Δι@ύγεια 2030

Σήμερα 1 Οκτωβρίου 2020 συμπληρώνονται 10 χρόνια από την έναρξη λειτουργίας της Δι@ύγειας. Η επέτειος είναι μια καλή αφορμή για αναστοχασμό σχετικά με τα 10 προηγούμενα χρόνια του εμβληματικού θεσμού αλλά και για οραματισμό για τα επόμενα 10 χρόνια. Όταν μιλάμε για τη Δι@ύγεια πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι είναι θεσμός με στόχο την ενάσκηση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του πολίτη και όχι απλά ένα ακόμα πληροφοριακό σύστημα του Δημοσίου. Η διάκριση αυτή είναι πολύ κρίσιμη για το μέλλον του θεσμού.

Το καλύτερο κείμενο που γνωρίζω να έχει γραφτεί για τη Δι@ύγεια δεν είναι άλλο από την αιτιολογική έκθεση που συνόδευε το τότε σχέδιο νόμου στη Βουλή. Όποιος επιθυμεί να αξιολογήσει τα 10 χρόνια της Δι@ύγειας και να σχεδιάσει τη Δι@ύγεια για το 2030 οφείλει να διαβάσει τις δύο πρώτες παραγράφους της αιτιολογικής έκθεσης. Ας τις θυμηθούμε:

Σκοπός του σχεδίου νόμου, με το οποίο εισάγεται η υποχρέωση ανάρτησης πράξεων των κυβερνητικών και διοικητικών οργάνων στο Διαδίκτυο, είναι η επίτευξη της μέγιστης δημοσιότητας της κυβερνητικής πολιτικής και της διοικητικής δράσης. Η ευρεία δημοσιότητα και η πρόσβαση στην πληροφορία που εξασφαλίζουν τα νέα μέσα διαδικτυακής επικοινωνίας διασφαλίζουν τη διαφάνεια της κρατικής δράσης και κατ’ αποτέλεσμα την υπευθυνότητα, την ευθύνη και τη λογοδοσία από την πλευρά των φορέων άσκησης της δημόσιας εξουσίας.

Η ευρεία διαδικτυακή δημοσιότητα ενισχύει τις πραγματικές δυνατότητες των πολιτών να απολαύσουν και να ασκήσουν τα συνταγματικά τους: πρωτίστως το δικαίωμα πληροφόρησης, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 Α παρ. 1 του Συντάγματος, και συνακόλουθα και τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα που συναρτώνται με ή και εξαρτώνται από την πληροφόρηση αυτή, όπως το δικαίωμα ανάπτυξης της προσωπικότητας, της συμμετοχής στην κοινωνική, οικο νομική και πολιτική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) αλλά και το δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας (άρθρο 5 Α παρ. 2 Σ).

Δεν είναι ασήμαντα όσα πέτυχε η Δι@ύγεια στα 10 πρώτα της χρόνια. Ας σταχυολογήσουμε μερικά:

  • Αύξησε την πρόσβαση στη δημόσια πληροφορία σχετικά με τις δράσεις της κυβέρνησης και της δημόσιας διοίκησης
  • Συνέβαλε ως ένα βαθμό στην αλλαγή των κοινωνικών αντιλήψεων σχετικά με την ανάγκη δημοσίευσης της δράσης όσων ασκούν δημόσια εξουσία
  • Έθεσε τα θεμέλια μιας κουλτούρας ανοιχότητας στα στελέχη του δημοσίου που επιφορτίζονται με τη λειτουργία τους
  • Αποτελεί εργαλείο δουλειάς για αρκετούς δημοσιογράφους

Αρκούν τα παραπάνω για να πούμε ότι, με μια γενναία λειτουργική αναβάθμιση του πληροφοριακού συστήματος που υποστηρίζει το θεσμό, η Δι@ύγεια υπηρετεί το σκοπό της; Όχι. Στα 10 χρόνια που μεσολάβησαν μπορεί η Δι@ύγεια να συνέβαλε στην αύξηση της διαφάνειας, όμως έχει πολλά ακόμα να πετύχει σε θέματα υπεύθυνης διακυβέρνησης, λογοδοσίας και δημόσιας συμμετοχής.

Πως θα γίνουν αυτά έως το 2030; Κάπως έτσι:

  • Με την πλήρη χαρτογράφηση και εξάλειψη όλων εκείνων των διατάξεων (συμπεριλαμβανομένων των COVID 19 ρυθμίσεων) που συνιστούν εξαιρέσεις από τον καινοτόμο κανόνα που ορίζει την ανάρτηση στο Διαδίκτυο ως όρο ισχύος της πράξεως/αποφάσεως
  • Με τη μελετημένη επέκταση του πεδίου εφαρμογής ώστε να συμπεριλαμβάνονται και έγγραφα όπως μελέτες, σημειώματα και εισηγήσεις τα οποία ενημερώνουν και οδηγούν στη έκδοση άλλων πράξεων και τη λήψη αποφάσεων. Η Δι@ύγεια μπορεί να ανασχεδιαστεί ώστε να είναι και σύστημα evidence based policy.
  • Με τη μελετημένη επέκταση των υπόχρεων φορέων ώστε να καλύπτονται δεδομένα ή και έγγραφα ιδιωτικών επιχειρήσεων οι δράσεις των οποίων επηρεάζουν το δημόσιο συμφέρον ιδίως σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υγείας, περιβάλλοντος και δημόσιας ασφάλειας
  • Με τη μελετημένη θεσμική συλλειτουργία με θεσμούς δημόσιας συμμετοχής όπως είναι η δημόσια διαβούλευση επί σχεδίων νόμων και τη συνακόλουθη τεχνολογική διαλειτουργία με το αντίστοιχο πληροφοριακό σύστημα opengov.gr

Advertisement

Όλοι μια ζωή την έχουμε

Στην πρώτη φάση της πανδημίας, από το lockdown τον περασμένο Μάρτιο έως την σταδιακή του άρση και την επανεκκίνηση της αγοράς τον Ιούνιο, το μήνυμα και ο στόχος ήταν για όλους ξεκάθαρα: Μένουμε σπίτι για να μην αρρωστήσουν πολλοί ταυτόχρονα. Μένουμε σπίτι για να μη παίξουμε το παιχνίδι του COVID-19. Μένουμε σπίτι να κερδίσουμε χρόνο για να δημιουργήσουμε περισσότερες θέσεις σε ΜΕΘ, να προμηθευτούμε εξοπλισμό, να προσλάβουμε προσωπικό στα νοσοκομεία, να βρούμε αποτελεσματικότερες θεραπείες.

Όλοι συμφωνούν ότι η αντιμετώπιση της πρώτης φάσης της πανδημίας στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Τα επιβεβαιωμένα κρούσματα σχεδόν μηδενίστηκαν. Οι θάνατοι ανά εκατομμύριο πληθυσμού ήταν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Το ίδιο και ο αριθμός των διασωληνομένων νοσηλευόμενων. Ο δείκτης μεταδοτικότητας του ιού «n» επίσης παρέμενε σε μη ανησυχητικό επίπεδο. Η όποια διάδοση της παραπληροφόρησης δεν φάνηκε ούτε στο ελάχιστο να απειλεί την κοινή προσπάθεια της κυβέρνησης, των αρμόδιων υπηρεσιών και, κυρίως, των πολιτών να εφαρμόσουν τα μέτρα και να πετύχουν τον στόχο να αντέξουμε τις πρωτόγνωρες συνθήκες της υγειονομικής κρίσης.

Στη δεύτερη φάση της πανδημίας, από το άνοιγμα του τουρισμού έως σήμερα, το σαφές μήνυμα και ο στόχος απουσιάζουν. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο η κυβέρνηση πορεύτηκε δίχως κεντρικό μήνυμα και συλλογικό στόχο για την αντιμετώπιση της πανδημίας σε συνθήκες ανοίγματος της οικονομίας σε τουριστική περίοδο με αποτέλεσμα να βαδίσουμε στη λογική του βλέποντας και κάνοντας. Μπορεί η κυβέρνηση να μην έχασε τα αντανακλαστικά της λαμβάνοντας ανάλογα με τις επιδημιολογικές συνθήκες περιοριστικά μέτρα κλιμακωτά και στοχευμένα. Ωστόσο, η έλλειψη μηνύματος και συλλογικού στόχου διέρρηξε την τόσο πολύτιμη πολιτική και κοινωνική αλληλεγγύη της πρώτης φάσης.

Τρανότερη απόδειξη για την έλλειψη μηνύματος και στόχου από το παιχνίδι των αλληλοκατηγοριών που παρακολουθούμε να εκτυλίσσεται στη δημόσια σφαίρα αυτό τον καιρό δεν υπάρχει. Ελλείψει σαφούς μηνύματος, γύρω από το οποίο θα όφειλαν όλοι να ρυθμίσουν τις συμπεριφορές τους προκειμένου να συγκλίνουν στον ίδιο στόχο, άρχισαν οι διαιρέσεις. Από τη μια οι φιλοκυβερνητικοί να υπερθεματίζουν στο λόγο περί ατομικής ευθύνης και να συμβολοποιούν τη μάσκα στιγματίζοντας τις συμπεριφορές των απείθαρχων νέων ή και νεανιζόντων. Από την άλλη οι αντικυβερνητικοί αμφισβητίες να καταγγέλλουν την αβελτηρία των διοικούντων που άνοιξαν χωρίς σχέδιο τη χώρα για την αύξηση των κρουσμάτων και του ρυθμού διάδοσης του ιού, ενώ αφήνω κατά μέρος την διάδοση ανεπιβεβαίωτων φημών και παραπληροφόρησης ως ειδική κατηγορία.

Γιατί τους τελευταίους 2 μήνες δεν έχουμε ξεκάθαρο μήνυμα και διακηρυγμένο στόχο για το άνοιγμα της χώρας; Περίμενε στα αλήθεια κανείς ότι θα βγαίναμε έξω και δεν θα είχαμε αύξηση των κρουσμάτων ή μήπως ήταν ρεαλιστικό να μην περιμένει νεανικό συνωστισμό στη Μύκονο και τη Χαλκιδική; Όποιος παρακολουθεί τους βασικούς δείκτες στην παγκόσμια εξέλιξη της πανδημίας εύκολα συμπεραίνει ότι παρά το άνοιγμα η Ελλάδα στέκεται αρκετά καλύτερα από τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο μέσο όρο. Το είπε άλλωστε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Το παιχνίδι των αλληλοκατηγοριών αποπροσανατολίζει από την πραγματικότητα. Όλοι μια ζωή την έχουμε. Και ο πειθαρχημένος μεσήλικας και ο αμφισβητίας νέος. Αντί για αλληλοκατηγορίες ας αλληλοβοηθηθούμε με κατανόηση γιατί όσα έρχονται μαζί θα τα περάσουμε.

Χρόνος καλοκαιρινός

Ανατολή πλησιάζοντας το Ηράκλειο, 2018.

Εδώ και κάποια χρόνια περνάω στην Κρήτη το κύριο μέρος των καλοκαιρινών διακοπών. Καλοκαίρι με το καλοκαίρι άρχισα να αισθάνομαι ότι το νησί αυτό ασκεί μια ισχυρή μαγνητική δύναμη στο σώμα και την ψυχή μου. Μια έλξη επιβλητική σαν τη γεωμορφολογία και ακατανίκητη σαν τη γοητεία των τοπίων της. Άρχισα να τη νιώθω σαν δύναμη χαράς που με καλούσε να της ανοιχθώ από τη στιγμή που αχνοφαίνονταν οι κορυφογραμμές της στον πρωινό ορίζοντα καθώς πλησίαζε το καράβι. Τη μέρα της αναχώρησης η ίδια μαγική δύναμη εμφορούνταν απο τη λύπη του αποχωρισμού.

Σαν σε δίπολο οργανώνονταν όλη η υπόλοιπη χρόνια σε τόπους άλλους. Από τη μια, η ελκυστική προοπτική της αισθητηριακής εμπειρίας του επόμενου Κρητικού καλοκαιριού, κι απο την άλλη η θλίψη της επίγνωσης της παροδικότητάς του πάντα να παραμονεύει. Σε μια διαρκή άνιση αντίστροφη μέτρηση ο χρόνος. Όταν είναι να πας μετράς με λύπη τους μήνες που απομένουν και όταν φτάνεις στις εβδομάδες τη σκυτάλη παίρνει η χαρά. Όταν είσαι πια εκεί καμαρώνεις λέγοντας έχω τόσες μέρες και μετά από λίγο τρομάζεις καθώς σώνονται σαν τη ζεστή ψιλή άμμο στην ανέμελη παλάμη. 

Φέτος είναι αλλιώτικα. Ίδια παραμένει η αίσθηση του ανοίγματος του εαυτού στις χαρές του νησιού. Η αγωνία, όμως, της προσωρινότητας και ο τρόμος της απώλειας έχουν δώσει τη θέση τους στην κάπως μεταφυσική αλλά και τόσο απλά βιωμένη εμπειρία οτι ήσουν πάντα εδώ. Ήσουν πάντα εδώ αν αφήσεις καθαρούς κι ανοιχτούς τους αισθητηριακούς σου υποδοχείς να συσσωρεύσουν βιώματα πορώδη με μνήμη που θα αναπνέουν μέσα σου. Ήσουν πάντα εδώ αρκεί να θες μια βόλτα σε όποιο λαβύρινθο σε επιλέξει δίχως μίτο ή GPS. Ήσουν πάντα εδώ τυχαία να συναντάς ταπεινούς ποιητές της καθημερινότητας να σκαρώνουν μαντινάδες απο το όλο και το τίποτα.

Το ευκολότερο πράγμα εδώ είναι να φτιάξεις τουριστικό οδηγό. Μια λίστα να απαριθμεί τα 20 tips, tricks & lifehacks για να περάσεις 20 θαυμάσιες μέρες εδώ. Είναι απλό: ξεκινάς και τελειώνεις τη μέρα σου ακούγοντας τις ανάγκες της ψυχής και του σώματος ακολουθώντας τα ερεθίσματα που απλόχερα θα σου προσφερθούν σε κάθε τοπωνύμιο. Στο τέλος κάθε μέρας κράτα σημειώσεις και νατος ο οδηγός σου. Δικός μου οδηγός δεν υπάρχει κι ούτε πρόκειται. Γιατί είμαι εδώ έχοντας ενώσει σε ενιαίο συνεχές τη χαρά της αντάμωσης με τη λύπη του αποχωρισμού. Κι αύριο που σωματικά δεν θα είμαι θα κουβαλώ το είμαι κι όχι το σαν να είμαι. Είναι ο έρωτας για ενα τόπο, για μια κατάσταση, για έναν άνθρωπο σαν τους πιο βαθιά αγαπημένους σου μουσικούς σκοπούς και στίχους. Θα τους έχεις πάντα μέσα σου να μπαίνουν στο autoplay σαν άγγελοι φύλακες στο πλευρό σου όποτε τους χρειαστείς. 

Η Διαύγεια, ο Ασάνζ και το μονοπώλιο στην άσκηση της διαφάνειας

Σκεφτείτε για λίγο ότι η Διαύγεια, το πληροφοριακό σύστημα όπου χιλιάδες δημόσιοι φορείς αναρτούν υποχρεωτικά τις αποφάσεις τους, δεν υπήρξε ποτέ. Ας υποθέσουμε τώρα ότι ένας έλληνας ακτιβιστής δημοσιογράφος δημιουργεί ιδιωτικά μια ηλεκτρονική πλατφόρμα στην οποία φιλοξενεί έγγραφα δημόσιων φορέων τα οποία διαρρέουν ανώνυμες πηγές. Αν αυτό το σενάριο σας θυμίζει το wikileaks του Τζούλιαν Ασάνζ  έχετε εν μέρει δίκιο. Στην Ελλάδα πολιτικοί όλων των παρατάξεων και δημοσιογράφοι συνομολογούν πόσο καλή είναι η Διαύγεια. Γιατί τότε όλες οι αμερικανικές κυβερνήσεις θεωρούν εχθρό έναν ιδιώτη που δημιούργησε μια παγκόσμια Διαύγεια φέρνοντας στο φώς έγγραφα δημόσιων και ιδιωτικών φορέων; Όπως η Διαύγεια φέρνει τη διαφάνεια στις κρατικές υποθέσεις και μαθαίνουμε, μεταξύ άλλων, ποιές δαπάνες αναλαμβάνει κάθε φορέας με δημόσια χρηματοδότηση, έτσι και ο Ασάνζ μέσω του wikileaks φέρνει στο φώς έγγραφα προμηθειών διπλωματικών υπηρεσιών, τηλεγραφήματα και emails που αφορούν την άσκηση δημόσιας εξουσίας με αντίκτυπο στις ζωές των πολιτών.

Ας αφήσουμε όμως τις προκλητικές ομοιότητες ανάμεσα στη λειτουργία ενός κρατικού πληροφοριακού συστήματος διαφάνειας και στη δράση ενός ακτιβιστή εκδότη όπως ο Ασάνζ. Ας εστιάσουμε σε όσα διακρίνουν το ένα σύστημα διαφάνειας από το άλλο. Αυτές οι διαφορές, ειδικά μετά την σύλληψη του Ασάνζ, είναι ιδιαίτερα διδακτικές για τη φύση και τα αποδεκτά όρια της διαφάνειας.

Η διαφάνεια είναι πολυσήμαντη έννοια με ιδιαίτερες δυσχέρειες στη θεωρητική της οριοθέτηση. Αποτελεί ταυτόχρονα και μέσο και σκοπό. Είναι μέσο καταπολέμησης της διαφθοράς. Είναι όμως και σκοπός όταν καταστατικά ταυτίζεται αφ εαυτής με τη χρηστή διακυβέρνηση. Αποτελεί ταυτόχρονα υποχρέωση και δικαίωμα. Υποχρέωση των ασκούντων εξουσία να αποκαλύπτουν τις ενέργειές τους περιορίζοντας τη σφαίρα της μυστικότητας. Δικαίωμα για τους πολίτες να γνωρίζουν τι πράττουν οι αντιπρόσωποι που εξουσιοδοτούν. Η διαφάνεια προβάλλει σαν μια νέα διάχυτη εξουσία με την έννοια ότι βρίσκεται συγκεχυμένη σε πολλούς φορείς οι οποίοι διεκδικούν να την ασκήσουν καθένας με τους δικούς του όρους. Μια εξουσία που φιλοδοξεί να επικαθορίσει την ποιότητα άσκησης των παραδοσιακών εξουσιών, του τύπου συμπεριλαμβανομένου.  Γιατί η διαφάνεια κακώς ταυτίζεται με την ελευθερία του τύπου. Η διαφάνεια είναι μια δύναμη αγνωστικιστική ως προς τις διευθετήσεις και τις ισορροπίες μεταξύ των υπολοίπων εξουσιών. Η διαφάνεια είναι μια εξουσία που αμφισβητεί και βρίσκεται υπό διαρκή αμφισβήτηση.

Τόσο τα κράτη όσο και διεθνείς οργανισμοί, οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών και ακτιβιστές εμφορούνται από την αξία της διαφάνειας και το δικαίωμα του πολίτη να γνωρίζει. Ωστόσο η οπτική και τα κίνητρά τους διαφέρουν. Τα κράτη διαχειρίζονται τα θέματα διαφάνειας όπως κάνουν επί αιώνες με κάθε είδους πολιτική. Θεσπίζοντας νόμους και μηχανισμούς που αυξάνουν το επίπεδο πρόσβασης των πολιτών στις πληροφορίες διατηρώντας όμως πάντα κάποια επίπεδα διαβαθμισμένης μυστικότητας. Οι διεθνείς οργανισμοί καλλιεργούν τη συνεργασία και την ανταλλαγή πρακτικών. Η κοινωνία πολιτών πιέζει για περισσότερη διαφάνεια. Οι ακτιβιστές παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους με ανατρεπτικές δράσεις όπως ο Ασάνζ.

Η ανοιχτή αρχιτεκτονική του διαδικτύου και οι τεχνολογίες κρυπτογράφησης καθιστούν τη διαφάνεια μια διανεμημένη εξουσία υπό την έννοια ότι καθένας μπορεί να αποκαλύψει οτιδήποτε ανα πάσα στιγμή φέρνοντας σε εξαιρετικά δυσχερή θέση κυβερνήτες, κυβερνήσεις, οργανισμούς και πρόσωπα κάθε τύπου. Αυτού του είδους η μη ελεγχόμενη διαφάνεια βρίσκεται σε σύγκρουση με την κρατική διαφάνεια όπως η Διαύγεια. Η διαφάνεια των ακτιβιστών εκδοτών όπως ο Ασάνζ  είναι βίαιη, απρόβλεπτη και εξαναγκασμένη. Η διαφάνεια των κρατών είναι ρυθμισμένη, προβλέψιμη και συναινετική. Η σύλληψη του Ασάνζ, η ενδεχόμενη έκδοσή του στις ΗΠΑ και η ικανοποίηση που προκαλούν αυτές οι εξελίξεις σε πλήθος κρατικών αξιωματούχων συναποτελούν ένα εμβληματικό στιγμιότυπο του ιδιότυπου πολέμου για τη διεκδίκηση των πρωτείων στη διαφάνεια. Με την παραδειγματική τιμωρία του Ασάνζ η κρατική εξουσία διεκδικεί με τον πλέον παραδοσιακό τρόπο το μονοπώλιο στην άσκηση μιας νέας μη παραδοσιακής εξουσίας. Το μονοπώλιο στην άσκηση της διαφάνειας.

Υπέρ της Ανοιχτής Επιστήμης

ΕΚ «Αθηνά» στο Athens Science Festival 2019. Συζήτηση για το θέμα της “Ανοικτής Επιστήμης


Είμαι υπέρ ενός ριζοσπαστικού κινήματος ανοιχτής επιστημής που θα σαρώσει τα πάντα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Η σχέση μου με την Ανοιχτή Επιστήμη ξεκίνησε όταν την υπερασπίστηκα σε μια δημόσια αντιπαράθεση, χωρίς τότε να έχω καταλάβει ότι τα επιχειρήματά που διατύπωνα συνηγορούσαν υπέρ της Ανοιχτής Επιστήμης και μιας υποκατηγορίας της όπως είναι η Επιστήμη των Πολιτών. Ήταν το μακρινό 2007 όταν με αφορμή τη διατύπωση μιας δημοσκοπικής ανάλυσης στην Καθημερινή ξεκίνησε μια σειρά αναρτήσεων, απαντήσεων και ανταπαντήσεων στο προσωπικό μου ιστολόγιο μεταξύ ενός δημοσκόπου και εμού. Στην τελευταία μου ανάρτηση συνόψισα την συζήτηση καταγράφοντας 3 σημεία όπου συμφωνήσαμε και άλλα δύο στα οποία θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε στο μέλλον. Αναφέρω τα δύο τελευταία

  1. Στην εποχή του διαδικτύου η μεθοδολογική διαφάνεια για μια εταιρία δημοσκοπήσεων δεν σταματά στις εκδόσεις της. Ο πολίτης μιας δημοκρατίας χρειάζεται ,τη στιγμή που διαβάζει αναλύσεις οπουδήποτε, να μπορεί να ανατρέξει στην ιστοσελίδα της εταιρίας και να πληροφορηθεί με τρόπο ευσύνοπτο την συγκεκριμένη μεθοδολογία που ακολουθεί η εκάστοτε έρευνα.
  2. Το ίδιο περίπου ισχύει και για τα αστάθμιστα στοιχεία και τα πρωτογενή δεδομένα που επίσης πρέπει να δημοσιεύονται.

12 χρόνια μετά από εκείνη τη συζήτηση ελάχιστα έχουν γίνει. Ελάχιστες εταιρίες αναφέρουν ανοιχτά τη μεθοδολογία των ερευνών τους. Η public issue αναφέρει διεξοδικά στο site της τη μεθοδολογία που ακολουθεί στην εκτίμηση ψήφου. Σε ό,τι αφορά την ανάρτηση των πρωτογενών δεδομένων των ερευνών ούτε λόγος. Μόνο η Διανέοσις ανεβάζει τα πρωτογενή δεδομένα των ερευνών της. Για σκεφτείτε πόσο πιο ενημερωμένος και υπεύθυνος θα ήταν ο δημόσιος διάλογος για την πολιτική εάν τα πρωτογενή δεδομένα των δημοσκοπήσεων διατίθενται ελεύθερα από τις εταιρίες. Μα είναι το προϊόν της δουλειάς μας, αυτό που μας κάνει ανταγωνιστικούς, θα αντιτείνουν οι ιδιοκτήτες τους. Υπάρχει αντίλογος; Προφανώς. Οι πολιτικές δημοσκοπήσεις έχουν εφήμερο χαρακτήρα. Αφήστε να περάσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Ένας, δύο, περισσότεροι μήνες, και αναρτήστε τα. Κανείς δεν ενδιαφέρεται. Αφήστε να το κρίνει η κοινωνία των πολιτών. Με ποιά λογική να το κάνουμε, τι θα κερδίσουμε; Η κοινή γνώμη είναι οιονεί κοινό αγαθό. Αν κοινή γνώμη είναι οι υπο διευρεύνηση γνώμες, οι στάσεις, οι πεποιθήσεις κάθε μέλους της κοινωνίας, τότε όσοι την ερευνούν έχουν ηθικό χρέος να επιστρέψουν τα πρωτογενή δεδομένα στην κοινωνία ως μέρισμα γνώσης. Δεν έχει τόσο να κάνει με το ποιός πληρώνει την έρευνα. Αλλά με το από που προέρχονται τα δεδομένα και σε τι αφορούν. Τα δεδομένα πηγάζουν από την κοινωνία και την αφορούν, Για αυτό πρέπει να είναι ανοιχτά και δημόσια.

Εφόσον υποστήριξα ότι ακόμα και ιδιωτικές εταιρίες που διεξάγουν έρευνες χρηματοδοτούμενες από ιδιωτικό χρήμα έχουν την ηθική υποχρέωση να επιστρέφουν στην κοινωνία το μέρισμα δεδομένων που συσσωρεύουν, σκεφτείτε πόσο επιτακτικό και αυτονόητο είναι κάτι τέτοιο για έρευνες και δεδομένα που γίνονται από δημόσιους φορείς ή και από δημόσιο χρήμα.

Στο τρίτο εθνικό σχέδιο δράσης για την ανοιχτή διακυβέρνηση 2016-2018 υπήρχε μια δέσμευση για την ανάρτηση μελετών με δημόσια χρηματοδότηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν παρέμβαση υπέρ της ανοιχτής επιστήμης. Ωστόσο διατυπώθηκε με τόση ασάφεια και η υλοποίησή της δεν προχώρησε καθόλου.

Αντίθετα, η Γαλλία στο πλαίσιο της OGP έχει εθνικό σχέδιο δράσης για την Ανοιχτή Επιστήμη. Κεντρικός στόχος: Η Γαλλία δεσμεύεται να κάνει τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνών ανοιχτά σε όλους: σε ερευνητές, εταιρίες και πολίτες.

Πρώτη δέσμευση: Γενίκευση της ανοιχτής πρόσβασης στις δημοσιεύσεις. Γιατί η επιστημονική έρευνα είναι κοινό αγαθό που πρέπει να μοιραστεί σε όλους.

Δεύτερη δέσμευση: Δόμηση των ερευνητικών δεδομένων με τρόπο ώστε να διαtεθούν με ανοιχτή πρόσβαση. Τα ερευνητικά δεδομένα αποτελούν την πρώτη ύλη της γνώσης. Ο διαμοιρασμός τους ανοίγει νέες ερευνητικές προοπτικές.

Τρίτη δέσμευση: Συμμετοχή της Γαλλίας στο Ευρωπαϊκό και διεθνές κίνημα της Ανοιχτής Επιστήμης. Η Γαλλία δεσμεύεται να κάνει την Ανοιχτή Επιστήμη καθημερινή κοινή πρακτική.

Καταλήγοντας: Η Ανοιχτή Επιστήμη μπορεί να λύσει σχεδόν όλα τα προβλήματα. Από την υγεία μέχρι την κλιματική αλλαγή και την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας. Στα ζητήματα της ανοιχτότητας έχουμε πέσει σε ένα φαύλο κύκλο στην Ελλάδα. Αδράνεια, έλλειψη πολιτικής βούλησης και μικροσυμφέροντα κυριαρχούν και μας στερούν όσα θα μπορούσαμε να καταφέρουμε από τις δυνατότητές μας. Το στοίχημα για την Ελλάδα είναι πως θα ενεργοποιήσουμε έναν ενάρετο κύκλο συνεργασίας, συμμετοχής και λογοδοσίας. Τρία πράγματα χρειάζονται επειγόντως. Πρώτον, ισχυρή πολιτική βούληση. Δεύτερον, ομάδες εργασίας με σχέδιο και γνώσεις. Τρίτον, οριζόντιοι, ανοιχτοί στην κοινωνία και θεσμικά κατοχυρωμένοι μηχανισμοί σχεδιασμού, εφαρμογής και παρακολούθησης δράσεων.

Πως μετριέται ο λαϊκισμός;

 © johnhain | Pixabay

Η έρευνα του Ινστιτούτου Timpro για τον «Δείκτη Απολυταρχικού Λαϊκισμού», την οποία παρουσιάζει στην Ελλάδα το ΚεΦιΜ, ήρθε να επιβαρύνει το ήδη καταθλιπτικό κλίμα που επικρατεί τον τελευταίο καιρό αναφορικά με τις προοπτικές της δημοκρατικής πολιτικής στην Ελλάδα. Η ζήτηση για απολυταρχικό λαϊκισμό εμφανίζεται πλειοψηφική καθώς όπως αναφέρει η έρευνα, σε δημοσίευμα της Καθημερινής, «η Ελλάδα είναι μία από τις 4 χώρες-μέλη της ΕΕ που η κυβέρνηση αποτελείται μόνο από λαϊκιστές», ενώ τα «λαϊκιστικά» κόμματα συγκέντρωσαν πάνω από το 50% των ψήφων στις τελευταίες εθνικές εκλογές του 2015». Όταν την ίδια στιγμή στην Ευρώπη ο δείκτης απολυταρχικού λαϊκισμού είναι 22,2% εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι εκτός από διεφθαρμένη (Δείκτης Αντίληψης Διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας) και δημοκρατικά ελλειμματική (Economist Democracy Index), η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στον λαϊκισμό και μάλιστα του απολυταρχικού είδους.

Πριν αναφερθώ σε ορισμένες ενστάσεις για την μεθοδολογία του Δείκτη Απολυταρχικού Λαϊκισμού του Timpro, επισημαίνω ότι όταν οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες καταπιάνονται με τη μέτρηση σύνθετων και αρκετά προκλητικών ιδεολογικών φαινομένων όπως ο λαϊκισμός έχουν ή θα έπρεπε να έχουν δύο στενά αλληλένδετους στόχους. Ο πρώτος είναι να προσφέρουν μια όσο το δυνατόν πιο ολιστική κατανόηση του υπό μελέτη φαινομένου έτσι ώστε, και εδώ είναι ο δεύτερος αλληλένδετος στόχος, να προκύπτουν εναργώς οι κατευθύνσεις είτε για τον περιορισμό των αρνητικών του επιδράσεων είτε για τη μεγιστοποίηση των δυνητικών του ωφελειών για το δημόσιο συμφέρον. Με την πιο πάνω συλλογιστική διάβασα τη μεθοδολογία, τα δεδομένα(.xls) και τα πορίσματα της έρευνας αλλά δεν μπορώ να πω ούτε ότι έγινα σοφότερος για την απήχηση του λαϊκισμού ούτε ότι έχω καλύτερη εικόνα για τις διαθέσιμες επιλογές αντιμετώπισης του φαινομένου.

Εν συντομία, ο δείκτης Απολυταρχικού Λαϊκισμού του Timpro καταγράφει την εκλογική απήχηση των κομμάτων τα οποία – βάσει της μεθοδολογίας του- κατατάσσει στα ακραία ή απολυταρχικά κόμματα της αριστεράς και της δεξιάς και αποδίδει σε αυτά τα ποσοστά διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με το ποσοστό των εδρών τους στη Βουλή και το βαθμό συμμετοχής τους στην κυβέρνηση. Έτσι οι ερευνητές του Timpro προσμετρούν τις ψήφους και την κατοχή αξιωμάτων αλλά σημειώνουν ότι αφήνουν εκτός πεδίου την επιρροή των «λαϊκιστικών» κομμάτων στην εφαρμοσμένη πολιτική. Επίσης, οι ερευνητές κατατάσσουν τα κόμματα του απολυταρχικού λαϊκισμού στις κατηγορίες «δεξιά» ή «αριστερά» και «ακραία» ή «απολυταρχικά». Αν ο διαχωρισμός σε αριστερά και δεξιά είναι λίγο πολύ θέμα αυτοπροσδιορισμού, για να χαρακτηριστεί ένα κόμμα απολυταρχικό αρκεί να μπορεί κάποιος να το χαρακτηρίσει αντι-φιλελεύθερο. Για να δώσουμε μερικά παραδείγματα, ο ΣΥΡΙΖΑ σύμφωνα με το Timpro είναι ένα απολυταρχικό αριστερόστροφο λαϊκιστικό κόμμα με ιδεολογία του το σοσιαλισμό και την αντι-παγκοσμιοποίηση, η Χρυσή Αυγή είναι ένα ακραίο εθνικιστικό νεοναζιστικό κόμμα της άκρας δεξιάς, το ΚΚΕ είναι ένα επίσης ακραίο κομμουνιστικό κόμμα της άκρας αριστεράς, οι ΑΝΕΛ είναι ένα απολυταρχικό κόμμα του εθνικού συντηρητισμού.

Με βάση τη μεθοδολογία αυτή τα μόνα ευρωπαϊκά κόμματα που θεωρούν οι ερευνητές ότι δεν είναι λαϊκιστικά είναι τα κεντρώα, κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα. Το γεγονός ότι η εφαρμοσμένη πολιτική βρίσκεται εκτός του πεδίου της έρευνας καθιστά το δείκτη προβληματικό και περιορίζει την αξία του. Ο λαϊκισμός στον λόγο και την πράξη των κομμάτων είναι διάχυτο φαινόμενο που διατρέχει οριζόντια το κομματικό σύστημα. Ας πάρουμε ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα εξόχως λαϊκιστικών πολιτικών θέσεων κομμάτων της εγχώριας πολιτικής σκηνής. Πόσο φιλελεύθερη ήταν η διολίσθηση της ΝΔ στον ακραίο εθνικιστικό λόγο κατά τις δημόσιες συζητήσεις για τη συμφωνία των Πρεσπών; Δεν είναι καραμπινάτος λαϊκισμός η διαφαινόμενη μείωση κατά 50% του ανταποδοτικού τέλους της ΕΡΤ μόλις γίνει κυβέρνηση η ΝΔ ώστε να ελαφρυνθεί ο ελληνικός λαός από τη χρηματοδότηση της δημόσιας τηλεόρασης; Ή μήπως δεν είναι γνήσιος συνωμοσιολογικός λαϊκισμός οι αναφορές του ΚΙΝΑΛ για το ρόλο του Σόρος στο Μακεδονικό;

Προφανώς και είναι. Ωστόσο, το ραντάρ της συγκεκριμένης έρευνας είναι προβληματικό γιατί αφήνει εκτός πεδίου την εφαρμοσμένη πολιτική. Υπάρχουν πολλά αυταρχικά κόμματα που στη θητεία τους ψήφισαν νόμους για την απόδοση ιθαγένειας σε μετανάστες, για το σύμφωνο συμβίωσης, για την αναδοχή και υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια; Με ποιό σκεπτικό η ψήφος των πολιτών που έδωσαν αυτή την εντολή θεωρείται ότι αυξάνει τη ζήτηση για απολυταρχικό λαϊκισμό; Γιατί αν εμμέσως πλην σαφώς θέλουν να μας πουν ότι για να αναχαιτιστεί ο λαϊκισμός, ο οποίος είναι σύνθετο ζήτημα που δεν χωρά μονοσήμαντες ερμηνείες, αρκεί οι πολίτες να επιλέξουν με την ψήφο τους κεντρώα, φιλελεύθερα, κεντροδεξιά ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα η πραγματικότητα τους διαψεύδει.

5 λόγοι για να γίνει debate

Κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση ο Αλέξης Τσίπρας προκάλεσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε τηλεοπτικό διάλογο για τη συμφωνία των Πρεσπών. Η ΝΔ αρνείται ένα τέτοιο debate σε αυτή τη χρονική συγκυρία και παραπέμπει στην προεκλογική περίοδο. Εδω υποστηρίζω ότι υπάρχουν τουλάχιστον 5 λόγοι για τους οποίους είναι καλό για τους πολίτες, τους θεσμούς, την εξυγίανση του δημόσιου διαλόγου να γίνει αυτό το debate:

  1. Όσο και να έχει φθαρεί η τηλεόραση, παραμένει ένα υπέροχο μέσο μαζικής ενημέρωσης του κοινού και ένα πρόγραμμα δομημένου διαλόγου όπως το ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών για ένα κορυφαίο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής θα βοηθήσει τον κόσμο να σχηματίσει πιο ολοκληρωμένη άποψη
  2. Πράγματι τα debates των πολιτικών αρχηγών είθισται να διεξάγονται σε προεκλογική περίοδο, καιρός είναι να θεσμοθετηθούν ως συχνότερος μηχανισμός δημόσιας λογοδοσίας σε μη προεκλογική περίοδο
  3. Όλοι συμφωνούν ότι η μορφή διεξαγωγής των προεκλογικών debates προσφέρει ελάχιστες γνώσεις και συγκινήσεις αλλά άφθονα χασμουρητά. Τα κομματικά επιτελεία στη χώρα μας είναι κατά κανόνα συντηρητικά και διστάζουν να υιοθετήσουν ένα πιο ζωντανό αντιπαραθετικό μοντέλο συζήτησης όπως π.χ σε Βρετανία, Γαλλία, Αμερική υπό το καθεστώς φόβου λίγες μέρες πριν την κάλπη. Τώρα που δεν βρισκόμαστε σε αμιγώς προεκλογική περίοδο είναι ευκαιρία να αλλάξει και αυτό.
  4. Να γίνουν δυο debates. Ένα στο ΣΚΑΙ με τον πρωθυπουργό και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και ένα στην ΕΡΤ με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς των δημοκρατικών κομμάτων. Επιτέλους να τελειώσουμε με την ντροπή του εμπάργκο.
  5. Η τελευταία φορά που θυμάμαι ηγέτη να αποφεύγει τηλεοπτική αντιπαράθεση με τον πολιτικό του αντίπαλο ήταν η περίπτωση άρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, με την τότε ΝΔ  να το εκμεταλλεύεται δημιουργώντας το διαφημιστικό με την αδειανή καρέκλα. Αυτή η αντιστροφή είναι ειρωνεία για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η Μέρκελ ως… Φαρλάκαινα

Η επίσκεψη Μέρκελ στην Αθήνα και η συνάντηση με τον Αλέξη Τσίπρα έχουν προκαλέσει ένα κύμα αντιδράσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με προφανή στόχο τη μείωση της αξίας που θα πιστωθεί η κυβέρνηση σε μια εξαιρετικά δύσκολη για εκείνη συγκυρία. Τον τόνο των αντιδράσεων έδωσε ένα βίντεο της Νέας Δημοκρατίας που παρουσιάζει αποσπάσματα από παλαιότερες δηλώσεις των Τσίπρα και Καμμένου για την καγκελάριο οι οποίες είναι σε πλήρη διάσταση 180 μοιρών με το σημερινό κλίμα. Η συνέχεια δόθηκε σε facebook και twitter όπου έγινε τρολ πάρτι με φωτογραφίες Τσίπρα και Μέρκελ συνοδεία επινοημένων μεταξύ τους διαλόγων. Η σατιρική αξία των περισσότερων είναι περιορισμένη. Δεν βγάζουν ιδιαίτερο γέλιο γιατί εκπέμπουν έντονα φθόνο και μνησικακία.  Αφήστε για λίγο στην άκρη το πως βρέθηκε σε αυτή τη θέση και σκεφτείτε: πόσοι πρωθυπουργοί από το 2009 έως σήμερα θα επιθυμούσαν να βρίσκονταν εκείνοι στην ευχάριστη θέση να τους απονέμει τα εύσημα ο πιό ισχυρός ηγέτης της Ευρώπης για την ολοκλήρωση των μνημονίων και τη συμβολή στην επίλυση ενός θέματος όπως το Μακεδονικό; Όλοι θα το ήθελαν.

Υπάρχει μια σκηνή της έργου του Δημήτρη Ψαθά  “Ξύπνα Βασίλη” της γνωστής ελληνικής ταινίας του 1969 όπου ο Αλέκος Αλεξανδράκης –  νυν πλούσιος επιχειρηματίας και πρώην αριστερός στο έργο – διαγωνίζεται σε ανταλλαγή φιλοφρονήσεων με την Τασσώ Καββαδία – πρώην μισητή εργοδότρια και νυν επικερδή συνεταίρο του. Πάντα σας εκτιμούσα κ. Φαρλάκου από τη μια, ω μα η δική μου εκτίμηση είναι μεγαλύτερη του απαντούσε η Φαρλάκου μπροστά στα μάτια του άτυχου Γιώργου Κωνσταντίνου που ξανακύλισε στην τρέλα. Πόσο γέλιο θα είχε ένα βίντεο με αυτή τη σκηνή με τον Τσίπρα στο σώμα του Αλεξανδράκη και τη Μέρκελ στο σώμα της Φαρλάκαινας. Για τον σαλταρισμένο Γιώργο Κωνσταντίνου δυσκολεύομαι να επιλέξω πρόσωπο. Πολλοί οι μνηστήρες του ρόλου.

DEMOCRACY INDEX 2018: Η υποχώρηση της δημοκρατίας στην Ελλάδα

Ο Δείκτης Δημοκρατίας του Economist Intelligence Unit που μόλις δημοσιεύτηκε για το 2018 δίνει μια συνοπτική εικόνα για την κατάσταση της δημοκρατίας για 165 χώρες του κόσμου. Ο δείκτης διακρίνει τα καθεστώτα σε πέντε τύπους. Τις πλήρεις δημοκρατίες – στις οποίες η Ελλάδα ανήκε έως το 2008 – τις ελαττωματικές δημοκρατίες  στις οποίες από το 2010 συγκαταλέγεται και η Ελλάδα- τα υβριδικά καθεστώτα και τέλος τα αυταρχικά. Πρόκειται για ένα σύνθετο δείκτη αποτελούμενο από 5 κατηγορίες: εκλογική διαδικασία και πλουραλισμός, πολιτικές ελευθερίες, λειτουργία της διακυβέρνησης, πολιτική συμμετοχή, και πολιτική κουλτούρα.

Σύμφωνα με την έκθεση η κατάσταση της δημοκρατίας στον πλανήτη επιδεινώνονταν σταθερά τα τρία τελευταία χρόνια. Το 2018 η υποχώρηση της δημοκρατίας ανακόπτεται χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σημειώνεται πρόοδος σε παγκόσμια κλίμακα.  Στη Δυτική Ευρώπη, ωστόσο, ο Δείκτης Δημοκρατίας μειώθηκε κατά τι για τρίτη συνεχή χρονιά στο 8,35 από το 8,38 του 2017. Μόνο τρεις χώρες βελτίωσαν τη βαθμολογία τους στην Ευρώπη: Φινλανδία, Γερμανία και Μάλτα. Τρεις χώρες σημείωσαν χειρότερη επίδοση από πέρυσι: Τουρκία, Ιταλία και Αυστρία. Για άλλη μια φορά καμία από τις χώρες που συγκαταλέγονται στις ελαττωματικές δημοκρατίες: Ιταλία, Πορτογαλία, Γαλλία, Βέλγιο, Κύπρος και Ελλάδα δεν κατάφεραν να ανέβουν στην κατηγορία των πλήρως δημοκρατικών χωρών.

Με τη βαθμολογία της στο 7,29 η Ελλάδα βρίσκεται στην 20η θέση στις 21 χώρες της Δυτικής Ευρώπης, μπροστά μόνο από το υβριδικό καθεστώς της Τουρκίας, και στην 39η σε σύνολο 165 χωρών. Τι σημαίνει ότι η δημοκρατία είναι ελαττωματική; Σύμφωνα με τον ορισμό του Economist Intelligence Unit:

“Αυτές οι χώρες έχουν όπως και οι πλήρεις δημοκρατίες ελεύθερες και δίκαιες εκλογές και, παρά την ύπαρξη προβλημάτων (όπως παραβιάσεις της ελευθερίας των ΜΜΕ), οι βασικές πολιτικές ελευθερίες είναι σεβαστές. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες σε άλλες όψεις της δημοκρατίας που συμπεριλαμβάνουν προβλήματα στη διακυβέρνηση, μια υπανάπτυκτη πολιτική κουλτούρα και χαμηλά επίπεδα πολιτικής συμμετοχής.”

Αν ο παραπάνω ορισμός ακούγεται να περιγράφει πιστά τη χώρα μας είναι γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει. Είναι ανησυχητική η βαθμολογία του 7,29 για την ποιότητα της Δημοκρατίας στην Ελλάδα;  Χωρίς αμφιβολία ναι. Το γεγονός ότι μαζί με εμάς βρίσκονται στην κατηγορία των “ελαττωματικών δημοκρατιών” εμβληματικές χώρες των δημοκρατικών ελευθεριών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού όπως οι ΗΠΑ με 7,96 και η Γαλλία με 7,80 δεν αποτελεί άλλοθι εφησυχασμού.

Η μεγαλύτερη πτώση στους επιμέρους δείκτες αφορά στη λειτουργία της διακυβέρνησης. Το 2006 η Ελλάδα είχε 7,50 στο σχετικό δείκτη ενω σήμερα μόλις 5,36. Η υποχώρηση οφείλεται κυρίως στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και του καθεστώτος των μνημονίων στη δημοκρατική διακυβέρνηση. Το γεγονός ότι ξένες δυνάμεις, οι δανειστές εν προκειμένω, καθορίζουν σημαντικές κυβερνητικές λειτουργίες και πολιτικές επιβάλλοντας στη χώρα κάποια χαρακτηριστικά προτεκτοράτου συνυπολογίζεται στη βαθμολογία. Το ίδιο ισχύει και για την απουσία ουσιαστικών μηχανισμών λογοδοσίας, την έλλειψη διαφάνειας και ανοιχτότητας, τη διάχυτη διαφορά, την απροθυμία και το έλλειμμα ικανότητας της δημόσιας διοίκησης να εφαρμόσει δημόσιες πολιτικές, την κατάρρευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα και τη δημόσια αντίληψη του βαθμού ελευθερίας των πολιτών να επιλέξουν και να ελέγξουν την ίδια τους τη ζωή.

Αρκετά από τα παραπάνω καταγράφηκαν και από τη World Values Survey για την Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια βαθμιαία στο χρόνο υποχώρηση της δημοκρατικότητας στην Ελλάδα η οποία δεν συντελέστηκε από τη μια στιγμή στην άλλη. Αφορά τα πεπραγμένα και τις παραλείψεις όλων των κυβερνήσεων από το 2010. Μέσα σε 9 χρόνια εκτός από ένα τεράστιο μέρος του ΑΕΠ έχει τρωθεί και σημαντικό δημοκρατικό κεκτημένο η αποκατάσταση του οποίου επείγει να αρχίσει άμεσα. Έτσι κι αλλιώς απαιτεί εντατική προεργασία και θα πάρει αρκετό χρόνο να αποδώσει για να καλύψουμε το χαμένο έδαφος.

4 + 1 ερωτήματα για την κυβέρνηση μειοψηφίας

Επανήλθε το σενάριο για κυβέρνηση μειοψηφίας μετά τη βέβαιη αποχώρηση των ΑΝΕΛ από την κυβέρνηση σε περίπτωση που υπερψηφιστεί από τη Βουλή η συμφωνία των Πρεσπών. Επειδή μέσα στο γενικότερο κλίμα πόλωσης και σύγχυσης που επικρατεί εκφράζονται υπερβολές και φόβοι που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, θα επιχειρήσω να θέσω και να απαντήσω 3 +1 ερωτήματα για την κυβέρνηση μειοψηφίας. Πάμε λοιπόν:

Τι είναι;

Κυβέρνηση μειοψηφίας έχουμε όταν ένα κόμμα ή συνασπισμός ή συμμαχία κομμάτων κυβερνά χωρίς να έχει την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Το φαινόμενο της κυβέρνησης μειοψηφίας εμφανίζεται είτε αμέσως μετά τις εκλογές – όπως συνέβη το 2017 στη Μεγάλη Βρετανία, είτε στη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου μετά από πτώση της κυβέρνησης – όπως στην Ισπανία το 2018 ή και στο Βέλγιο όπου η κυβέρνηση έχασε την πλειοψηφία. Μια κυβέρνηση μειοψηφίας παραμένει στην εξουσία για όσο διάστημα κατορθώνει να υπερψηφίζει νομοσχέδια με την υποστήριξη ή την ανοχή κομμάτων και βουλευτών στη Βουλή υπό την προϋπόθεση ότι η μη εμπιστοσύνη της Βουλής δεν διαπιστώνεται σε ψηφοφορία για πρόταση δυσπιστίας. Σε αυτό το ενδεχόμενο η κυβέρνηση μειοψηφίας πέφτει και σχηματίζεται νέα από την παρούσα ή την επόμενη Βουλή.

Είναι νόμιμη;

Απολύτως. Αυτή τη στιγμή κυβερνήσεις μειοψηφίας έχουμε ακόμα στις πιο προηγμένες φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες όπως η Δανία στην οποία οι περισσότερες κυβερνήσεις από το 1982 είναι τέτοιου τύπου. Στην μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν έχει εμφανιστεί ακόμα κυβέρνηση μειοψηφίας. Ωστόσο, το Σύνταγμά μας στο άρθρο 84 για την αρχή της δεδηλωμένης, στην παράγραφο 6, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο κυβέρνησης μειοψηφίας καθώς προβλέπει ότι η πρόταση εμπιστοσύνης μπορεί να γίνει αποδεκτή αν συγκεντρώσει έστω και 120 ψήφους. Σε αυτό το σημείο η λογική του Συντάγματος τάσσεται υπέρ της κυβερνητικής σταθερότητας.

Είναι πιθανή;

Περισσότερο από ποτέ άλλοτε στο παρελθόν καθώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αποχώρησης των ΑΝΕΛ και της διαφαινόμενης υπερψήφισης της συμφωνίας των Πρεσπών σε Σκόπια και Αθήνα. Βέβαια, λόγω του πρωθυπουργοκεντρικού πολιτικού συστήματος η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει στον κ. Τσίπρα. Επομένως το αν οδηγηθούμε σε κυβέρνηση μειοψηφίας θα εξαρτηθεί από τη στάθμιση για τον καταλληλότερο χρόνο των εκλογών που θα κάνει ο πρωθυπουργός.

Είναι επικίνδυνη;

Ας σταματήσει κάποτε ο πλειοδοτικός διαγωνισμός κινδυνολογίας. Οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν υπονομεύονται από την τυπική εφαρμογή των Συνταγματικών διατάξεων. Η λειτουργία των θεσμών υποσκάπτεται από την καθημερινή δηλητηρίαση του πολιτικού κλίματος με δραματοποιημένες, υπερβολικές και εμπρηστικές δηλώσεις που διχάζουν τους πολίτες, τροφοδοτούν τον αριστερό και δεξιό λαϊκισμό και τελικά εμπεδώνουν την κρίση εμπιστοσύνης στη δημοκρατία προς όφελος των πραγματικών της εχθρών.

Ποιόν συμφέρει;

Η εύκολη απάντηση είναι τον Τσίπρα. Ο πρωθυπουργός, κατά τα φαινόμενα, θα ξεφορτωθεί τον Καμμένο και τους ΑΝΕΛ. Θα παρατείνει τη διάρκεια ζωής μιας νέας και – πιθανώς- προοδευτικότερης σύνθεσης κυβέρνησης  μέχρι το φθινόπωρο εφόσον το επιθυμεί. Θα επιχειρήσει να καταστεί ο ίδιος το επίκεντρο κάθε προσπάθειας ανασυγκρότησης των δυνάμεων μιας αντιδεξιάς παράταξης για την επόμενη μέρα των εκλογών. Ναι; Όχι ακριβώς. Τα τελευταία δείγματα γραφής στη λειτουργία της κυβέρνησης από τα πιο σημαντικά όπως η διαχείριση κρίσεων (Φωτιά στο Μάτι), τα μεσαίας σημασίας (χρίσμα σε μέτριους και αμιγώς κομματικούς υποψηφίους στους Δήμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης) έως τα χαμηλής σημασίας ζητήματα (επίσκεψη Τσίπρα στο μετρό Θεσσαλονίκης) έχουν απογοητεύσει και σπείρει τις αμφιβολίες και στους ίδιους του τους οπαδούς. Επομένως δεν είναι καθόλου βέβαιο σε τι θα ωφελήσει η παράταση ζωής μιας κυβέρνησης που εκφυλίζεται χωρίς συμμάχους, και δίχως την πλειοψηφική ευχέρεια να νομοθετεί.