Εκλογές, Δημοσκοπήσεις και Aνοικτά Συστήματα

Μια φορά και έναν καιρό, όταν ελλείψει τηλεόρασης η μετάδοση των εκλογικών αποτελεσμάτων γινόταν από το ραδιόφωνο, κάποιοι πατεράδες έβαζαν τα παιδιά τους να κρατούν σημειώσεις των ποσοστών που έλεγε ο εκφωνητής. Αργότερα,  όταν εγκαταστάθηκε για τα καλά η τηλεόραση στα νοικοκυριά η βραδυά των εκλογών άλλαξε ριζικά. Οι νέοι αποδεσμεύθηκαν από  το πληκτικό έργο της καταγραφής και όλη η οικογένεια πλέον παρακολουθούσε με άνεση τους πίνακες του Υπουργείου Εσωτερικών.

Λίγο μετά, στο γύρισμα της δεκατίας του 80′ και στις πρώτες αναμετρήσεις της δεκαετίας του 1990, ήρθαν τα πρώτα exit polls που σε συνδυασμό με τις αναλύσεις και εκτιμήσεις του Ηλία Νικολακόπουλου έφεραν νεωτερικό άρωμα στην εμπειρία παρακολούθησης των εκλογικών αποτελεσμάτων. Τα χρόνια πέρασαν. Τα exit polls έγιναν ρουτίνα, με όλες τις επιτυχίες και τις μικρές ή μεγαλύτερες αποτυχίες που τα συνοδεύουν.

Σήμερα, οι τεχνικές μετάδοσης της ροής αποτελεσμάτων είναι ταχύτερες. Εισάγονται νέα αποκεντρωμένα και ασφαλή συστήματα μετάδοσης όπως το SRT που χρησιμοποιήθηκε πιλοτικά φέτος. Για πρώτη φορά μάλιστα, είχαμε σύμπραξη αρκετών εταιριών δημοσκοπήσεων για ένα κοινό exit poll που μεταδόθηκε διακαναλικά, εκτός απο το STAR και το SKAI που το καθένα διενήργησε το δικό του. Όσο περνά ο καιρός ένα πράγμα γίνεται όλο και πιο βέβαιο. H εμπειρία της διενέργειας και της  παρακολούθησης της εκλογικής διαδικασίας αλλάζει, ενώ το διαδίκτυο και οι νέες τεχνολογίες είναι οι παράγοντες που οδηγούν αυτή την αλλαγή.

Ωστόσο, οι τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες. Πράγμα που σημαίνει πως διόλου αυτονότητο είναι πως η τεχνολογία υπηρετεί πάντα με τον καλύτερο τρόπο το δημόσιο συμφέρον σε ό,τι αφορά την οργάνωση και παρουσίαση της εκλογικής διαδικασίας.

Ας δούμε τρια σημεία που δεν τα πρόσεξαν πολλοί:

Πρώτον, για κάποιο λόγο οι τηλεοπτικοί σταθμοί είχαν ταχύτερη πρόσβαση στην πιο πρόσφατη ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων από ό,τι το διαδίκτυο. Η ενημέρωση του διαδικτυακού τόπου http://ekloges.ypes.gr ήταν πολύ πιο αργή, όπως πιθανότατα διαπίστωσαν όσοι παρακολουθούσαν και συνέκριναν, την ίδια στιγμή, τη ροή αποτελεσμάτων από το διαδίκτυο και από κάποιον τηλεοπτικό σταθμό.

Δεύτερον, δεν φαίνεται να έγινε δημόσια διακριτή η ροή των εισερχόμενων αποτελεσμάτων από το σύστημα SRT, καθότι αυτά προφανώς περιέχονταν μόνο στην συνολική ενσωμάτωση. Βέβαια, το SRT βασίστηκε σε κάποιο δείγμα εκλογικών τμημάτων. Όμως, όσο και αν με κάποια παραδοσιακά κριτήρια ωφελιμότητας ακούγεται περιττό,  θα είχε ενδιαφέρον να υπήρχε μια πρόσθετη ροή μόνο από αυτά τα τμήματα. Επίσης, αν δεν κάνω λάθος, για πρώτη φορά γύρω στις 10.00 το βράδυ είδαμε το Υπουργείο Εσωτερικών σε συνεργασία με τη Singular να δίνουν εκτίμηση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος βάση της οποίας (;) έγινε διόρθωση της εκτίμησης του διακαναλικού exit poll. Θα είχε επίσης μεγάλο ενδιαφέρον να γραφόντουσαν κάπου δημόσια μερικές γραμμές για τη μεθοδολογία που προέκυψε αυτή η εκτίμηση.

Τρίτον, κάποια exit polls, συγκεκριμένα το διακαναλικό, πήγαν ελαφρώς καλύτερα πιάνοντας οριακά το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ (στο ανώτερο όριο του διαστήματος) χάνοντας όμως το πραγματικό ποσοστό της ΝΔ (απόκλιση 1 μονάδα από το κατώτερο όριο του διαστήματος), ενώ κάποια άλλα όπως της Public Issue για το ΣΚΑΙ έπεσαν έξω και για τα δύο μεγάλα κόμματα.  Δύο μέρες μετά τις εκλογές και τα αναλυτικά στοιχεία από τα exit polls δεν είναι δημοσιευμένα πουθενά. Πιθανώς να χρειαστεί να περιμένουμε κάποιες μέρες ακόμα, για να τα δούμε σε κάποιο έντυπο αφιέρωμα εφημερίδας για τις εκλογές. Όμως αυτό δεν είναι το θέμα.

Το θέμα είναι πως εκσυχρονίζουμε συνολικά την εμπειρία της εκλογικής διαδικασίας ώστε να υπηρετεί καλύτερα το δημόσιο συμφέρον. Ένα ανοικτό μοντέλο υλοποίησης των επι μέρους συστατικών που αποτελούν την εμπειρία της εκλογικής διαδικασίας είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα σ’αυτή την κατεύθυνση. Αυτό που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι ότι δεν χρειάζεται αναγκαστικά να κοιτάξουμε πολύ μακριά για να δούμε ιδέες και κάποια πρώτα παραδείγματα.

Η εκλογή προέδρου στο ΠΑΣΟΚ το 2007 έδειξε πως μέσα από μια ανοικτή διαδικασία μπορεί να δημιουργηθεί ένα αξιόπιστο σύστημα διαπίστευσης ψηφοφόρων και μετάδοσης αποτελεσμάτων.

Η προσπάθεια αποστολής και σε πραγματικό χρόνο απεικόνισης των αποτελεσμάτων από εκλογικούς αντιπροσώπους του ΠΑΣΟΚ στις πρόσφατες εκλογές, με όλα της τα προβλήματα, έδειξε την πρακτική αξία των ανοικτών συστημάτων στη συμμετοχή και τη διαφάνεια.

Η διαδικτυακή συζήτηση που είχα κάποτε με τον Γιάννη Μαυρή για τη μεθοδολογία και τη διαφάνεια στις δημοσκοπήσεις είναι ακόμα επίκαιρη καθώς η ζήτηση για ανοικτά δημόσια δεδομένα από δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις διαδίδεται ευρύτερα.

Advertisements

Εκλογές 2009: Αποτίμηση αποτελέσματος και 2 ερωτήματα για το νέο πολιτικό σκηνικό

Ενώ αναμένεται η δημοσίευση πιο αναλυτικών στοιχείων από το διακαναλικό exit poll που διενήργησαν από κοινού εταιρείες δημοσκοπήσεων, μπορούμε να βγάλουμε κάποια βασικά συμπεράσματα για τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009.

Πρώτον: Το ΠΑΣΟΚ πέτυχε μια θριαμβευτική νίκη. Σε αυτές τις εκλογές συνέβη αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν landslide. Είχαμε δηλαδή ένα σαρωτικό εκλογικό κύμα που ανέβασε το εθνικό ποσοστό του ΠΑΣΟΚ στο 44% (άνοδος +5,7% από το 2007) και συρρίκνωσε κυριολεκτικά τη ΝΔ στο ιστορικά χαμηλό 33,5% (πτώση 8% από το 2007).  Η έκταση της διαφοράς των 10,4% ποσοστιαίων μονάδων οφείλεται στην απευθείας μετατόπιση ψηφοφόρων της ΝΔ πρός το ΠΑΣΟΚ που υπολογίζεται αρκετά πάνω από το 10% των ψηφοφόρων της του 2007. Το 44% είναι το 4ο υψηλότερο εθνικό του ποσοστό του ΠΑΣΟΚ στις 13 εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης.

Δεύτερον: Η δομή του εκλογικού αποτελέσματος, τόσο στην επικράτεια όσο και στις εκλογικές περιφέρειες,  μοιράζεται κοινά στοιχεία τόσο με το 1981 όσο και με το 1993. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της ομοιότητας με το 1981 είναι η Ά Αθήνας στην οποία το ΠΑΣΟΚ είχε να έρθει πρώτο κόμμα από τότε. Το 1993, όπως είπαμε μια ημέρα πριν τις χθεσινές εκλογές, ήταν ένας καλός συμβουλευτικός οδηγός για την προσέγγιση του αποτελέσματος του 2009. Έχοντας το 1993 ως βάση και συνεκτιμόντας, λίγο αυθαίρετα, την πολιτική δυναμική και πραγματικά εκλογικά αποτελέσματα από τις πρόσφατες Ευρωεκλογές και προηγούμενες αναμετρήσεις κάναμε το Σάββατο μια εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος που με μικρές αποκλίσεις επιβεβαιώθηκε. Oι αποκλίσεις από τα πραγματικά ποσοστά του ΠΑΣΟΚ (0,9%), του ΚΚΕ (0,5%), του ΛΑΟΣ (0,4%), του ΣΥΡΙΖΑ (0,6%) και των ΛΟΙΠΩΝ (0,6%) είναι σε αρκετές περιπτώσεις (ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ) μικρότερες από τη μέση τιμή της εκτιμώμενης δύναμης των κομμάτων που έδωσε το διακαναλικό exit poll. Σε αυτή τη σύγκριση εξαιρείται το ποσοστό της ΝΔ στο οποίο όλοι έπεσαν έξω, προφανώς αδυνατώντας να πιστέψουν την έκταση της απόρριψής της από τους εκλογείς.

Τρίτον, ο δικομματισμός με την πολιτική αλλά και την εκλογική έννοια αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ως η βασική σταθερή αρχή του μεταπολιτευτικού συστήματος. Παρά τα όσα έχουν κατά καιρούς γραφτεί και ειπωθεί σε διάφορες αναλύσεις η πολιτική εναλλαγή  μονοκομματικών κυβερνήσεων στην εξουσία λειτουργεί από το 1974 σταθερά και με βάση μικρότερους ή μεγαλύτερους σε διάρκεια κύκλους κυριαρχίας. Μόνη εξαίρεση το 1989-1990 λόγω της ιδιομορφίας του τότε εκλογικού νόμου. Ναί, φέτος ο δικομματισμός έφτασε στο ιστορικά χαμηλό όριο του 77,3% μειωμένος κατά 2,3% από το προηγούμενο αρνητικό του ‘ρεκόρ’ το 1996 (79,6%). Ναι, για πρώτη φορά από το 1974 παρατηρείται μια φθορά του δικομματισμού σε δύο συνεχόμενες αναμετρήσεις. Αυτή όμως η φθορά δεν είναι καθόλου προδιαγεγραμένο αυτή τη στιγμή αν θα εξελιχθεί στο μέλλον γραμμικά ή αν και πάλι θα διακοπεί από την ανάκαμψη του δικομματισμού, όπως ακριβώς συνέβη στις εκλογές του 2000. Τότε που τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ έφτασαν το 86,5% το οποίο αποτελεί σχεδόν την ιστορικά καλύτερη επίδοση του δικομματισμού καθώς απέχει μόλις 0,1% από το αξεπέραστο σκορ των πιο πολωμένων εκλογών της μεταπολίτευσης, εκείνων του 1985. Το κλειδί για την εκτίμηση της μελλοντικής δυναμικής του δικομματισμού βρίσκεται, που αλλού(;), στις πραγματικές πολιτικές επιδόσεις των δυο μεγάλων κομμάτων στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίοδο που μόλις ανοίγει και στις απαντήσεις που θα πάρουμε στα δυο ερωτήματα που βρίσκονται στο τέλος αυτού του ποστ .

Τέταρτον, φαίνεται πως η συμπεριφορά του ελληνικού εκλογικού σώματος περνά σε μια νέα φάση, αυτή των συχνών και ραγδαίων μεταστροφών στις επιλογές του. Η χρησιμότητα του εργαλείου της κομματικής και πραταξιακής ταύτισης ολοένα μειώνεται βάζοντας έτσι μια νέα και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποιοτική παράμετρο στον πολιτικό σχεδιασμό των επιτελείων. Η περιόδος που ξεκινά είναι, αν μη τι άλλο, γεμάτη προκλήσεις  που θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε σε δύο  ερωτήματα.

Ερώτημα πρώτο: Σε τι βαθμό θα καταφέρει το ΠΑΣΟΚ να εφαρμόσει το πρόγραμμά του σε βασικές περιοχές πολιτικής όπως η ανάταξη της οκονομίας, η αναμόρφωση του κράτους, η πράσινη ανάπτυξη , η κοινωνική πολιτική, η διεθνής παρουσία της Ελλάδας πετυχαίνοντας σχετικά γρήγορα μικρές ή μεγαλύτερες νίκες που θα απαντούν στις προσδοκίες του κόσμου που το εμπιστεύθηκε;

Ερώτημα δεύτερο: Μέχρι την εκλογή νέου προέδρου, αλλά κυρίως μετά από αυτήν, θα διαχειριστεί η κεντροδεξιά παράταξη την ιστορική αυτή ήττα με τρόπο που να βρεί το νήμα των λάθος επιλογών και να τις αναδείξει στο φως μιας σοβαρής ιδεολογικής συζήτησης που έχει χρόνια να γίνει στους κόλπους της;

Μια εκτίμηση για το αυριανό αποτέλεσμα

Λίγες ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες θα μοιραστώ την προσωπική μου εκτίμηση για το αυριανό εκλογικό αποτέλεσμα. Τα ποσοστά που δίνω ουδεμία σχέση έχουν με δημοσκόπηση και ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας γνωστής στατιστικής μεθόδου. Είναι αποκλειστικά μια εκλογική εκτίμηση που βασίζεται σε μια παραδοχή από την νεότερη εκλογική ιστορία και στη συνεκτίμηση κάποιων μάλλον κοινώς αποδεκτών στοιχείων της πολιτικής δυναμικής των κομμάτων.

Η παραδοχή είναι ότι το εκλογικό αποτέλεσμα του 1993 χρησιμεύει ως έτος βάσης για την εκτίμηση των ποσοστών των κομμάτων στις αυριανές εκλογές. Ο λόγος επιλογής του 1993 και όχι, για παράδειγμα του 1981 ή ακόμα ακόμα του 2000, είναι μια θεμελιώδης πιστεύω ομοιότητα ανάμεσα στο 1993 και το 2009. Το γεγονός δηλαδή της επιστροφής του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ύστερα από 4,5 και 5,5 χρόνια αντίστοιχα.

Πάμε στην εκτίμηση. ΠΑΣΟΚ 43%, ΝΔ 36%, ΚΚΕ 7%, ΛΑΟΣ 6%, ΣΥΡΙΖΑ 4%, ΛΟΙΠΑ 4%

Έχω επίγνωση ότι κάθε εκλογικό αποτέλεσμα διαμορφώνεται μέσα από πολυκύμαντες διαπαραταξιακές (από ΝΔ σε ΠΑΣΟΚ και αντίστροφα) και ενδοπαραταξιακές (Από κόμματα της αριστεράς πρός το ΠΑΣΟΚ και αντίστροφα και από δεξιά κόμματα πρός τη ΝΔ και αντίστροφα) μετατοπίσεις ψηφοφόρων. Όμως στηρίζω την παραπάνω εκτίμηση στην παραδοχή ότι η διαφορά των 4 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ της δύναμης του ΠΑΣΟΚ το 1993 και του 2009 θα επιμεριστεί σε ΚΚΕ (περίπου +2% στην δύναμη του 5% που είχε το 1993), στον ΣΥΡΙΖΑ (περίπου +1% στο σχεδόν 3% που έλαβε ο ΣΥΝ το 1993) και 1% στα ΛΟΙΠΑ κόμματα. Αντίστοιχα, η ΝΔ θα λάβει σημαντικά μικρότερο ποσοστό από το 1993 καθώς σε αντίθεση με νεοσύστατη τότε ΠΟΛΑΝ, τώρα έχει στα δεξιά της ένα συγγενές ανταγωνιστικό κόμμα που δείχνει να έχει εγκαθιδρυθεί για τα καλά ως παράγοντας του κομματικού συστήματος.

Εκλογές Οκτωβρίου 2009. Αφορμή για νέου τύπου ενημέρωση

Σε αυτή την προεκλογική περίοδο των εκλογών του Οκτωβρίου του 2009 έχω κάποιους περίεργους λόγους να αισθάνομαι καλύτερα συγκριτικά με άλλες αντίστοιχες περιόδους στο παρελθόν. Οι λόγοι της ευαρέσκειας αφορούν περιέργως τους τρόπους με τους οποίους παρακολουθώ την προεκλογική εκστρατεία.

Άλλες χρονιές, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων και ενδιαφέροντος, διάβαζα καθημερινά δυο εφημερίδες. Την Κυριακή έπαιρνα τρείς ενώ παρακολουθούσα ανελλειπώς δελτία ειδήσεων και πολιτικές εκπομπές. Τώρα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Σπανίως διαβάζω πλέον την έντυπη έκδοση κάποιας καθημερινής εφημερίδας. Την Κυριακή αγοράζω μια και το κάνω σχεδόν με το ζόρι. Τα δελτία ειδήσεων κρατούν πια την προσοχή μου εντελώς αποσπασματικά και απρόβλεπτα.

Παρόλαυτα αισθάνομαι  πιο κριτικά ενημερωμένος από ποτέ χωρίς μάλιστα να έχω αποκλείσει περιεχόμενο από τα ΜΜΕ. Διαβάζω καθημερινά τις ροές ενημέρωσης (RSS Feeds) από τέσσερις διαφορετικές εφημερίδες όχι μόνο  σε γραφείο και  σπίτι, αλλά και όπου αλλού επιθυμώ μέσω του blackberry. Στο facebook, στο friendfeed και το twitter βρίσκω καθημερινά όχι απλά ενδιαφέρον πρωτότυπο περιεχόμενο, αλλά και αναμετάδοση ιστοριών, άρθρων και βίντεο από ραδιοτηλεοπτικά και έντυπα μέσα. Αυτό είναι ένα μέρος του περιεχομένου, το πιο ενδιαφέρον ίσως, που για να το καταναλώσεις απευθείας θα χρειαζόσουν ώρες παρακολούθησης για κάτι που σπάνια θα σε κάνει σοφότερο. Ενίοτε μάλιστα τυχαίνει να αλληλεπιδρώ άμεσα με ενεργούς στο διαδίκτυο συντάκτες σε ενδιαφέρουσες συζητήσεις.

Μια άλλη αναμφίβολα θετική όψη αυτής της προεκλογικής περιόδου είναι ο ήπιος τρόπος που εκτυλίσσεται επικοινωνιακά. Είμαστε πρός το τέλος της πρώτης από τις τέσσερις εβδομάδας και οι δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις είναι αισθητά λιγότερες από ό,τι  ήταν πρίν μόλις μερικούς μήνες στις Ευρωεκλογές. Τηλεοπτικά σποτάκια δεν έχει τύχει ακόμα να δώ να παίζουν στη ροή προγράμματος παρά μόνο στο διαδίκτυο. Αφίσες, φυλλάδια και λοιπό προεκλογικό υλικό σε δρόμους και πλατείες ακόμη δεν έχει εμφανιστεί, ενώ το ΠΑΣΟΚ δεσμεύτηκε μεταξύ άλλων για ‘πράσινη καμπάνια΄.

Θα είχε ενδιαφέρον αν και τα παραδοσιακά ΜΜΕ ανταποκρίνονταν σοβαρά στις απαιτήσεις των καιρών και ξέφευγαν από το επαναλαμβανόμενο και αρκετά κουραστικό πλέον μοτίβο που καλύπτουν τις προεκλογικές εκστρατείες. Η διάσταση ανάμεσα  στο συχνά παραπολιτικό σχόλιο του δημοσιογράφου και της πραγματικής  είδησης, τα παράθυρα με τις ομιλούσες κεφαλές, τα πάνελς με τηλεγενείς πολιτικούς, δημοσιογράφους και κάθε λογής ειδικούς, γίνονται ένα ολοένα και πιο απωθητικό προϊόν. Η αλλαγή μοντέλου βέβαια είναι κάτι που δεν γίνεται εύκολα από τη μέρα στην άλλη. Ας γίνει όμως αφορμή αυτή η προεκλογική περίοδος για μια κάποια νέα αρχή στο κοντινό μέλλον.

Γιατί το 2009 δεν είναι 1999

Το καλοκαίρι του 2009 το ΠΑΣΟΚ έχει κερδίσει τις ευρωεκλογές με διαφορά 4,5%  και προηγείται στις δημοσκοπήσεις ενώ η εκλογή προέδρου της δημοκρατίας είναι την ερχόμενη άνοιξη. Ακριβώς πρίν από δέκα χρόνια, το 1999, ήταν η ΝΔ που είχε κερδίσει τις ευρωεκλογές με 3,1%. Τότε, είχε κάποιο προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις και η εκλογή του ΠτΔ απείχε, όπως τώρα, και πάλι μερικούς μήνες.

Φαινομενικά οι δυό συγκυρίες είναι πανομοιότυπες. Ωστόσο, υπάρχουν τουλάχιστον τρία στοιχεία που συντείνουν στη διαπίστωση ότι, παρότι παρεμφερείς ως πολιτικές διαδρομές πρός τις εθνικές εκλογές, η κατάληξή αυτή τη φορά θα είναι διαφορετική.

Πρώτον: Η σύγκριση της στάσης της σημερινής και της τότε αντιπολίτευσης απέναντι στο ενδεχόμενο χρήσης της δυνατότητας του Συντάγματος για πρόκληση εκλογών εξαιτίας της αποτυχίας εκλογής από την Βουλή του ΠτΔ. Το ΠΑΣΟΚ το 2009 έχει έγκαιρα και σαφώς ξεκαθαρίσει τι και γιατί θα πράξει. Έχει επανειλημένα, ήδη πρίν από τις ευρωεκλογές, δηλώσει ότι θα στηρίξει τον Κάρολο Παπούλια, εφόσον το επιθυμεί, για μια δεύτερη θητεία αλλά μόνον αφού προηγηθούν εκλογές με οποιονδήποτε τρόπο έως το Μάρτιο του 2010.

Αντίθετα, το καλοκαίρι του 1999 η στάση του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κ. Καραμανλή ήταν αρκετά διαφορετική. Ενώ το συνταγματικό όριο της διεξαγωγής εκλογών το καλοκαρι του 1999 ήταν, έτσι και αλλιώς, βραχύτερο από το σημερινό, ο Καραμανλής δεν άνοιξε τα χαρτιά του για το άν θα στηρίξει ή όχι τον Στεφανόπουλο παρά μόνο στα τέλη Δεκεμβρίου και υπό το φώς αποθαρρυντικών για το κόμμα του δημοσκοπήσεων.

Δεύτερον: Η σύγκριση των κυβερνητικών πεπραγμένων και των προσδοκιών του εκλογικού σώματος από κυβέρνηση και αντιπολίτευση το 1999 και το 2009 αντίστοιχα. Το 1999 η χώρα είχε διεθνές κύρος, υπήρχε ο εθνικός στόχος της ένταξης στην ΟΝΕ και το όραμα της πραγματικής σύγκλισης, υπήρχαν μεγάλα έργα υποδομών σε εξέλιξη, η προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων, η διαπραγμάτευση για την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. Η αντιπαραβολή των πιο πάνω με την σημερινή κατάσταση είναι καταλυτική καθώς ίσως η κεντρική αιτία όλων των αδυναμιών και προβλημάτων από τη διακυβέρνηση της ΝΔ να είναι ότι ποτέ δεν είχε κάποιο εθνικό στόχο και ένα συνεκτικό σχέδιο για να υλοποιήσει. Σε αντιδιαστολή με τη ΝΔ του 1999, το ΠΑΣΟΚ του 2009 έχει από καιρό καταθέσει το σχέδιό του για τη χώρα το οποίο τίθεται σε διαρκή επεξεργασία και διαβούλευση για την περαιτέρω εμβάθυνσή του.

Τρίτον: Η σύγκριση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ ως κόμματα. Η ΝΔ είναι κόμμα παλαιότερης γενιάς. Η επικοινωνιακή πολιτική έχει διαχρονικά, από την εποχή του Σπηλιώτοπουλου έως την περίοδο Ρουσόπουλου αλλά και μετά, την πρωτοκαθεδρία στις αποφάσεις. Ιδιαίτερη ιδεολογική επεξεργασία, σύνθεση απόψεων και ενδιαφέρουσες διεργασίες στα πέριξ του χώρου της κεντροδεξιάς απουσιάζουν. Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου από το 2004, όχι χωρίς λάθη και επίπονες διαδικασίες, έχει προχωρήσει από την αυτοκριτική, στην ανασυγκρότησή και την παραγωγή προοδευτικής πολιτικής. Έχει δημιουργήσει θεσμούς και πρακτικές που σύμφωνα με νέους ευρωπαίους πολιτικούς όπως ο ΥΠΕΞ της Μ.Βρετανίας David Miliband, αποτελούν παράδειγμα πρός μίμηση και σημείο αναφοράς στην προσπάθεια διεξόδου από την κακοδαιμονία και άλλων σοσιαλιστικών κομμάτων.

Αν βλέπαμε κάθε πρόβλημα ώς ευκαιρία

Αν κάθε προβλήμα με δημόσιο ενδιαφέρον το αντιμετωπίζαμε ως μια ευκαιρία ανεύρεσης καλύτερων λύσεων με τη συμβολή εκείνων που άμμεσα ή έμμεσα αφορά, τότε ίσως κάποια στιγμή κάνουμε κάποια βήματα μακριά από την πολιτική κακοδαιμονία που μας στοιχειώνει.

Το θέμα των δημοσκοπήσεων, μας αρέσει – δεν μας αρέσει, έχει τη σημασία του για την ποιότητα της δημόσιας ζωής στην εποχή της μεταδημοκρατίας και αφορά όλους τους βασικούς παίκτες του συστήματος πολιτικής επικοινωνίας της χώρας μας:

  • Οι Κυβερνήσεις, τα κόμματα και οι πολιτικοί τις συμβουλεύονται για να χαράξουν το σχεδιασμό της στρατηγικής τους και με βάσει αυτές ελέγχουν ανά πάσα στιγμή την ορθότητα επί μέρους κινήσεων και πρωτοβουλιών τους
  • Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης θα έπρεπε να  τις χρησιμοποιούν περισσότερο για την πληθώρα των ευρημάτων με τα οποία οι έρευνες μπορούν να τεκμηριώσουν διαφορετικές όψεις των θεμάτων της επικαιρότητας παρά ως ένα, μάλλον περιορισμένης αποτελεσματικότητας, εργαλείο προπαγάνδας για τη χειραγαγώγηση της κοινής γνώμης.
  • Οι πολίτες αποκτούν ένα μέτρο σύγκρισης των ατομικών τους απόψεων για το α’ ή β’ θέμα με την κοινή γνώμη και ανάλογα μπορεί είτε να ενισχύσουν την δική τους γνώμη, είτε να βρούν αφορμή να την επανεξετάσουν ή ακόμα και μείνουν παγερά αδιάφοροι.

Η επαναφορά της απαγόρευσης δημοσιοποίησης των δημοσκοπήσεων 15 ημέρες πρίν την διενέργεια των εκλογών είναι λάθος. Όχι τόσο για το ίδιο το περιεχόμενο της ρύθμισης που υπό άλλες συνθήκες, αν και προσωπικά διαφωνώ, θα μπορούσε να αποδειχθεί σωστό. Όσο για τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλεται. Χωρίς καμία απολύτως διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης αυτή η ρύθμιση δηλώνει προχειρότητα, βιασύνη και σκοπιμότητα. Από τη θέση της κυβέρνησης είναι φανερό πως στο σκεπτικό της απόφασης τεκμαίρουν, με ισχυρή δόση αυθαιρεσίας, τη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων μερών.

Το μόνο σίγουρο είναι πως κάποια στιγμή το θέμα πρέπει να τεθεί σε δημόσια ανοικτή διαβούλευση.  Τότε με διαφάνεια όλοι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν την άνεση του χρόνου για να διατυπώσουν τεκμηριωμένες απόψεις  πρός όποια κατεύθυνση κρίνουν.

Περί deb8 και άλλων δαιμονίων

Παρακολούθησα το διαδικτυακό debate ζωντανά από τον υπολογιστή στο χώρο που έγινε, καθήμενος οριακά εκτός του αυτοσχέδιου στούντιο στο οποίο εκτυλίχθηκε. Είχα έτσι το μοναδικό προνόμιο να  παραβρίσκομαι στα παρασκήνια και παράλληλα να το παρακολουθώ σχεδόν υπό τις ίδιες συνθήκες σαν να μην ήμουν εκεί.

Η επιτυχία του ζωντανού διαδικτυακού debate ‘Πολίτες Επικεφαλής’ ήταν ότι κατέδειξε τι μπορεί να γίνει αν μερικοί πολίτες συνεργαστούν εθελοντικά,  με συνέπεια και αξιοποιώντας το κοινωνικό τους κεφάλαιο. Είναι μια κλασσική περίπτωση αυτού που αποκαλείται proof of concept.

Ένα εγγενές χαρακτηριστικό των νέων μέσων είναι πως ευνοούν άπειρους συνδυασμούς χρήσης τους ανάλογα με τις προτιμήσεις των δημιουργών περιεχομένου και γεγονότων. Έτσι, με σχετική ευκολία, έχουμε καινοτομίες ή κοινοτοπίες,  καλά ή κακά προηγούμενα. Το ζωντανό διαδικτυακό debate εξελίχθηκε πολύ ικανοποιητικά σύμφωνα με τις προδιαγραφές που σχεδιάστηκε. Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ένα καλό προηγούμενο μέσα στο ζοφερό τοπίο της δημόσιας επικοινωνίας.

Ταυτόχρονα, όμως, απέχει από το να αποτελεί καινοτομία. Πέτυχε σε ό,τι είχε να κάνει με τη δημιουργία καλού κλίματος και ελπιδοφόρων εντυπώσεων στη μικρή ελληνική κοινότητα των συμμετοχικών μέσων. Αλλά παράλληλα, ίσως και ακούσια, ανέδειξε με ενάργεια διαχρονικές στρεβλώσεις και τα κενά κατανόησης που τόσο επίμονα εμφανίζονται σε κάθε προσπάθεια για μια πιο ανοικτή, συμμετοχική και διάφανη πολιτική επικοινωνία.

Το deb8 έδειξε καθαρά μερικά πράγματα άξια προβληματισμού.

Πρώτον, η τηλεοπτική φόρμα παραμένει ισχυρά επιδραστική,  κάτι που φάνηκε από την επιρροή της στο σχεδιασμό και την υλοποίηση του deb8. Σε όσους παρακολούθησαν έστω και λίγο το εγχείρημα ήταν εμφανές πως δεν ξέφυγε από τα λίγο-πολύ καθιερωμένα τηλεοπτικά πρότυπα. Το ‘παράπονο’ ενός πολιτικού που στο τέλος αναφέρθηκε στην έλλειψη διαλείματος για διαφημίσεις είναι χαρακτηριστικό.

Δεύτερον, Οι πολιτικοί για άλλη μια φορά απέφυγαν να απαντήσουν απευθείας ή να συζητήσουν άμεσα με τους πολίτες.  Έτσι οι πολίτες, αν και χρήστικαν επικεφαλής, παρέμειναν οιωνεί συμμέτοχοι αφού τελικά παρακολούθησαν απλά τη διαμεσολαβημένη υποβολή των ερωτήσεών τους. Η φυσική παρουσία των πολιτικών σε μια διαδικτυακή πρωτοβουλία υπαινίσσεται μια άλλου τύπου αλληλόδραση με τους πολίτες η οποία, όμως, ακόμα αναζητείται.

Τρίτον, όλα αυτά ίσως έπρεπε να είναι απολύτως αναμενόμενα. Από πότε είχαμε κουλτούρα διαρκούς συμμετοχής στα κοινά για να περιμένουμε κάτι άλλο πέρα από ένα ακόμα talk show; Αν σας φαίνεται ‘κάπως’ αυτή η ερώτηση, υπάρχει και πιο εύκολη. Πόσοι από την ευρύτερη κοινότητα των συμμετοχικών μέσων εξέφρασαν σε ποικίλλους τόνους την δυσαρέσκειά τους για τις συνθήκες που διεξάγεται η προεκλογική περιόδος, την απουσία ουσιαστικής συζήτησης για τα πραγματικά προβλήματα, το ρηχό τηλεοπτικό λόγο, την έλλειψη διαβούλευσης για θέσεις, πολιτικές και προγράμματα;  Πολλοί το έκαναν, συχνά μάλιστα προσθέτοντας δραματικό τόνο ή αντικομματικές επωδούς. Γιατί όμως ΚΑΝΕΙΣ δεν μπήκε στον κόπο να αφήσει ΕΝΑ σχόλιο, μια σκέψη, μια ιδέα ή ακόμα περισσότερο μια πρόταση πάνω στα προγράμματα των κομμάτων για την Ε.Ε που αναρτήθηκαν με τόση φροντίδα και επιμέλεια στο deb8.gr ;

Τέταρτον, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα μπορεί να αδικεί την προσπάθεια που γίνεται για τέτοια πρότζεκτς και να αδειάζει τις μελλοντικές προσδοκίες που δημιουργούν. Όμως πρέπει να επισημάνουμε και κυρίως να καταλάβουμε σε βάθος με ποιούς τρόπους τα νέα μέσα ‘παραδοσιακοποιούνται’ μέσα από τη χρήση – τι αντίφαση – των πλέον εντατικών και ενεργών χρηστών τους.

Συνοπτικά, ναι υπάρχει όρεξη και καλή διάθεση να γίνουν νέα πράγματα. Ναι, ‘υπάρχει’ ή μπορεί να εννοηθεί μια και περισσότερες φαντασιακές κοινότητες που να κάνουν σημαντική δουλειά σε θέματα συμμετοχής του πολίτη, διαφάνειας και διαβούλευσης . Όμως για αυτά τα θέματα  υπάρχουν σημαντικά κενά κατανόησης  και σε ένα βαθμό έλλειψη εσωτερικής  τεχνογνωσίας  που αν δεν αντιμετωπιστούν με κάποιο τρόπο θα εξακολουθούν να μας υπερβαίνουν στο παρόν και να επανέρχονται στο μέλλον.