετίας του 1990, ήρθαν τα πρώτα exit polls που σε συνδυασμό με τις αναλύσεις και εκτιμήσεις του Ηλία Νικολακόπουλου έφεραν νεωτερικό άρωμα στην εμπειρία παρακολούθησης των εκλογικών αποτελεσμάτων. Τα χρόνια πέρασαν. Τα exit polls έγιναν ρουτίνα, με όλες τις επιτυχίες και τις μικρές ή μεγαλύτερες αποτυχίες που τα συνοδεύουν.
Σήμερα, οι τεχνικές μετάδοσης της ροής αποτελεσμάτων είναι ταχύτερες. Εισάγονται νέα αποκεντρωμένα και ασφαλή συστήματα μετάδοσης όπως το SRT που χρησιμοποιήθηκε πιλοτικά φέτος. Για πρώτη φορά μάλιστα, είχαμε σύμπραξη αρκετών εταιριών δημοσκοπήσεων για ένα κοινό exit poll που μεταδόθηκε διακαναλικά, εκτός απο το STAR και το SKAI που το καθένα διενήργησε το δικό του. Όσο περνά ο καιρός ένα πράγμα γίνεται όλο και πιο βέβαιο. H εμπειρία της διενέργειας και της παρακολούθησης της εκλογικής διαδικασίας αλλάζει, ενώ το διαδίκτυο και οι νέες τεχνολογίες είναι οι παράγοντες που οδηγούν αυτή την αλλαγή.
Ωστόσο, οι τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες. Πράγμα που σημαίνει πως διόλου αυτονότητο είναι πως η τεχνολογία υπηρετεί πάντα με τον καλύτερο τρόπο το δημόσιο συμφέρον σε ό,τι αφορά την οργάνωση και παρουσίαση της εκλογικής διαδικασίας.
Ας δούμε τρια σημεία που δεν τα πρόσεξαν πολλοί:
Πρώτον, για κάποιο λόγο οι τηλεοπτικοί σταθμοί είχαν ταχύτερη πρόσβαση στην πιο πρόσφατη ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων από ό,τι το διαδίκτυο. Η ενημέρωση του διαδικτυακού τόπου http://ekloges.ypes.gr ήταν πολύ πιο αργή, όπως πιθανότατα διαπίστωσαν όσοι παρακολουθούσαν και συνέκριναν, την ίδια στιγμή, τη ροή αποτελεσμάτων από το διαδίκτυο και από κάποιον τηλεοπτικό σταθμό.
Δεύτερον, δεν φαίνεται να έγινε δημόσια διακριτή η ροή των εισερχόμενων αποτελεσμάτων από το σύστημα SRT, καθότι αυτά προφανώς περιέχονταν μόνο στην συνολική ενσωμάτωση. Βέβαια, το SRT βασίστηκε σε κάποιο δείγμα εκλογικών τμημάτων. Όμως, όσο και αν με κάποια παραδοσιακά κριτήρια ωφελιμότητας ακούγεται περιττό, θα είχε ενδιαφέρον να υπήρχε μια πρόσθετη ροή μόνο από αυτά τα τμήματα. Επίσης, αν δεν κάνω λάθος, για πρώτη φορά γύρω στις 10.00 το βράδυ είδαμε το Υπουργείο Εσωτερικών σε συνεργασία με τη Singular να δίνουν εκτίμηση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος βάση της οποίας (;) έγινε διόρθωση της εκτίμησης του διακαναλικού exit poll. Θα είχε επίσης μεγάλο ενδιαφέρον να γραφόντουσαν κάπου δημόσια μερικές γραμμές για τη μεθοδολογία που προέκυψε αυτή η εκτίμηση.
Τρίτον, κάποια exit polls, συγκεκριμένα το διακαναλικό, πήγαν ελαφρώς καλύτερα πιάνοντας οριακά το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ (στο ανώτερο όριο του διαστήματος) χάνοντας όμως το πραγματικό ποσοστό της ΝΔ (απόκλιση 1 μονάδα από το κατώτερο όριο του διαστήματος), ενώ κάποια άλλα όπως της Public Issue για το ΣΚΑΙ έπεσαν έξω και για τα δύο μεγάλα κόμματα. Δύο μέρες μετά τις εκλογές και τα αναλυτικά στοιχεία από τα exit polls δεν είναι δημοσιευμένα πουθενά. Πιθανώς να χρειαστεί να περιμένουμε κάποιες μέρες ακόμα, για να τα δούμε σε κάποιο έντυπο αφιέρωμα εφημερίδας για τις εκλογές. Όμως αυτό δεν είναι το θέμα.
Το θέμα είναι πως εκσυχρονίζουμε συνολικά την εμπειρία της εκλογικής διαδικασίας ώστε να υπηρετεί καλύτερα το δημόσιο συμφέρον. Ένα ανοικτό μοντέλο υλοποίησης των επι μέρους συστατικών που αποτελούν την εμπειρία της εκλογικής διαδικασίας είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα σ’αυτή την κατεύθυνση. Αυτό που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι ότι δεν χρειάζεται αναγκαστικά να κοιτάξουμε πολύ μακριά για να δούμε ιδέες και κάποια πρώτα παραδείγματα.
Η εκλογή προέδρου στο ΠΑΣΟΚ το 2007 έδειξε πως μέσα από μια ανοικτή διαδικασία μπορεί να δημιουργηθεί ένα αξιόπιστο σύστημα διαπίστευσης ψηφοφόρων και μετάδοσης αποτελεσμάτων.
Η προσπάθεια αποστολής και σε πραγματικό χρόνο απεικόνισης των αποτελεσμάτων από εκλογικούς αντιπροσώπους του ΠΑΣΟΚ στις πρόσφατες εκλογές, με όλα της τα προβλήματα, έδειξε την πρακτική αξία των ανοικτών συστημάτων στη συμμετοχή και τη διαφάνεια.
Η διαδικτυακή συζήτηση που είχα κάποτε με τον Γιάννη Μαυρή για τη μεθοδολογία και τη διαφάνεια στις δημοσκοπήσεις είναι ακόμα επίκαιρη καθώς η ζήτηση για ανοικτά δημόσια δεδομένα από δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις διαδίδεται ευρύτερα.
Ενώ αναμένεται η δημοσίευση πιο αναλυτικών στοιχείων από το διακαναλικό exit poll που διενήργησαν από κοινού εταιρείες δημοσκοπήσεων, μπορούμε να βγάλουμε κάποια βασικά συμπεράσματα για τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009.
Πρώτον: Το ΠΑΣΟΚ πέτυχε μια θριαμβευτική νίκη. Σε αυτές τις εκλογές συνέβη αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν landslide. Είχαμε δηλαδή ένα σαρωτικό εκλογικό κύμα που ανέβασε το εθνικό ποσοστό του ΠΑΣΟΚ στο 44% (άνοδος +5,7% από το 2007) και συρρίκνωσε κυριολεκτικά τη ΝΔ στο ιστορικά χαμηλό 33,5% (πτώση 8% από το 2007). Η έκταση της διαφοράς των 10,4% ποσοστιαίων μονάδων οφείλεται στην απευθείας μετατόπιση ψηφοφόρων της ΝΔ πρός το ΠΑΣΟΚ που υπολογίζεται αρκετά πάνω από το 10% των ψηφοφόρων της του 2007. Το 44% είναι το 4ο υψηλότερο εθνικό του ποσοστό του ΠΑΣΟΚ στις 13 εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης.
Δεύτερον: Η δομή του εκλογικού αποτελέσματος, τόσο στην επικράτεια όσο και στις εκλογικές περιφέρειες, μοιράζεται κοινά στοιχεία τόσο με το 1981 όσο και με το 1993. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της ομοιότητας με το 1981 είναι η Ά Αθήνας στην οποία το ΠΑΣΟΚ είχε να έρθει πρώτο κόμμα από τότε. Το 1993, όπως είπαμε μια ημέρα πριν τις χθεσινές εκλογές, ήταν ένας καλός συμβουλευτικός οδηγός για την προσέγγιση του αποτελέσματος του 2009. Έχοντας το 1993 ως βάση και συνεκτιμόντας, λίγο αυθαίρετα, την πολιτική δυναμική και πραγματικά εκλογικά αποτελέσματα από τις πρόσφατες Ευρωεκλογές και προηγούμενες αναμετρήσεις κάναμε το Σάββατο μια εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος που με μικρές αποκλίσεις επιβεβαιώθηκε. Oι αποκλίσεις από τα πραγματικά ποσοστά του ΠΑΣΟΚ (0,9%), του ΚΚΕ (0,5%), του ΛΑΟΣ (0,4%), του ΣΥΡΙΖΑ (0,6%) και των ΛΟΙΠΩΝ (0,6%) είναι σε αρκετές περιπτώσεις (ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ) μικρότερες από τη μέση τιμή της εκτιμώμενης δύναμης των κομμάτων που έδωσε το διακαναλικό exit poll. Σε αυτή τη σύγκριση εξαιρείται το ποσοστό της ΝΔ στο οποίο όλοι έπεσαν έξω, προφανώς αδυνατώντας να πιστέψουν την έκταση της απόρριψής της από τους εκλογείς.
Τρίτον, ο δικομματισμός με την πολιτική αλλά και την εκλογική έννοια αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ως η βασική σταθερή αρχή του μεταπολιτευτικού συστήματος. Παρά τα όσα έχουν κατά καιρούς γραφτεί και ειπωθεί σε διάφορες αναλύσεις η πολιτική εναλλαγή μονοκομματικών κυβερνήσεων στην εξουσία λειτουργεί από το 1974 σταθερά και με βάση μικρότερους ή μεγαλύτερους σε διάρκεια κύκλους κυριαρχίας. Μόνη εξαίρεση το 1989-1990 λόγω της ιδιομορφίας του τότε εκλογικού νόμου. Ναί, φέτος ο δικομματισμός έφτασε στο ιστορικά χαμηλό όριο του 77,3% μειωμένος κατά 2,3% από το προηγούμενο αρνητικό του ‘ρεκόρ’ το 1996 (79,6%). Ναι, για πρώτη φορά από το 1974 παρατηρείται μια φθορά του δικομματισμού σε δύο συνεχόμενες αναμετρήσεις. Αυτή όμως η φθορά δεν είναι καθόλου προδιαγεγραμένο αυτή τη στιγμή αν θα εξελιχθεί στο μέλλον γραμμικά ή αν και πάλι θα διακοπεί από την ανάκαμψη του δικομματισμού, όπως ακριβώς συνέβη στις εκλογές του 2000. Τότε που τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ έφτασαν το 86,5% το οποίο αποτελεί σχεδόν την ιστορικά καλύτερη επίδοση του δικομματισμού καθώς απέχει μόλις 0,1% από το αξεπέραστο σκορ των πιο πολωμένων εκλογών της μεταπολίτευσης, εκείνων του 1985. Το κλειδί για την εκτίμηση της μελλοντικής δυναμικής του δικομματισμού βρίσκεται, που αλλού(;), στις πραγματικές πολιτικές επιδόσεις των δυο μεγάλων κομμάτων στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίοδο που μόλις ανοίγει και στις απαντήσεις που θα πάρουμε στα δυο ερωτήματα που βρίσκονται στο τέλος αυτού του ποστ .
Τέταρτον, φαίνεται πως η συμπεριφορά του ελληνικού εκλογικού σώματος περνά σε μια νέα φάση, αυτή των συχνών και ραγδαίων μεταστροφών στις επιλογές του. Η χρησιμότητα του εργαλείου της κομματικής και πραταξιακής ταύτισης ολοένα μειώνεται βάζοντας έτσι μια νέα και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποιοτική παράμετρο στον πολιτικό σχεδιασμό των επιτελείων. Η περιόδος που ξεκινά είναι, αν μη τι άλλο, γεμάτη προκλήσεις που θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε σε δύο ερωτήματα.
Ερώτημα πρώτο: Σε τι βαθμό θα καταφέρει το ΠΑΣΟΚ να εφαρμόσει το πρόγραμμά του σε βασικές περιοχές πολιτικής όπως η ανάταξη της οκονομίας, η αναμόρφωση του κράτους, η πράσινη ανάπτυξη , η κοινωνική πολιτική, η διεθνής παρουσία της Ελλάδας πετυχαίνοντας σχετικά γρήγορα μικρές ή μεγαλύτερες νίκες που θα απαντούν στις προσδοκίες του κόσμου που το εμπιστεύθηκε;
Ερώτημα δεύτερο: Μέχρι την εκλογή νέου προέδρου, αλλά κυρίως μετά από αυτήν, θα διαχειριστεί η κεντροδεξιά παράταξη την ιστορική αυτή ήττα με τρόπο που να βρεί το νήμα των λάθος επιλογών και να τις αναδείξει στο φως μιας σοβαρής ιδεολογικής συζήτησης που έχει χρόνια να γίνει στους κόλπους της;
Αν κάθε προβλήμα με δημόσιο ενδιαφέρον το αντιμετωπίζαμε ως μια ευκαιρία ανεύρεσης καλύτερων λύσεων με τη συμβολή εκείνων που άμμεσα ή έμμεσα αφορά, τότε ίσως κάποια στιγμή κάνουμε κάποια βήματα μακριά από την πολιτική κακοδαιμονία που μας στοιχειώνει.
Το θέμα των δημοσκοπήσεων, μας αρέσει – δεν μας αρέσει, έχει τη σημασία του για την ποιότητα της δημόσιας ζωής στην εποχή της μεταδημοκρατίας και αφορά όλους τους βασικούς παίκτες του συστήματος πολιτικής επικοινωνίας της χώρας μας:
- Οι Κυβερνήσεις, τα κόμματα και οι πολιτικοί τις συμβουλεύονται για να χαράξουν το σχεδιασμό της στρατηγικής τους και με βάσει αυτές ελέγχουν ανά πάσα στιγμή την ορθότητα επί μέρους κινήσεων και πρωτοβουλιών τους
- Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης θα έπρεπε να τις χρησιμοποιούν περισσότερο για την πληθώρα των ευρημάτων με τα οποία οι έρευνες μπορούν να τεκμηριώσουν διαφορετικές όψεις των θεμάτων της επικαιρότητας παρά ως ένα, μάλλον περιορισμένης αποτελεσματικότητας, εργαλείο προπαγάνδας για τη χειραγαγώγηση της κοινής γνώμης.
- Οι πολίτες αποκτούν ένα μέτρο σύγκρισης των ατομικών τους απόψεων για το α’ ή β’ θέμα με την κοινή γνώμη και ανάλογα μπορεί είτε να ενισχύσουν την δική τους γνώμη, είτε να βρούν αφορμή να την επανεξετάσουν ή ακόμα και μείνουν παγερά αδιάφοροι.
Η επαναφορά της απαγόρευσης δημοσιοποίησης των δημοσκοπήσεων 15 ημέρες πρίν την διενέργεια των εκλογών είναι λάθος. Όχι τόσο για το ίδιο το περιεχόμενο της ρύθμισης που υπό άλλες συνθήκες, αν και προσωπικά διαφωνώ, θα μπορούσε να αποδειχθεί σωστό. Όσο για τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλεται. Χωρίς καμία απολύτως διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης αυτή η ρύθμιση δηλώνει προχειρότητα, βιασύνη και σκοπιμότητα. Από τη θέση της κυβέρνησης είναι φανερό πως στο σκεπτικό της απόφασης τεκμαίρουν, με ισχυρή δόση αυθαιρεσίας, τη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων μερών.
Το μόνο σίγουρο είναι πως κάποια στιγμή το θέμα πρέπει να τεθεί σε δημόσια ανοικτή διαβούλευση. Τότε με διαφάνεια όλοι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν την άνεση του χρόνου για να διατυπώσουν τεκμηριωμένες απόψεις πρός όποια κατεύθυνση κρίνουν.
Πέρα από τον θόρυβο που συχνά προκαλεί η συζήτηση για τις δημοσκοπήσεις και τις αντικρουόμενες αναγνώσεις και ερμηνείες των δεδομένων τους, όλοι συμφωνούν στο εξής κλισέ: “Οι δημοσκοπήσεις είναι χρήσιμο εργαλείο δουλειάς…“.
Πράγματι, οι δημοσκοπήσεις είναι χρήσιμο εργαλείο δουλειάς για την διαμόρφωση και τη λήψη αποφάσεων. Η επιδέξια καταγραφή και η μετέπειτα ανάλυση των αντιλήψεων της κοινής γνώμης αποδεικνύεται διαχρονικά πολύτιμη για κάθε είδους οργανισμούς. Κυβερνήσεις, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γής, τις χρησιμοποιούν καθημερινά για να υπολογίσουν την κοινωνική απήχηση της πολιτικής τους. Κόμματα βασίζουν το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού και επικοινωνιακού τους σχεδιασμού στα ευρήματα των αποκαλούμενων κυλιόμενων ερευνών. Επιχειρήσεις μετρούν διαρκώς την εμπορική διείσδυση των προϊόντων και των υπηρεσιών τους, αλλά και την εταιρική τους φήμη. Πολιτικοί και επιχειρηματίες σχεδιάζουν βήμα προς βήμα τις επόμενες κινήσείς τους στην σκακιέρα προσαρμόζοντάς τες στις καταγεγραμμένες διαθέσεις του κοινού στο οποίο απευθύνονται.
Έρευνες κοινής γνώμης διεξάγονται πλέον με αρκετά μεγάλη συχνότητα. Αυτό σημαίνει πως πολλοί συμπολίτες μας κατά κάποιο τρόπο είναι, εκτός από παθητικοί δέκτες των αποτελεσμάτων και των συζητήσεων γύρω από τις δημοσκοπήσεις, και μέλη της εκάστοτε κοινής γνώμης. Όταν κάποιος απαντά σε τηλεφωνική δημοσκόπηση, όταν καταθέτει πρόσωπο με πρόσωπο την άποψή του στον ερευνητή, όταν συμπληρώνει ηλεκτρονικά ένα ερωτηματολόγιο αποκτά μια άτυπη ιδιότητα του μέλους της κοινής γνώμης για το υπό διερεύνηση θέμα. Δυνητικά, πολλοί μπορούν να είναι οιονεί μέλη της κοινής γνώμης. Είτε μέσα από τη συμμετοχή τους σε έρευνες ή και με την επίκτητη εξοικείωσή τους με την πρόσληψη, την κατανόηση και ανάλυση των αποτελεσμάτων τους. Η επαναλαμβανόμενη παραγωγή και διάχυση των δημοσκοπήσεων συντελεί στην υποχώρηση της αφηρημένης υπόστασης της έννοιας.
Θα μπορούσαμε άραγε να αντιληφθούμε την κοινή γνώμη ως κοινό αγαθό; Πιθανότατα η κοινή γνώμη να είναι ένα, κατά Barnes, κοινό αγαθό με μεγάλη πληροφοριακή δύναμη προς όφελος μιας νέας αντίληψης περί δημοσίου συμφέροντος. Προφανώς ο μετασχηματισμός της λειτουργίας του κλάδου των δημοσκοπήσεων στη λογική της κοινής γνώμης ως κοινού αγαθού προϋποθέτει αρκετή θεωρητική και επαναρυθμιστική προεργασία. Αυτό που θα έπρεπε να συμβαδίζει, αν όχι να προηγείται, μιας τέτοιας μακράς και επίπονης προσπάθειας θα ήταν μια ευρεία δημόσια συζήτηση για πρακτικές εφαρμογές της αντίληψης των κοινών αγαθών στη σφαίρα της σύγχρονης οικονομίας.Μια συνέχεια της συζήτησης που ξεκίνησε στο αφιέρωμα του Re-public, αλλά σε πιο πρακτικό επίπεδο και με κλαδικά εξειδικευμένο περιεχόμενο και στόχους. Σε κάποιο ερχόμενο άρθρο ίσως μπορέσω να δώσω μια προγεύση μιας τέτοιας, πιο ειδικής συζήτησης.


Μέλη του Ρεπουμπλικανικού κόμματος των ΗΠΑ στηρίζουν οργανωμένα και έκδηλα τον Obama, όντας προφανώς απογοητευμένοι από την Αμερική του Μπούς. Πριν δω το blog που έχουν δημιουργήσει, republicansforobama.org, σκέφτηκα αμέσως πως η στήριξη αφορά μόνο το χρίσμα, για λόγους τακτικής, και όχι την προεδρία, αν υποθέσουμε πως θα κέρδιζε στις προκριματικές. Όμως η στήριξη αφορά στην προεδρία και, όπως δηλώνουν, βασίζεται στη διείσδυση που έχει σε κάποιους Ρεπουμπλικάνους ο λόγος του Obama περί υπέρβασης των διαχωριστικών γραμμών και του φανατισμού,παρά το ότι αναγνωρίζουν πως διαφωνούν με τις θέσεις του σε κλασσικά θέματα όπως η αμβλώσεις και οι γάμοι ομοφυλοφίλων.

Τώρα αν πρόκειται για πραγματικό φαινόμενο, δεδομένου ότι η δικτύωση τους εικονικά αγκαλιάζει πολλές περιοχές, αν αποτελεί κάτι ειδικό και περιορισμένο ή ακόμα και τακτική δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο. Εδώ πάντως αναφέρονται quotes αυτών των υποστηρικτών.
Από την άλλη μεριά υπάρχει το επιχείρημα ότι κάποια δημοσκοπικά ευρήματα δεν στηρίζουν τον ισχυρισμό ύπαρξης τάσης που να δικαιολογεί να μιλάμε για φαινόμενο.
Όπως και να είναι η συνέχεια έχει ενδιαφέρον..
Τη μια φορά είναι λέει 0,2%, η διαφορά, την άλλη 2,3%…αφού κάθε εταιρία πάει σε περιοχές που ξέρει από πριν πως ψηφίζουν, τι περιμένεις μωρέ..;
Αυτά περίπου άκουσα ακούσια να λέγονται σε διπλανό τραπέζι εστιατορίου. Δεν έχει σημασία που και πότε.
Αυτό που έχει σημασία είναι η διαφαινόμενη δυσπιστία με την οποία πλέον αντιμετωπίζουν οι πολίτες τις δημοσκοπήσεις. Έχει σημασία η κριτική δυσπιστία των πολιτών. Γιατί δείχνει τα όρια των χειραγωγικών χρήσεων των δημοσκοπήσεων. Η δυσπιστία προφανώς πηγάζει από την εξοικείωση του πληθυσμού με τις δημoσκοπήσεις ως τέτοιες, αλλά κυρίως από τον τρόπο που υπέρ-προβάλλονται διαμέσου των ΜΜΕ.
Αυτές τις μέρες γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά για προπαγανδιστικές και αντιεπιστημονικές αναγνώσεις δημοσκοπήσεων, μέχρι και περί πολέμου των εταιριών για το πελατολόγιο ειπώθηκαν. Ελάχιστα ή σχεδόν τίποτα όμως δεν συζητήθηκε για το δια ταύτα.
Θα δούμε λοιπόν κάποια ουσιαστική προσπάθεια ρύθμισης του πεδίου ή το θέμα πάλι θα εξαντληθεί στο φοβικό και άκρως υποκριτικό μέτρο της μη δημοσίευσης ερευνών το τελευταίο δεκαπενθήμερο πριν από τις εκλογές;
Θα ξεφύγουν επιτέλους τα ραδιοτηλεοπτικά δίκτυα από τον φετιχιστικό τρόπο παρουσίασης των δημοσκοπήσεων; Η μας αρέσει η παγκόσμια πρωτοτυπία των σχεδόν μονοθεματικών δελτίων και εκπομπών με πίτες, μπάρες και άλλα καλούδια της τηλοψίας;
Θα κάνουν κάτι οι άνθρωποι των ΜΜΕ για να ξεφύγουν από τις κουραστικές προπαγανδιστικές αναγνώσεις που, για να είναι ανταγωνιστικές, προκύπτουν από σκόπιμη επιλογή σχολιασμού διαφορετικών στοιχείων των ίδιων ερευνών από διαφορετικούς σχολιαστές; Ή θα συνεχίσουν να αδιαφορούν, με τα γνωστά κίνητρα, για το πόσο παρωχημένα media friendly είναι το ‘πολιτικό’ τηλεοπτικό προϊόν αυτού του είδους;
Θα τολμήσουν οι εταιρίες δημοσκοπήσεων να πάρουν κάποια αυτονόητα μέτρα ουσιαστικής διαφάνειας όπως:
- Να αναρτούν όλες τις ερωτήσεις- απαντήσεις των δημοσιευμένων ερευνών στον διαδικτυακό τους τόπο (Όσες έχουν διαδικτυακό τόπο)
- Να περιλαμβάνουν περιγραφή της ακολουθούμενης μεθοδολογίας για το δείγμα, για τη διεξαγωγή, για όλες τις σταθμίσεις στην πρόθεση ψήφου και για τις εκτιμήσεις εκλογικής δύναμης των κομμάτων
- Να περιλαμβάνουν σε όλους τους πίνακες το αστάθμιστο αποτέλεσμα της μέτρησης.
Όσο τίποτε από τα παραπάνω δεν γίνεται, συμβαίνει το εξής οξύμωρο. Από τη μια πολλοί επαγγελματίες της επικοινωνίας, άλλοι λιγότερο και πιο έντεχνα, άλλοι περισσότερο και πιο ‘μουράτα’, επαίρονται συχνά πως έχουν τη γνώση και τα μέσα διορατικής κατανόησης της κοινής γνώμης και έτσι, καθόλα θεμιτά, πουλάνε είτε τον έγκυρο δημοσιογραφικό σχολιασμό των διαθέσεων της, είτε τη χάραξη σωστής στρατηγικής για τους πελάτες τους. Από την άλλη όμως, στην πραγματικότητα της πιάτσας, όχι στον μικρόκοσμο, οι πολίτες που συγκροτούν την κοινή γνώμη, εκφράζουν με τη δική του κουλτούρα του ο καθένας , αιτήματα για την αναβάθμιση της δημόσιας επικοινωνίας. Άλλες φορές άμεσα, όπως κατά καιρούς εκφράζονται σε εφημερίδες, σε blog, σε δημόσιες και ιδιωτικές συνευρέσεις. Άλλες φορές το αίτημα το διαβάζει κανείς ανάμεσα στις προτάσεις, όπως συνέβη με τα λόγια των ανθρώπων του διπλανού τραπεζιού.
Και το χάσμα παρατείνεται. Και έτσι, η υπερπαραγωγή δημοσκοπήσεων παραμένει αναντίστοιχη με το αίτημα πραγματικής αναβάθμισης της δημόσιας επικοινωνίας που υπάρχει στη χώρα μας. Γιατί υπάρχει τέτοιο αίτημα. Δεν ανήκει στη βολονταριστική φαντασία κάποιων τάχα εξωκοινωνικών bloggers. Δεν ανήκει σε κάποια αδικαιολόγητα αισιόδοξη διάγνωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, που τόσο κοινότοπα χαρακτηρίζεται συντηρητική, γιατί άραγε; Μπορεί ένα τέτοιο αίτημα αναβάθμισης της επικοινωνίας να μην το λεν ακόμα τα ποιοτικά στοιχεία των ερευνών. Όμως υπάρχει και πρέπει να εκφραστεί.
Αυτές τις μέρες τέθηκε ένα θέμα για την ανακοίνωση αποτελεσμάτων εκλογών, πραγματικών και απο exit poll, πριν την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας το οποίο συζητήθηκε και εδώ.
Το Σύνταγμα της Ελλάδας (1975,1986,2001) διέπεται από ορισμένες αρχές που ρυθμίζουν την ψήφο και την ψηφοφορία. Η αρχή που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η ταυτόχρονη διενέργεια των εκλογών (εδάφιο α , παρ. 51 Σ). Σύμφωνα με αυτή, η καταμέτρηση και ανακοίνωση του αποτελέσματος πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα σε όλη την επικράτεια, ώστε οι εκλογείς που δεν έχουν ακόμη ασκήσει το δικαίωμα τους να μην γνωρίζουν τι ψήφισαν οι εκλογείς άλλων περιφερειών. (Βλ σχετικά μεταξύ πολλών Βενιζέλος, 2002 ; Χρυσόγονος 2003).
Η προεκλογική περίοδος και η μέρα των εκλογών είναι το διάστημα που, σύμφωνα με τη θεωρία και την πρακτική, ο λαός – πηγή όλων των εξουσιών – εκφράζει ως εκλογικό σώμα την πολιτική του βούληση. Η δημοσίευση αποτελεσμάτων, από περιφέρειες ή exit poll, ενώ δεν έχουν κλείσει οι κάλπες, έρχεται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα. Όχι μόνο για τον λόγο που προαναφέρθηκε. Ακόμα και αν δεχθούμε την αμφισβητούμενη άποψη ότι η γνωστοποίηση του αποτελέσματος παρέχει καλές υπηρεσίες για τον ενημερωμένο ψηφοφόρο, αυτό έρχεται σε σύγκρουση και με το άρθρο 4 του Συντάγματος (Περί ισότητας) . Σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή, οι εκλογείς που ανήκουν στις περιφέρειες που δημοσιοποιήθηκαν τα αποτελέσματα, είτε ψήφισαν είτε όχι θα είχαν λιγότερη πληροφόρηση από ότι οι υπόλοιποι συμπολίτες τους.
Τα ίδια ισχύουν και για τα αποτελέσματα απο exit poll. Αυτά βέβαια είναι δεδομένα που, λόγω τεχνικών ιδιαιτεροτήτων, μπορεί να χρησιμοποιηθούν με περισσότερους τρόπους που να νοθεύουν τη συμπεριφορά τμήματος του εκλογικού σώματος. Εδώ έχουμε ένα ακόμα θέμα που άπτεται της συνολικής επαναρρύθμισης του θεσμικού πλαισίου των δημοσκοπήσεων.
Αντί της απάντησης που έγραψα και είχα σκοπό να δημοσιεύσω για το σχόλιο του Γ.Μ θα συνοψίσω την μεταξύ μας συζήτηση επιχειρώντας να καταγράψω που συμφωνούμε και που απομένει να συμφωνήσουμε στο μέλλον. Θεωρώ αυτό πολύ πιο παραγωγικό για την ουσία του όλου θέματος. Θα είναι και πιο ενδιαφέρον ,για όσους το παρακολουθούν, από το να διάβαζαν ένα κείμενο ανασκευής ρητορικών σχημάτων και δηκτικών σχολίων.
Σημεία συμφωνίας
- Στα ΜΜΕ αναλογεί η μερίδα του λέοντος για την στρεβλή παρουσίαση των δημοσκοπήσεων. Η μιντιακή υπευθυνότητα στο σκέλος που αφορά τις δημοσκοπήσεις, και όχι μόνο, είναι ένα μεγάλο ζητούμενο που αναζητά ακόμα διεκδίκηση.
- Η χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Το θέμα μας εδώ ήταν η διαφάνεια.
- Ασφαλώς και η επίμαχη φράση «δεν φαίνεται να μεταβάλλεται ουσιαστικά» είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά σε όσα συχνά λέγονται, γράφονται και κυρίως μεθοδεύονται παρασκηνιακά.
Σημεία που απομένει να συμφωνήσουμε
Θεωρώ προκαταβολικά αυτονόητο πως τα παρακάτω σημεία ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για τις υπόλοιπες εταιρίες.
- Στην εποχή του διαδικτύου η μεθοδολογική διαφάνεια για μια εταιρία δημοσκοπήσεων δεν σταματά στις εκδόσεις της. Ο πολίτης μιας δημοκρατίας χρειάζεται ,τη στιγμή που διαβάζει αναλύσεις οπουδήποτε, να μπορεί να ανατρέξει στην ιστοσελίδα της εταιρίας και να πληροφορηθεί με τρόπο ευσύνοπτο την συγκεκριμένη μεθοδολογία που ακολουθεί η εκάστοτε έρευνα. Αυτή είναι μια ολοκληρωμένη λύση μεθοδολογικής διαφάνειας και περιμένω από τον Γ.Μ κάποια στιγμή να την υιοθετήσει.
- Το ίδιο περίπου ισχύει και για τα αστάθμιστα στοιχεία. Χαίρομαι που έχει εισηγηθεί σχετικά στον ΣΕΔΕΑ. Η προσωρινή σύγχυση και η μη έκδοση καθολικής οδηγίας από τον ΣΕΔΕΑ προς όλες τις εταιρίες δεν πρέπει να συνεχίσουν να αναστέλλουν μια κίνηση που, αν μη τι άλλο, θα ωφελήσει τα μέγιστα την διαφάνεια. Επομένως, περιμένω κάποια στιγμή να δούμε τους πίνακες και τις δημόσιες αναλύσεις της VPRC πλήρως ενημερωμένες με τα αστάθμιστα δεδομένα.
Όπως καταλαβαίνουμε όλοι άλλο πράγμα σημαίνει να γράφει κανείς «ο εκλογικός συσχετισμός μεταξύ των δύο κομμάτων δεν μεταβάλλεται» και άλλο ότι «δεν φαίνεται να μεταβάλλεται ουσιαστικά». Η επαναδιατύπωση του κ. Μαυρή στο σχόλιο του όντως στηρίζει απόλυτα τους πίνακες με τα δημοσιευμένα δεδομένα. Κάτι που δεν ισχύει με την αρχική διατύπωση στην ανάλυση του στην Καθημερινή. Εκεί όπου ‘η απλή ανάγνωση των αριθμητικών δεδομένων’, με τη διαφορά αμετάβλητη από το προηγούμενο Βαρόμετρο, δεν ταιριάζει και πολύ με την φράση ‘δεν φαίνεται να μεταβάλλεται ουσιαστικά’. Αυτή η φράση μπορεί κάλλιστα να προϊδεάσει τον αναγνώστη για οριακή, έστω στατιστικά αμελητέα, μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων. Υποθέτω ότι θα ζητήσει διόρθωση και από την εφημερίδα βάση της συγκεκριμένης επαναδιατύπωσης.
Αναφέρθηκα στην ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και στο κύρος του κλάδου στον οποίο εργάζεται ο κύριος Μαυρής λέγοντας πως πλήττονται από τα ελλιπή στοιχεία και τις ατυχείς, όπως αποδείχθηκε, διατυπώσεις όχι βέβαια γιατί ασπάζομαι το ‘αξίωμα’, όπως έσπευσε να μου καταλογίσει. Τι είναι στα αλήθεια αντιδημοκρατικό και προπαγανδιστικό; Η αιτιολογημένη αμφισβήτηση που αξιώνει και λαμβάνει απάντηση η ή εύκολη μετάθεση μιας φράσης μου περί ποιότητας του διαλόγου σε εντελώς άλλο πλαίσιο χάριν ρητορικής σκοπιμότητας. Οι δημοσκοπήσεις καλώς και κακώς έχουν πολλές εγγενείς χρήσεις και επίκτητες καταχρήσεις. Σε αυτές, ακόμα τουλάχιστον, δεν συγκαταλέγεται το να βγάζουν πρωταθλητές κόμματα, κυβερνήσεις και προσωπικότητες για να είναι αρεστές σε κάποιους και δυσάρεστες σε άλλους. Σε αυτό τουλάχιστον συμφωνούμε.
Δεν ανέφερα για την εύστοχη πρόβλεψη αποτελεσμάτων στο παρελθόν γιατί αφορά την προβολή της εταιρίας η οποία είναι δικό του θέμα. Και τότε πάντως, όπως μέχρι σήμερα άλλωστε, δεν φρόντισε να κάνει κάτι να μας διαφωτίσει βήμα – βήμα για τη μεθοδολογία που ακολουθεί κάθε φορά, γιατί;
Η αιτίαση πως η εκτίμηση εκλογικής επιρροής είναι περισσότερο κατανοητή από την πρόθεση ψήφου μάλλον υποτιμά την αντιληπτική ικανότητα ακόμα και του ευρύτερου κοινού των δημοσκοπήσεων. Θα αρκούσε να επισημάνει κανείς πως ακόμα και ο λιγότερο εξοικειωμένος – μη ‘ειδικός’- αναγνώστης κατανοεί επαρκώς έννοιες όπως η πρόθεση ψήφου και οι αναποφάσιστοι με τέτοιο κορεσμό από την υπερπαραγωγή και προβολή δημοσκοπήσεων.
Η βιβλιογραφία βρίθει από ανταγωνιστικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις σε κάθε ερευνητικό πεδίο των κοινωνικών επιστημών αλλά ευτυχώς στερείται από οριστικές αποφάνσεις. Αν η στάθμιση με την προηγούμενη ψήφο έχει ‘αποδειχθεί επαρκώς μη αξιόπιστη και επιστημονικά επισφαλής’ δυστυχώς δεν το γνωρίζω ακόμα. Σε κάθε περίπτωση, έχω βάσιμους λόγους να θεωρώ ότι η αξιοπιστία της μεθόδου συναρτάται από το αν η έρευνα και η ανάλυση ψήφου στηρίζονται αποκλειστικά σε αυτή ή τη χρησιμοποιούν σε συνδυασμό και με άλλες σταθμίσεις. Όπως συμβαίνει με τις δημοσκοπήσεις της ICM στον Guardian. Δείτε την αναλυτική παρουσίαση του τρόπου υπολογισμού της πρόθεσης ψήφου.
Έρχομαι σε ό,τι θεωρώ σημαντικότερο να μείνει από αυτή την συζήτηση. Πρώτον, οι εταιρίες δημοσκοπήσεων στην Ελλάδα οφείλουν να ξαναδούν, μαζί φυσικά με την πολιτεία, το θεσμικό πλαίσιο και τη δεοντολογία διεξαγωγής και δημοσίευσης ερευνών. Δεύτερον, μέχρι να γίνει κάτι τέτοιο το σωστό είναι να δίνετε στη δημοσιότητα πλήρη στοιχεία για κάθε έρευνα, όπως για παράδειγμα συμβαίνει εδώ. Στην περίπτωση μας κ. Μαυρή το σωστό είναι να αρχίσετε να συμπεριλαμβάνετε τα αστάθμιστα στοιχεία στους πίνακες σας, όπως βλέπετε ότι συμβαίνει εδώ (pdf file). Όχι σε αυτούς που δημοσιεύονται στην εφημερίδα, αλλά σε εκείνους που πρέπει να διατηρείτε στον διαδικτυακό σας κόμβο. Για τη σύγχυση που κάποιες φορές θα προκληθεί από ασυμφωνίες μεταξύ αστάθμιστης πρόθεσης ψήφου και εκτίμησης εκλογικής επιρροής πιστεύω πως ο κ. Μαυρής έχει την αναγκαία επαγγελματική και επιστημονική επάρκεια να την ξεδιαλύνει. Προσωπικά, μεταξύ της αδιαφάνειας που νομιμοποιεί ακόμα και άδικες επιθέσεις και της προσωρινής σύγχυσης προτιμώ την τελευταία. Η δημοσίευση των αστάθμιστων είναι η σωστή επιλογή για τη διαφάνεια και την σφαιρική ενημέρωση των πολιτών και των ‘ειδικών’.

