You are currently browsing the category archive for the ‘πολιτική αλλαγή’ category.
Εάν αυτό τον καιρό ασχολείσαι έστω λίγο με τα πολιτικά το έχεις καταλάβει. Το χάσμα ανάμεσα σε όσους ασκούν οποιασδήποτε μορφής δημόσια εξουσία και στα υποκείμενα αυτής, τους πολίτες, βαθαίνει με ταχύ ρυθμό. Τα αίτια είναι γνωστά. Όλα τα αίτια, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο, έχουν αναλυθεί και συζητιούνται με κάθε ευκαιρία εξαντλητικά. Η οικονομική κρίση με τη συνοδεία της αναπόφευκτης ύφεσης όξυνε την προϊούσα κρίση αντιπροσώπευσης. Η όξυνση της κρίσης αντιιπροσώπευσης είναι δίχως προηγούμενο. Ας αναλογιστούμε μόνο ότι για πρώτη φορά οι πολίτες αυθόρμηττα αναγνωρίζουν στα κόμματα και τους πολιτικούς το τρίτο κατά σειρά μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας, μετά το οικονομικό και την ανεργία που συνηθώς καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις. (Δες Βαρόμετρο Οκτωβρίου 2011 publicissue).
Το χάσμα φαντάζει αγεφύρωτο από όσα ακούμε να λέγονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συζητήσεις. Δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνουμε εφήμερους χαρακτηρισμούς, ανιστόρητες καταδίκες, απαξιωτικά επίθετα και ύβρεις. Αν είστε στο twitter ή και στο facebook τα βλέπετε να ρέουν σε αφθονία σε κάθε timeline και news feed. Το “σύστημα Ελλάδα” που ξέραμε τόσα χρόνια βιώνει τα τελευταία και πιο επώδυνα στάδια των νοσημάτων που ταλαιπώρησαν επί δεκαετίες μέχρι τελικής εξάντλησης τη χώρα. Μην τρέφουμε άλλο αυταπάτες. Τα νοσήματα είναι καταληκτικά. Κάπου εδώ, όμως, τελειώνουν οι μεταφορές των όρων της ιατρικής επιστήμης στο κοινωνικό πεδίο. Η νοσούσα χώρα δεν θα καταλήξει κυριολεκτικά. Υπάρχει επόμενη μέρα για την Ελλάδα. Ακριβώς για αυτό είναι που δεν βοηθά σε τίποτα απολύτως να ασχολείται κάποιος ούτε με την καταδίκη των υπαιτίων αλλά ούτε και με τον συνετισμό όσων διαρτύρονται. Καταδίκες και συνετισμός, συνετισμός και καταδίκες από όποια αφετηρία και αν απορρέουν και όπως και αν εκφέρονται υφολογικά είναι οι δύο όψεις του ίδιου φαινομένου. Του φαινομένου της ακινησίας στην παραγωγή ιδεών και πρωτοβουλιών που θα μας βγάλουν από το τέλμα.
Ωστόσο, ήδη πολλοί αναρωτιώνται: Άν δεν καταδικαστούν παραδειγματικά οι υπαίτιοι πολιτικοί, επιχειρηματίες, τραπεζίτες, φοροφυγάδες και κάθε είδους παρανομούντες πως θα μεταβούμε στην επόμενη μέρα; Κάποιοι άλλοι αμέσως θα αντιτείνουν: Σε τι θα διαφέρει η επόμενη με την προηγούμενη μέρα αν δεν συνετιστούμε όλοι μας αναστοχαζόμενοι ο καθένας το δικό του μερίδιο ευθύνης σε όλο αυτό; Εύλογα ερωτήματα στα οποία δεν χωρούν εύκολες απαντήσεις για δύο κυρίως λόγους. Ο χρόνος είναι ο πρώτος λόγος. Χρειάζεται χρόνος για την πολιτική και κοινωνική απομόνωση των υπευθύνων προσώπων και, ας μην ξεχνιώμαστε, συμπεριφορών. Αυτό επιβάλουν οι στοιχειώδεις κανόνες του κράτους δικαίου. Χρόνος και μάλιστα περισσότερος χρειάζεται για να αναστοχαστεί διεξοδικά ο καθένας τον παλιό και νέο ρόλο του. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στο πόσο αργόσυρτη είναι η μεταβολή παγιωμένων νοοτροπιών.
Η πολυπλοκότητα είναι ο δεύτερος λόγος που κάνει δύσκολη την εύρεση σωστών απαντήσεων στα πιο πάνω ερωτήματα. Είναι άλλο πράγμα να ασχολείσαι με τα πολιτικά γενικώς και άλλο να γνωρίζεις από πολιτική. Η πολιτική στην εποχή της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης είναι πολύπλοκη. Είναι αντικειμενικά δύσκολο για όσους δεν έχουν οι ίδιοι θέσεις πολιτικής ευθύνης ή που έστω δεν είναι κοντά σε ανθρώπους με τέτοιες θέσεις να κατανοήσουν πλήρως τα εργαλεία και τους μηχανισμούς της. Μην μας μπερδεύει το γεγονός ότι το πολιτικό ρεπορτάζ στο υβριδικό σύστημα μέσων ενημέρωσης τρέχει σχεδόν κάθε λεπτό της ώρας παρέχοντας συνεχή ενημέρωση για τα πολιτικά δρώμενα. Επίσης, ας μην παρασυρόμαστε από την αυξημένη ορατότητα που αποφέρει η παρουσία στα social media των κυβερνήσεων, των πολιτικών, των κομμάτων και εν γένει των δημοσίων προσώπων. Όσο και αν η ενημέρωση γίνεται σε πραγματικό χρόνο, όσο αυθεντικά και αν οι πολιτικοί μας ανοίγονται στη διαδραστική επικοινωνία, η επαφή του πολίτη με το πολιτικό σύστημα παραμένει διαμεσολαβημένη. Είναι μοιραίο η χαλαρή επίγνωση της διαμεσολαβημένης σχέσης με το πολιτικό να δημιουργεί στρεβλώσεις στο δημόσιο σύστημα επικοινωνίας. Αναμενόμενο είναι οι στρεβλώσεις αυτές να συντηρούνται. Όλοι οι παίκτες του συστήματος, υπουργοί, βουλευτές, πολιτευτές, δημοσιογράφοι, ΜΜΕ, επαγγελματίες της επικοινωνίας, πολίτες, οργανώσεις πολιτών κινούνται με βάση τα ίδια δεδομένα που επιβάλει το μοντέλο της διαμεσολαβημένης σχέσης του πολίτη με το πολιτικό. Από πάντα ο σύγχρονος πολιτικός λόγος και δράση δημιουργούνται και λειτουργούν με αυτό το δομικό δεδομένο. Σε αυτό το σημείο παραπέμπω στoν προβληματισμό για το αν και πως νοούνται οι διαρροές στην εποχή της διαφάνειας.
Αυτό που αρχίζω να διαπιστώνω, είναι ότι οι συστημικοί παίκτες θα εξακολουθούν να κινούνται στο ίδιο πλαίσιο παρά το ότι η τάση για ανοικτή διακυβέρνηση αποκτά, αργά και με αντιστάσεις και πισωγυρίσματα, διεθνή ώθηση. Η ανοικτή διακυβέρνηση με βασικούς πυλώνες τη συμμετοχή του πολίτη στη λήψη αποφάσεων, τη διαφάνεια στην κρατική δράση, την ελεύθερη διάθεση δημόσιων δεδομένων, τη συνεργατικότητα μέσα από την αξιοποίηση της συλλογικής εφυίας και τη λογοδοσία προτάσσεται από κυβερνήσεις και ακαδημαϊκούς ως ενδεχόμενη λύση απέναντι στις ανεπάρκειες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Με όλα τα εμπόδια και τις προκλήσεις που είχα επισημάνει ένα χρόνο πρίν και ακριβώς μια μερά μετά την έναρξη της πρώτης δημόσιας ηλεκτρονικής διαβούλευσης, οι πολιτικές για την ανοικτή διακυβέρνηση αν επιδιωχθούν και προβληθούν συστηματικά μπορούν πράγματι να συμβάλουν στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ πολιτικής και πολιτών. Ακόμα, μπορούν και να βοηθήσουν ώστε όταν η Ελλάδα βγει από το τούνελ, η κατάστασή της να μοιάζει περισσότερο με το πως εξελίχθηκε η Εσθονία μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, παρά με την Γεωργία.
Δανείστηκα παραπάνω το πρόσφατο παράδειγμα του Στάθη Καλύβα με τη διαφορά ότι στη θέση της Τσεχίας αναφέρω την Εσθονία λόγω των εξαιρετικών επιδόσεων της χώρας αυτής σε θέματα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης σε επίπεδο Ε.Ε. Στην πρόσφατη ομιλία του στο TEDx Athens, ο Καλύβας τόνισε πόσο σημαντικό είναι να συνδέσουμε την έξοδό μας από την κρίση με διαδικασίες επανεκίνησης της χώρας αντί να μείνουμε παγιδευμένοι σε παρακμιακές διαδικασίες. Πρότεινε ένα αντίστροφο σχήμα μετάβασης όπου εκκινώντας από παράγοντες όπως η πολιτική αλλαγή και η μεταρρύθμιση του κράτους θα οδηγηθούμε μακροπρόθεσμα στη μεταβολή νοοτροπιών. Συμφωνώ με την διαπίστωση ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια να ξεκινήσουμε από τις αλλαγές σε παιδεία και κουλτούρα. Την ίδια στιγμή, όμως, το πολιτικό σύστημα δεν έχει την πολυτέλεια να συνεχίσει να δουλεύει σειριακά. Πρέπει γρήγορα να αναλάβει πολλές παράλληλες παρεμβάσεις σε όλα τα επίπεδα, στους θεσμούς, στην οικονομία, στην κοινωνική καθημερινότητα του πολίτη που μην ξεχνάμε ότι αυτή είναι που θα αλλάξει νοοτροπίες.
Έχω την αίσθηση ότι καμία μεταρρύθμιση του κράτους και της οικονομίας δεν θα αποδώσει αν δεν συνοδευτεί από παράλληλες ρηξικέλευθες αλλαγές στο κοινωνικό πεδίο. Η χώρα χρειάζεται επειγόντως θεσμικές καινοτομίες που θα φέρουν τους πολίτες ως ισότιμους συμμέτοχους εκεί όπου λαμβάνονται ή που καθυστερούν να ληφθούν οι αποφάσεις. Ένα παράδειγμα προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν ένας θεσμός εθελοντικής ή επαγγελματικής συμμετοχής κληρωτών πολιτών, που πληρούν τα κατάλληλα ανά περίπτωση προσόντα, σε μετακλητές θέσεις πολιτικής ευθύνης. Ως θέσεις πολιτικής ευθύνης οριζόνται π.χ συνεργάτες υπουργών, γενικών γραμματέων, βουλευτών, κομμάτων, θέσεις σε διοικητικά συμβούλια ΝΠΙΔ.
Το πως ακριβώς θα μπορούσε να γίνει αυτό πρέπει προφανώς να γίνει αντικείμενο ευρείας διαβούλευσης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι οι ενδιαφερόμενοι πολίτες θα μπορούν να υποβάλουν βιογραφικό δηλώνοντας ενδιαφέρον για τις θέσεις που θα προκηρύσσονται ανοικτά. Θα κρίνονται με διαφανή εκ των προτέρων κριτήρια από ανεξάρτητη αρχή, όπως το ΑΣΕΠ. Όταν καταλάβουν τη θέση, θα συμμετέχουν κανονικά σαν ισότιμοι συνεργάτες, με εύλογους και ελεγχόμενους περιορισμούς. Η βασική τους διαφορά με τους άλλους συνεργάτες που θα επιλέγει το πρόσωπο ή ο φορέας θα είναι ότι οι κληρωτοί συνεργάτες θα έχουν ρόλο οιονεί εκπροσώπου της κοινωνίας των πολιτών. Συνεπώς οι κληρωτοί θα υποχρεούνται, πέρα από την τήρηση των υφιστάμενων κανόνων δεοντολογίας, να λογοδοτούν καταγράφοντας ανοικτά και τακτικά σε διαδικτυακή πλατφόρμα θέματα που αφορούν στη θητεία τους και φυσικά στην πρόοδο των εργασιών τους. Με αυτό τον τρόπο οι συμμετέχοντες θα αποκομίσουν άποψη από πρώτο χέρι για τις προκλήσεις και τα όρια της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και θα μπορέσουν κι αυτοί να συμβάλουν με τις δυνάμεις τους. Η κοινωνία θα αρχίσει να μαθαίνει πως ασκείται η πολιτική από ανθρώπους που θα λογοδοτούν σε αυτή και θα μοιάζουν στα μάτια της με μέλη των κοινοτήτων που ενυπάρχουν στους κόλπους της και όχι με τους εξωτικούς και εσχάτως μισητούς άλλους.
Τέτοιες προτάσεις, παρόλο που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν όπως ο επιταχυντής της φωτογραφίας με επιστημονική φαντασία, μπορούν να φέρουν μεγάλες αλλαγές. Με την εκπλήρωση μιας σειράς από άλλες γνωστές και μη προϋποθέσεις μπορούν να αναμορφώσουν ουσιαστικά τη χώρα, τους θεσμούς και τους πολίτες.
Η κριτική στον τρόπο επιλογής γενικών και ειδικών γραμματέων στα υπουργεία και στελεχών σε διάφορους φορείς του δημοσίου προσλαμβάνει δραματικούς τόνους στο λόγο των ΜΜΕ και της αντιπολίτευσης. Όσοι ασκούν κριτική δίνουν έμφαση σε τρία κυρίως ζητήματα. Πρώτον, στην καθυστέρηση ολοκλήρωσης των διαδικασιών. Δεύτερον, στα προβλήματα που η καθυστέρηση προκαλεί στην εκτελεστική λειτουργία της κυβέρνησης. Τρίτον, στο ότι οι επιλογές που τελικά γίνονται ακυρώνουν τη χρονοβόρα ανοικτή διαδικασία αφού περιλαμβάνουν στελέχη με θητεία είτε σε προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ή και στα κομματικά του όργανα.
Αντιγράφω ένα δείγμα αυτής της κριτικής το οποίο επέλεξα απλά γιατί έτυχε να το σχολιάσω. Έγραψε λοιπόν ο Στάθης στην Ελευθεροτυπία:
Η κυρία Λίνα Μενδώνη, ξανά Γενική Γραμματέας στο Υπουργείο Πολιτισμού, όπου είχε επίσης υπηρετήσει στο παρελθόν, πάλι από την ίδια θέση κατά την περίοδο 1999-2004. Ολοι οι πολιτιστικοί συντάκτες χθες όλων των εφημερίδων μόνον καλά λόγια κι επαίνους είχαν να πουν για την κυρία Μενδώνη.
Γιατί λοιπόν χρειάστηκαν 60 μέρες και η «εξέταση» χιλιάδων βιογραφικών για να γίνει το αυτονόητο;….
στο ίδιο άρθρο λίγο μετά λέει:
απλώς αποδεικνύεται για μιαν ακόμα φορά ότι συχνά οι πιασάρικες κι αβασάνιστες «καινοτομίες» εκβαίνουν μαλθακίες.Προς επίρρωσιν τούτου: το 90% των γενικών γραμματέων που έχουν έως τώρα διορισθεί είναι ΠΑΣΟΚ (και το υπόλοιπο 10% μάλλον ΠΑΣΟΚ φίλοι, ΠΑΣΟΚ συγγενείς, ΠΑΣΟΚ κουμπάροι, ΠΑΣΟΚ επιστήμονες με ντοκτορά ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ εκ ΠΑΣΟΚ, κρυπτοΠΑΣΟΚ και ΠΑΣΟΚ πρασινοφρουροί).
Επειδή η επιφανειακή κριτική γίνεται εύκολα και “βολεύει” άφησα το παρακάτω σχόλιο:
Επειδή συχνά η επίκληση του “λαϊκισμού των άλλων” λειτουργεί και ως προκάλυμμα του λαϊκισμού που ακολουθεί, παρακαλώ αν σας είναι εφικτό, μπείτε στον κόπο να κατατάξετε τις παρακάτω επιλογές με βάση το, κάπως ισοπεδωτικό, ερμηνευτικό σας σχήμα.
- Μαργαρίτα Καραβασίλη (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/karavasili.html)
- Μαρία Στρατηγάκη (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/stratigaki.html)
- Διομήδης Σπινέλλης (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/spinellis.html)
- Αρθούρος Ζερβός (http://www.foreignpress-gr.com/2009/11/blog-post_5039.html)
Πρόκειται για έναν κυριολεκτικά έντεχνο λαϊκισμό καθώς ο λόγος του Στάθη συνοδεύεται πάντα από, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα, σκίτσα. Αυτό που παρατηρώ, προφανώς δεν αφορά μόνο τον Στάθη, είναι ότι η κριτική που ασκείται στην ανοικτή διακυβέρνηση έχει μοιρολατρικά στοιχεία. Διέπεται από μια παραδοχή, άλλοτε κυνικά φανερή και άλλοτε πιο σιωπηλή, πως ό,τι και αν γίνει θα είναι τελικά αναπότρεπτη η επανάληψη του ίδιου μεταπολιτευτικού έργου με άλλους πρωταγωνιστές.
Είναι εύκολο και βολικό το κανάκεμα των αδυναμιών και των ελαττωμάτων του λαού. Το δύσκολο είναι να δημιουργηθούν ευνοικές συνθήκες για την αξιοποίηση των προτερημάτων του. Είναι εύκολη και βολική η απαξιωτική κριτική. Το δύσκολο είναι να ερευνήσει κανείς σε βάθος, να συγκρίνει μεθοδικά τι συμβαίνει στον κόσμο και να τεκμηριώσει τις επιλογές του.
Κοινός παρανομαστής της κριτικής είναι η υποτιθέμενη ασυμφωνία μεταξύ των ανοικτών διαδικασιών και της αποτελεσματικότητας. Θυμίζει μάλιστα την σφοδρή εναντίωση στους θεσμούς και τις διαδικασίες του ανοικτού κόμματος, όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν αξιωματική αντιπολίτευση. Και τότε το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής εστιάζε στην έλλειψη αποτελεσματικότητας και συντονισμού, μέχρι που οι επιλογές του Γιώργου Παπανδρέου δικαιώθηκαν από το αποτέλεσμα των πρόσφατων εθνικών εκλογών. Μάλιστα έτυχαν διεθνούς αναγνώρισης, αλλά και εγχώριας καθώς και η ΝΔ αρχίζει να εξασκείται.
Παρά το γεγονός ότι και η κλίμακα διαφέρει και το μεγέθος των συσσωρευμένων προβλημάτων της χώρας είναι μεγάλο, πιστεύω πως τελικά η ανοικτή διακυβέρνηση θα δικαιωθεί, από τα αποτελέσματα της φυσικά. Έτσι μάλλον και πάλι θα’ μαστε στο άλλο έργο θεατές.
Συμπληρώνεται μια ημέρα από την στιγμή όπου δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο απόφασης του ΥΠΕΣ για τα ανώτατα όρια κυβισμού στα κρατικά αυτοκίνητα στο opengov.gr/ypes. Πρόκειται για ένα πρώτο βήμα σε μια μεγάλη προσπάθεια που απαιτείται να γίνει από όλους όσοι έχουν τη βούληση και το ενδιαφέρον να πάνε τη δημοκρατία ένα βήμα παραπέρα από την κλασσική, σε μεγάλο βαθμό προβληματική, αντιπροσωπευτική της λειτουργία και θεώρηση. Ο δρόμος προς τη διαβούλευση κάθε θεσμικής εξουσίας με τους πολίτες είναι γεμάτος προκλήσεις. Προκλήσεις που αφορούν κυρίως στους τρόπους με τους οποίους θα ξεπεραστούν τα ποικίλλα εμπόδια που βρίσκονται σε πολλά σημεία της διαδρομής πρός μια πιο ανοικτή διαδικασία παραγωγής πολιτικής.
Ποιά είναι όμως αυτά τα εμπόδια και οι μελλοντικές προκλήσεις για την ελληνική περίπτωση; Μπορούμε να τα χωρίσουμε σε τέσσερις κατηγορίες.
1. Διοικητικά, θεσμικά εμπόδια και προκλήσεις:
Η έντονη πολιτική βούληση για την εισαγωγή αρχών διαφάνειας, διαβούλευσης, συμμετοχής και λογοδοσίας στις διαδικασίες παραγωγής δημόσιας πολιτικής πρέπει να αρχίσει μεθοδικά να αποκτά βάθος. Ένα βασικό εμπόδιο είναι οι εντάσεις που ενσκήπτουν ανάμεσα στους τεχνοκράτες που πλαισιώνουν το επιτελείο ενός υπουργού και στα στελέχη του μόνιμου διοικητικού του μηχανισμού. Κάπως σχηματικά, οι πρώτοι συνήθως καταλογίζουν στους δεύτερους αντίσταση στις αλλαγές και δυσκολία στην απορρόφηση καινοτομιών. Eνώ οι δεύτεροι κάνουν λόγο για έλλειψη κατανόησης των υπηρεσιακών διαδικασιών και ιδιαιτεροτήτων.
Η άρση αυτού του εμποδίου είναι ίσως από τις σημαντικότερες προκλήσεις αν είναι η ελληνική πολιτική και διοίκηση να περάσουν για τα καλά στο επόμενο επίπεδο. Για να ξεπεραστεί το εμπόδιο, όμως, απαιτείται να αφιερωθεί ποιοτικός χρόνος από τους εν λόγω stakeholders, σε μια προσπάθεια να κατανοήσουν από κοινού τη φύση των επιπτώσεων μιας πιο ανοικτής και συμμετοχικής διαδικασίας λήψης των αποφάσεων. Να κατανοήσουν σε όλο το δυνατό εύρος ότι η εισαγωγή διαδικασιών ανοικτής διαβούλευσης δεν είναι απλά ακόμη ένας νεωτερισμός, αλλά συνιστά διαμοίρασμα της εξουσίας διαμόρφωσης και λήψης αποφάσεων. Ένα διαμοίρασμα της εξουσίας που γίνεται με αντάλλαγμα την προστιθέμενη αξία που κομίζουν στη λήψη αποφάσεων με τις γνώσεις, τις ιδέες και τις προτάσεις τους οι πολίτες.
Άν όχι όλοι, τουλάχιστον κάποιοι από το εν λόγω ανθρώπινο δυναμικό των Υπουργείων πρέπει να αρχίσουν να αποκτούν διαδικτυακή ορατότητα κάποιου είδους. Όχι οποιαδήποτε ορατότητα, αλλά εκείνη που συμβάλει και ανταποκρίνεται κάθε φορά στις ανάγκες της αλληλεπίδρασης της εκάστοστε διοικητικής μονάδας με τους ενδιαφερόμενους πολίτες. Αυτού του είδους η ορατότητα είναι, πρός το παρόν, ενά ζητούμενο πρός αναζήτηση.
2. Κοινωνικά εμπόδια και προκλήσεις:
Είναι έτοιμη και έχει όλη η κοινωνία τις ίδιες ευκαιρίες να συμμετέχει; Η απάντηση είναι σαφώς όχι για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, εξαιτίας των δομικών περιορισμών στην έγκαιρη πληροφόρηση όλων των δυνητικών ενδιαφερομένων. Αλλά και λόγω της ίδιας της δυνατότητας πρόσβασης στο μέσο. Μια λύση για αυτό το πρόβημα, που μάλιστα έχουν προτείνει οι Εθελοντές για την Διαφάνεια, είναι να παρέχουν τα ΚΕΠ ολοκληρωμένες υπηρεσίες διευκόλυνσης της συμμετοχής του πολίτη με τη χρήση πιο συμβατικών από το διαδίκτυο μέσων.
Μια άλλη πρόκληση είναι να κερδίσει η διαδικασία διαβούλευσης την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Κάτι που ως ένα βαθμό θα κριθεί από την ανταπόκριση της διοίκησης στις προτάσεις των πολιτών αλλά και από την ποιότητα που θα έχει, συν τω χρόνω, η μεταξύ τους διάδραση. Σε αυτό το σημείο μένουν πολλά να γίνουν. Μια ακόμα πρόκληση είναι ότι η διατύπωση των σχεδίων αποφάσεων και νομικών πράξεων πρέπει να γίνεται σε απλά ελληνικά. Ο στρατηγικός στόχος εδώ είναι να μην αποθαρρύνεται εκ προϊμίου η έκφραση της πλειοψηφίας των πολιτών που δεν κατέχουν την διοικητική ορολογία. Η μέθοδος της διαβούλευσης είναι εξαιρετικά σημαντική. Γι’αυτό πρέπει να υπάρχει ευελιξία στη δοκιμή καθιερωμένων διεθνών πρακτικών, μέσα βέβαια από την κατάλληλη προσαρμογή τους στην ελληνική πραγματικότητα.
3. Τεχνικά και επιχειρησιακά εμπόδια και προκλήσεις
Όπως συμβαίνει και με τις εκτός διαδικτύου διαβουλεύσεις δεν υπάρχει ούτε μια ενιαία μεθοδολογία, μήτε κάποια συγκεκριμένη τεχνολογική πλατφόρμα από τις οποίες να ξεκινήσει κάποιος. Μόνο σε προηγούμενες εμπειρίες και καλές διεθνείς πρακτικές μπορεί να βασιστεί, επιχειρώντας να τις προσαρμόσει, να τις επεκτείνει ή ακόμα και να καινοτομήσει από την αρχή.
Μια επιχειρησιακή πρόκληση αφορά στους τρόπους όπου γνωστοποιούνται και λαμβάνονται υπόψην οι απόψεις που καταγράφονται σε διάφορα σημεία στον παγκόσμιο ιστό, και ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για κάποιο υπό διαβούλευση θέμα. Επομένως, πέρα από την πρόκληση του διαμοιράσματος της εξουσίας που αναφέραμε πιο πάνω, υπάρχει και η πρόκληση κατανόησης του οιωνεί διανεμημένου χαρακτήρα κάθε διαβούλευσης.
4. Θεωρητικά, πολιτιστικά εμπόδια και προκλήσεις
Χωρίς καθόλου να υποτιμάται ο ρόλος της τεχνολογίας, η πραγματική αλλαγή παραδείγματος πρός μια ανοικτή διακυβέρνηση δεν θα συμβεί απλά και μόνο από την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην πολιτική, αλλά μόνον όταν επέλθει ουσιαστική μεταβολή στις συμπεριφορές των επί μέρους stakeholders (πολιτικών, διοίκησης, πολιτών). Για να συμβεί αυτό στη μεγάλη κλίμακα μεσολαβεί πληθώρα ακαδημαϊκών-ερευνητικών αλλά και πολιτιστικών προκλήσεων.
Παραφράζοντας την Ann Macintosh θα αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα ερωτήματα που συνιστούν προκλήσεις για το μέλλον.
- Πως η ηλεκτρονική συμμετοχή επηρεάζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα μακροπρόθεσμα;
- Πως, με τι μετρικά, αξιολογούμε την ηλεκτρονική συμμετοχή σε μια διαβούλευση;
- Με ποιούς, προφανώς δημιουργικούς, τρόπους μπορούμε να ξεπεράσουμε/απαντήσουμε στην ένταση ανάμεσα στην δημοκρατική θεωρία και το σύγχρονο σχεδιασμό, πολιτικής τελικά, τεχνολογίας;
Από το Πόρτο Αλέγκρε, το 1989, έως την σημερινή πληθώρα πρωτοβουλιών ανά τον κόσμο, ο συμμετοχικός προϋπολογισμός έχει εξελιχθεί από μια εναλλακτική ιδέα σε μια δοκιμασμένη πρακτική με καλά αποτελέσματα. Όπως συμβαίνει με όλες τις δυναμικές έννοιες, είναι δύσκολο να ορίσουμε επακριβώς τι είναι.
Επιχειρώντας μια σύγχρονη αναδιατύπωση της έννοιας, ακόμα ευρύτερη από τον ορισμό της wikipedia, θα λέγαμε ότι Συμμετοχικός Προϋπολογισμός είναι μια διαδικασία απλοποιημένης παρουσίασης των στοιχείων ενός οποιουδήποτε δημόσιου προϋπολογισμού (κρατικού, περιφερειακού, δημοτικού) με πλήρη διαφάνεια ώστε οι πολίτες να παρακολουθούν εύκολα που και πως δαπανάται το δημόσιο χρήμα και έτσι να έχουν ουσιαστική δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων μέσα από ανοικτή διαβούλευση.
Όπως γίνεται αντιληπτό από την παραπάνω απόπειρα ορισμού, υπάρχουν δύο έννοιες κλειδιά που μπαίνουν ΠΡΙΝ από την συμμετοχή που εύλογα κατέχει κεντρική θέση στην έννοια του συμμετοχικού προϋπολογισμού. Αυτές είναι η ‘απλοποίηση’ και η ‘διαφάνεια’. Τα πρωτογενή στοιχεία ενός, κρατικού ας υποθέσουμε, προϋπολογισμού αποτελούν ένα τεράστιο όγκο δεδομένων. Τα δεδομένα για τις δαπάνες υπάρχουν ανά είδος, κρατική υπηρεσία και με μια σειρά από άλλα κριτήρια.
Ωστόσο, η κωδικοποίηση των δεδομένων γίνεται με τέτοιο τρόπο που ναι μεν μπορεί να εξυπηρετεί τις υπηρεσιακές ανάγκες της διοίκησης, όμως απέχει αρκετά από το να βοηθούν τον πολίτη να καταλάβει τη λογική της ροής των χρημάτων ανά τομέα πολιτικής. Επομένως, η διαφάνεια, η απλοποίηση και, σ’ενα άλλο επίπεδο, η προσβασιμότητα είναι βασικές προϋποθέσεις για έναν συμμετοχικό προϋπολογισμό, είτε αυτός είναι σε διεθνή είτε σε εθνική και τοπική κλίμακα.
Με αυτές τις σκέψεις ξεκινάει αυτές τις ημέρες μια νέα πρωτοβουλία των Εθελοντών Διαδικτύου του ΠΑΣΟΚ για τον Συμμετοχικό Προϋπολογισμό. Ανάμεσα σε άλλα, η πρόκληση της εν λόγω δράσης είναι να προσφέρει ένα εργαλείο γνώσης και διαφάνειας για όλους και παράλληλα να ενδυναμώσει τη φωνή ειδικών ομάδων σε όλη την Ελλάδα (δημόσιοι υπάλληλοι, νέοι, φοιτητές, αγρότες κλπ) αναφορικά με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση του δημοσίου χρήματος.
Σε μια κίνηση μάλλον πρωτόγνωρη, για τα μέχρι τώρα ελληνικά πολιτικά πράγματα, ο Γιώργος Παπανδρέου πρότεινε στον επικεφαλής των Οικολόγων Πράσινων κ. Χρυσόγελο να αναλάβει το νεοσύστατο Υπουργείο Περιβάλλοντος. Έχει σημασία ότι αυτή η κίνηση έγινε μετά τη θριαμβευτική επικράτηση στις εκλογές και την επίτευξη άνετης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Δείχνει ότι επρόκειτο για έμπρακτη απόδειξη του ανοίγματος σε ευρύτερες δυνάμεις, παρά για κάποιο κοντόθωρο επικοινωνιακό τέχνασμα. Το πρώτο άνοιγμα λοιπόν έγινε και μάλιστα είχε ουσιαστικό και συμβολικό περιεχόμενο. Ουσιαστικό, γιατί όπως σημειώνει και ο Παναγιώτης Βρυώνης σαφώς ήδη υπάρχουν πολλά σημεία προγραμματικής ταύτισης ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και τους Οικολόγους Πράσινους. Συμβολικό, γιατί η Πράσινη Ανάπτυξη αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή για τη νέα κυβέρνηση.
Η απάντηση των Ο.Π ,όπως όλοι ξέρουμε, ήταν αρνητική και μάλιστα βασίζεται σε ένα αντιφατικό αιτιολογικό. Από τη μια αναφέρουν την απουσία προγραμματικού διαλόγου. Eνώ, από την άλλη, είδαμε σε τηλεοπτική δήλωση τον κ. Χρυσόγελο να επικαλείται την μη παρουσία του κόμματός του στο κοινοβούλιο, για να επηρεάζει από εκεί τις αποφάσεις ,ως σοβαρό λόγο για την άρνηση ανάληψης του Υπουργείου. Άρα, εύλογα μπορούμε να συμπεράνουμε, θυμούμενοι και παλιότερες δηλώσεις περί συνεργασιών σε περίπτωση εισαγωγής τους στη Βουλή και μη αυτοδυναμίας, ότι εάν οι Ο.Π τελικά ήταν στη Βουλή η απουσία προγραμματικού διαλόγου δεν θα τους εμπόδιζε να δεχτούν αυτή ή κάποια άλλη πρόταση.
Ας μη γελιόμαστε, ούτε η έλλειψη κοινοβουλευτικής παρουσίας μήτε το προγραμματικό πλαίσιο είναι οι πραγματικοί λόγοι αυτής της απόφασης. Η στάση των Οικολόγων Πράσινων είναι το αποτέλεσμα της έλλειψης στοιχειώδους ηγεσίας στους κόλπους τους. Είναι προφανές πως κυριάρχησε αβίαστα η άποψη του “Να αποκρούσουμε όπως-όπως την επίθεση φιλίας για να μην ενσωματωθούμε στο ΠΑΣΟΚ, για να μην διαλυθούμε”. Καμία εντύπωση δεν μου κάνουν οι παλαιοαριστερές αποχρώσεις στην επιχειρηματολογία όσων συμφωνούν με το όχι των Οικολόγων. Όμως, τη δεδομένη στιγμνή η συγκεκριμένη στάση μάλλον φαίνεται να διχάζει τον κόσμο των Ο.Π. Κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο. Ο ρεαλιστής ψηφοφόρος, αυτός που θέλει να δει τα πράγματα να προοδεύουν στην περιβαλλοντική πολιτική, δύσκολα θα συμφωνήσει με τους αντιφατικούς λόγους που επικαλέστηκαν. Δύσκολα θα πεισθεί ότι ήταν αδύνατον ο κ. Χρυσόγελος να εκφράσει από κυβερνητική θέση τη νέα αντίληψη για την Πράσινη Ανάπτυξη και παράλληλα το κόμμα του να συνεχίζει ανεμπόδιστο τις πρωτοβουλίες ανάπτυξης του πολιτικού του χώρου εκτός Βουλής.
Για να θυμηθώ και εγω τον μεγάλο Αλεξανδρινό.”Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε”. Χθές λοιπόν, το ‘Όχι’ ήταν και πάλι η σωστή επιλογή. Μόνο που οι Οικολόγοι Πράσινοι, δυστυχώς είπαν το λάθος όχι. Αρνήθηκαν την ανάληψη κυβερνητικής θέσης για το Υπουργείο Περιβάλλοντος, ενώ έπρεπε να πούν όχι σε μια φοβική, βαθιά συντηρική και ψευτοκινηματική αντίληψη που τελικά καθηλώνει κάθε ευρύτερη προοδευτική προοπτική.
Ενώ αναμένεται η δημοσίευση πιο αναλυτικών στοιχείων από το διακαναλικό exit poll που διενήργησαν από κοινού εταιρείες δημοσκοπήσεων, μπορούμε να βγάλουμε κάποια βασικά συμπεράσματα για τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009.
Πρώτον: Το ΠΑΣΟΚ πέτυχε μια θριαμβευτική νίκη. Σε αυτές τις εκλογές συνέβη αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν landslide. Είχαμε δηλαδή ένα σαρωτικό εκλογικό κύμα που ανέβασε το εθνικό ποσοστό του ΠΑΣΟΚ στο 44% (άνοδος +5,7% από το 2007) και συρρίκνωσε κυριολεκτικά τη ΝΔ στο ιστορικά χαμηλό 33,5% (πτώση 8% από το 2007). Η έκταση της διαφοράς των 10,4% ποσοστιαίων μονάδων οφείλεται στην απευθείας μετατόπιση ψηφοφόρων της ΝΔ πρός το ΠΑΣΟΚ που υπολογίζεται αρκετά πάνω από το 10% των ψηφοφόρων της του 2007. Το 44% είναι το 4ο υψηλότερο εθνικό του ποσοστό του ΠΑΣΟΚ στις 13 εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης.
Δεύτερον: Η δομή του εκλογικού αποτελέσματος, τόσο στην επικράτεια όσο και στις εκλογικές περιφέρειες, μοιράζεται κοινά στοιχεία τόσο με το 1981 όσο και με το 1993. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της ομοιότητας με το 1981 είναι η Ά Αθήνας στην οποία το ΠΑΣΟΚ είχε να έρθει πρώτο κόμμα από τότε. Το 1993, όπως είπαμε μια ημέρα πριν τις χθεσινές εκλογές, ήταν ένας καλός συμβουλευτικός οδηγός για την προσέγγιση του αποτελέσματος του 2009. Έχοντας το 1993 ως βάση και συνεκτιμόντας, λίγο αυθαίρετα, την πολιτική δυναμική και πραγματικά εκλογικά αποτελέσματα από τις πρόσφατες Ευρωεκλογές και προηγούμενες αναμετρήσεις κάναμε το Σάββατο μια εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος που με μικρές αποκλίσεις επιβεβαιώθηκε. Oι αποκλίσεις από τα πραγματικά ποσοστά του ΠΑΣΟΚ (0,9%), του ΚΚΕ (0,5%), του ΛΑΟΣ (0,4%), του ΣΥΡΙΖΑ (0,6%) και των ΛΟΙΠΩΝ (0,6%) είναι σε αρκετές περιπτώσεις (ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ) μικρότερες από τη μέση τιμή της εκτιμώμενης δύναμης των κομμάτων που έδωσε το διακαναλικό exit poll. Σε αυτή τη σύγκριση εξαιρείται το ποσοστό της ΝΔ στο οποίο όλοι έπεσαν έξω, προφανώς αδυνατώντας να πιστέψουν την έκταση της απόρριψής της από τους εκλογείς.
Τρίτον, ο δικομματισμός με την πολιτική αλλά και την εκλογική έννοια αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ως η βασική σταθερή αρχή του μεταπολιτευτικού συστήματος. Παρά τα όσα έχουν κατά καιρούς γραφτεί και ειπωθεί σε διάφορες αναλύσεις η πολιτική εναλλαγή μονοκομματικών κυβερνήσεων στην εξουσία λειτουργεί από το 1974 σταθερά και με βάση μικρότερους ή μεγαλύτερους σε διάρκεια κύκλους κυριαρχίας. Μόνη εξαίρεση το 1989-1990 λόγω της ιδιομορφίας του τότε εκλογικού νόμου. Ναί, φέτος ο δικομματισμός έφτασε στο ιστορικά χαμηλό όριο του 77,3% μειωμένος κατά 2,3% από το προηγούμενο αρνητικό του ‘ρεκόρ’ το 1996 (79,6%). Ναι, για πρώτη φορά από το 1974 παρατηρείται μια φθορά του δικομματισμού σε δύο συνεχόμενες αναμετρήσεις. Αυτή όμως η φθορά δεν είναι καθόλου προδιαγεγραμένο αυτή τη στιγμή αν θα εξελιχθεί στο μέλλον γραμμικά ή αν και πάλι θα διακοπεί από την ανάκαμψη του δικομματισμού, όπως ακριβώς συνέβη στις εκλογές του 2000. Τότε που τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ έφτασαν το 86,5% το οποίο αποτελεί σχεδόν την ιστορικά καλύτερη επίδοση του δικομματισμού καθώς απέχει μόλις 0,1% από το αξεπέραστο σκορ των πιο πολωμένων εκλογών της μεταπολίτευσης, εκείνων του 1985. Το κλειδί για την εκτίμηση της μελλοντικής δυναμικής του δικομματισμού βρίσκεται, που αλλού(;), στις πραγματικές πολιτικές επιδόσεις των δυο μεγάλων κομμάτων στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίοδο που μόλις ανοίγει και στις απαντήσεις που θα πάρουμε στα δυο ερωτήματα που βρίσκονται στο τέλος αυτού του ποστ .
Τέταρτον, φαίνεται πως η συμπεριφορά του ελληνικού εκλογικού σώματος περνά σε μια νέα φάση, αυτή των συχνών και ραγδαίων μεταστροφών στις επιλογές του. Η χρησιμότητα του εργαλείου της κομματικής και πραταξιακής ταύτισης ολοένα μειώνεται βάζοντας έτσι μια νέα και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποιοτική παράμετρο στον πολιτικό σχεδιασμό των επιτελείων. Η περιόδος που ξεκινά είναι, αν μη τι άλλο, γεμάτη προκλήσεις που θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε σε δύο ερωτήματα.
Ερώτημα πρώτο: Σε τι βαθμό θα καταφέρει το ΠΑΣΟΚ να εφαρμόσει το πρόγραμμά του σε βασικές περιοχές πολιτικής όπως η ανάταξη της οκονομίας, η αναμόρφωση του κράτους, η πράσινη ανάπτυξη , η κοινωνική πολιτική, η διεθνής παρουσία της Ελλάδας πετυχαίνοντας σχετικά γρήγορα μικρές ή μεγαλύτερες νίκες που θα απαντούν στις προσδοκίες του κόσμου που το εμπιστεύθηκε;
Ερώτημα δεύτερο: Μέχρι την εκλογή νέου προέδρου, αλλά κυρίως μετά από αυτήν, θα διαχειριστεί η κεντροδεξιά παράταξη την ιστορική αυτή ήττα με τρόπο που να βρεί το νήμα των λάθος επιλογών και να τις αναδείξει στο φως μιας σοβαρής ιδεολογικής συζήτησης που έχει χρόνια να γίνει στους κόλπους της;
Τα πολιτικά κόμματα σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, ιδιαίτερα τα αποκαλούμενα ‘κόμματα εξουσίας’, είναι οργανισμοί που ιστορικά καλούνται να αλλάζουν διαρκώς για να προσαρμόζουν την οργάνωση και τη λειτουργία τους στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του ευρύτερου περιβάλλοντός τους. Αυτή η αένεη προσαρμογή των κομμάτων υπόκειται σε ποικίλλες συνέχειες και ασυνέχειες που φαίνεται να είναι σε άμεση συνάρτηση με τη διάρκεια του εκλογικού κύκλου.
Οι πιο καινοτόμες και ριζοσπαστικές αλλαγές στα κόμματα, ανεξάρτητα από την πολιτική οικογένεια στην οποία ανήκουν, τείνουν να συμβαίνουν πολύ περισσότερο στα χρόνια που βρίσκονται στην αντιπολίτευση παρά όταν κυβερνούν.
Οι ουσιαστικές βάσεις ώστε το Εργατικό κόμμα της Μ. Βρετανίας να γίνει το Νέο Εργατικό κόμμα τέθηκαν όσο ακόμα διένυε τα πέτρινα χρόνια στην αντιπολίτευση. Αντίστοιχα, στις ΗΠΑ, οι Ρεπουμπλικάνοι μετά την πρόσφατη κυβερνητική εναλλαγή με τους Δημοκρατικούς του Ομπάμα χωρίς χρονοτριβές ξεκίνησαν την ανασυγκρότηση του κόμματός τους ευθύς αμέσως.
Στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ από το 2004 έως σήμερα έχει προχωρήσει σε σειρά αλλαγών με σημαντικότερη όλων την άμεση ανοικτή εκλογή του προέδρου από τα μέλη και τους φίλους με τον εκλογικό κατάλογο να παραμένει ανοικτός έως και την ώρα διεξαγωγής της ψηφοφορίας. Το ίδιο χρονικό διάστημα, οι διάφορες προσπάθειες αξιοποίησης του διαδικτύου και των νέων τεχνολογιών για την δημιουργία ενός μοντέλου ‘ανοικτού κόμματος’ είναι επίσης ενδεικτικές του συμπεράσματος ότι η πιο δυναμική φάση στη ζωή ενός κόμματος, σε ό,τι αφορά το ίδιο ως οργανισμό μη αφομοιωμένο από την κυβερνητική λογική και λειτουργία, συμβαίνει όσο δεν κυβερνά.
Θα έχει ενδιαφέρον αν το παραπάνω συμπέρασμα μπορεί να τεκμηριωθεί με περισσότερα εμπειρικά δεδομένα και από άλλες χώρες. Όσο όμως και αν ακούγεται αναμενόμενο και λογικό , άλλο τόσο οι κομματικές ηγεσίες δεν πρέπει να θεωρήσουν πως πρόκειται για κάποια φυσική και αναπότρεπτη πορεία των πραγμάτων. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα σε αυτή την κατεύθυνση το δίνει ο Μπαράκ Ομπάμα όταν μετεξέλιξε την καμπάνια του για την προεδρία από “Obama for President” σε “Organizing for America” ώστε οι υποστηρικτές του να αναλαμβάνουν δράσεις προώθησης της πολιτικής του στην κοινωνία.
Αργά ή γρήγορα, κάποια στιγμή το ΠΑΣΟΚ θα έρθει ξανά στην εξουσία. Τότε το στοίχημα θα είναι, εκτός από τη διαχείριση της διακυβέρνησης και την υλοποίηση των πολιτικών του δεσμεύσεων, κατά πόσο θα μπορεί να δωθεί συνέχεια, γιατί όχι και με μεγαλύτερη ένταση, στις καινοτομίες τις κομματικής λειτουργίας που ξεκίνησαν από τα χρόνια της πρόσφατης αντιπολίτευσης.
Αφορμή για αυτό το άρθρο στάθηκε η ανάγνωση της ομιλίας του Γιώργου Παπανδρέου στο θερινό πανεπιστήμιο της La Rochelee στη Γαλλία από την οποία παραθέτω το παρακάτω σχετικό απόσπαμα:
Χρησιμοποιούμε το διαδίκτυο, για να δούμε πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε διαδικτυακές κοινότητες. Περισσότερες συζητήσεις με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, περισσότερη συμμετοχή των γυναικών, των νέων και των μεταναστών.Νέες μορφές διαβούλευσης και συμμετοχή στην πλατφόρμα του κόμματος μας. Και εμφανώς προσπαθούμε να αλλάξουμε τη δομή του κόμματός μας, κάτι το οποίο τα περισσότερα από τα σοσιαλιστικά μας κόμματα, ιδιαίτερα της Ευρώπης, έχουν ακολουθήσει, από ένα πολύ συχνά κομμουνιστικό μοντέλο κόμματος, πολύ ιεραρχικό, πολύ γραφειοκρατικό και πολύ μονολιθικό.
H έλλειψη ρεαλιστικών προτάσεων και ο λαϊκισμός αποτελούν την πλέον κοινότοπη κριτική που δέχεται το ΠΑΣΟΚ στον πολιτικό διάλογο με τους όρους που αυτός διεξάγεται γύρω από τα ΜΜΕ. Όχι μόνο είναι εύκολη και ανέξοδη αυτού του είδους η επιφανειακή κριτική , αλλά είναι το λιγότερο οξύμορο να μιλούν για λαϊκισμό, όσοι ξοδεύουν ένα σεβαστό μέρος του χρόνου τους στην παραγωγή, αναπραραγωγή και σχολιασμό σεναρίων, υποτιθέμενων εξελίξεων και γενικότερα στη μικροπολιτική, σε βάρος μιας περισσότερο αντικειμενικής ανάλυσης της πραγματικής πολιτικής.
Μερικά εύλογα ερωτήματα.
Έχει τεκμηριώσει κάποιος αν και γιατί οι Πέντε Εθνικοί Στόχοι του σχεδίου του ΠΑΣΟΚ για τη Χώρα ,όπως αυτοί έχουν αναλυτικά και επανειλειμένα παρουσιαστεί από τον Παπανδρέου και αρμόδια στελέχη του ΠΑΣΟΚ, αποτελούν ή όχι μια ρεαλιστική πρόταση εξουσίας;
Έχει συζητηθεί επαρκώς στη δημόσια σφαίρα η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την Πράσινη Ανάπτυξη ώστε οι πολίτες που αύριο θα κληθούν να αποφασίσουν αν θα το εμπιστευθούν για να του δώσουν ευρεία πλειοψηφία, να το πράξουν μετά λόγου γνώσεως;
Ο σχετικός διάλογος είναι ανοικτός στο διαδίκτυο μέσα από την ειδική ιστοσελίδα του wikipolitics για την Πράσινη Ανάπτυξη . Αλλά όχι μόνο απο εκεί, καθώς πραγματικά ανοικτή διαβούλευση σημαίνει δυνατότητα, τεχνική και ουσιαστική, να μεταφέρει κανείς το διάλογο στο δικό του ηλεκτρονικό μέσο, να τον μοιραστεί ανοίγοντάς τον στο δικό του κοινό.
Πέρα από το να ‘παρουσιάζουν’ με τους συνηθισμένους τρόπους, φανταστείτε αν τα ΜΜΕ σε κάθε πολιτική πρόταση της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης που αποτυπώνεται σε κείμενο, βίντεο, ήχο κλπ, έδιναν κάποιου είδους, υπάρχουν πολλές, διαδραστική δυνατότητα ανταπόκρισης του κοινού μέσα από την ιστοσελίδα τους, φιλοξενώντας εκεί αυτούσιο το πρωτογενές υλικό.
Η δυνατότητα σχολίων του κοινού στο περιεχόμενο που ήδη ‘ανήκει’ στο μέσο θεωρείται καινοτομία και άνοιγμα στη νέα εποχή. Κι’ όμως δεν είναι. Είναι μόνο το διαδικτυακό ισοδύναμο του τηλεφωνήματος στο κανάλι και του, ακόμα πιο παλιού, γράμματος στον εκδότη. Η αληθινή καινοτομία θα ήταν να έλεγαν σε κάποια ιστοσελίδα τους: Ωρίστε τι λέει το δικό μας ρεπορτάζ για αυτό το θέμα. Να και τι λέει επίσημα η κυβέρνηση, το κόμμα, ο τάδε φορέας. Να και οι τρόποι που μπορείτε να πείτε τη γνώμη σας, να τα αξιολογήσετε κοκ.
Άν σκεφθεί κανείς αφαιρετικά κάπως έτσι θα έμοιαζε ο σύγχρονος ρόλος τους ώς φορείς πληροφόρησης των πολιτών για να μπορούν να λαμβάνουν ενημερωμένες επιλογές. Είμαστε άραγε κοντά και πόσο σε ένα τέτοιο μοντέλο;
Είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα υπευθυνότητας. Για την ακρίβεια εξαρτάται από την ποιότητα και την ένταση της δημόσιας ζήτησης και πίεσης για μια τέτοιου είδους υπευθυνότητα. Ο δρόμος μόνο εύκολος ή προφανής δεν είναι καθώς τα τελευταία 100 χρόνια όλη η ιστορία, η κοινωνιολογία και η κριτική των ΜΜΕ είναι γεμάτες από παραδείγματα της δύναμης που έχουν και ασκούν τα Μέσα χωρίς υπευθυνότητα.

Αποκαμωμένη από την οικονομική κρίση και την πληθώρα των καθημερινών προβλημάτων, η κοινωνία παρακολουθεί αναστατωμένη τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας των νέων και την τυφλή έκρηξη οργής των εξαθλιωμένων. Καθένας αντιδρά όπως μπορεί και ανάλογα με ό,τι αποθέματα ενέργειας του έχουν μείνει μιλάει, γράφει, ακούει, κλαίει, διαβάζει, φωνάζει, αδιαφορεί, σατιρίζει, φοβάται, καταστρέφει, σκέφτεται.
Κοινός παρανομαστής όλων των αντιδράσεων η βαθιά απογοήτευση από την πολιτική και η αβεβαιότητα για το μέλλον. Οι προοπτικές της χώρας γίνονται όλο και πιο δυσοίωνες από τη χρόνια συσσώρευση των σκανδάλων και των ατελείωτων λάθος επιλογών. Το χάος και η σύγχυση αξιών και προτεραιοτήτων στη δημόσια ζωή έχουν κάνει την όποια ελπίδα ακούγεται τώρα για το μέλλον, να φαίνεται λες και είναι μόνο ανακλαστική. Ελπίδα, δηλαδή, που στην καλύτερη περίπτωση είναι για το όνομα της ίδιας της ελπίδας και της τιμής των όπλων του φύσει και θέση αισιόδοξου ανθρώπου. Ελπίδα που είναι αόριστη σαν ψευτοστοχευμένη προπαγανδιστική αφίσα. Ελπίδα παλαιάς κοπής και αντιδραστική, χωρίς μελετημένο περιεχόμενο και νοήματα. Τέτοιου είδους ελπίδα κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στην πληγωμένη αγορά.
Από το Σάββατο και μετά ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του μοιάζουν με ζόμπι καθώς ο λόγος και οι κινήσεις τους μεταφέρουν την αποπνικτική, σαν την ατμόσφαιρα της Αθήνας, πολιτική τους αποσύνθεση. Αργά η γρήγορα τη λύση θα τη δώσουν οι πολίτες. Καθώς όμως εδώ και δυο μήνες γονιμοποιείται η νέα πολιτική εναλλαγή, ελπίζω βάσιμα αυτή τελικά να συμβεί ως αποτέλεσμα της έλλογης έγκρισης ενός σχεδίου, όχι οράματος, για μια νέα Ελλάδα με σαφείς στόχους και προτεραιότητες και όχι στη λογική του ώριμου φρούτου και της σανίδας σωτηρίας. Όσο πιο σύντομα μπορέσει να αρχίσει αυτή η συζήτηση τόσο το καλύτερο.
* Η φωτογραφία είναι του καλού μου φίλου Πέτρου Σανταμούρη, από το facebook

