5 λόγοι για να γίνει debate

Κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση ο Αλέξης Τσίπρας προκάλεσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε τηλεοπτικό διάλογο για τη συμφωνία των Πρεσπών. Η ΝΔ αρνείται ένα τέτοιο debate σε αυτή τη χρονική συγκυρία και παραπέμπει στην προεκλογική περίοδο. Εδω υποστηρίζω ότι υπάρχουν τουλάχιστον 5 λόγοι για τους οποίους είναι καλό για τους πολίτες, τους θεσμούς, την εξυγίανση του δημόσιου διαλόγου να γίνει αυτό το debate:

  1. Όσο και να έχει φθαρεί η τηλεόραση, παραμένει ένα υπέροχο μέσο μαζικής ενημέρωσης του κοινού και ένα πρόγραμμα δομημένου διαλόγου όπως το ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών για ένα κορυφαίο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής θα βοηθήσει τον κόσμο να σχηματίσει πιο ολοκληρωμένη άποψη
  2. Πράγματι τα debates των πολιτικών αρχηγών είθισται να διεξάγονται σε προεκλογική περίοδο, καιρός είναι να θεσμοθετηθούν ως συχνότερος μηχανισμός δημόσιας λογοδοσίας σε μη προεκλογική περίοδο
  3. Όλοι συμφωνούν ότι η μορφή διεξαγωγής των προεκλογικών debates προσφέρει ελάχιστες γνώσεις και συγκινήσεις αλλά άφθονα χασμουρητά. Τα κομματικά επιτελεία στη χώρα μας είναι κατά κανόνα συντηρητικά και διστάζουν να υιοθετήσουν ένα πιο ζωντανό αντιπαραθετικό μοντέλο συζήτησης όπως π.χ σε Βρετανία, Γαλλία, Αμερική υπό το καθεστώς φόβου λίγες μέρες πριν την κάλπη. Τώρα που δεν βρισκόμαστε σε αμιγώς προεκλογική περίοδο είναι ευκαιρία να αλλάξει και αυτό.
  4. Να γίνουν δυο debates. Ένα στο ΣΚΑΙ με τον πρωθυπουργό και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και ένα στην ΕΡΤ με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς των δημοκρατικών κομμάτων. Επιτέλους να τελειώσουμε με την ντροπή του εμπάργκο.
  5. Η τελευταία φορά που θυμάμαι ηγέτη να αποφεύγει τηλεοπτική αντιπαράθεση με τον πολιτικό του αντίπαλο ήταν η περίπτωση άρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, με την τότε ΝΔ  να το εκμεταλλεύεται δημιουργώντας το διαφημιστικό με την αδειανή καρέκλα. Αυτή η αντιστροφή είναι ειρωνεία για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Advertisements

DEMOCRACY INDEX 2018: Η υποχώρηση της δημοκρατίας στην Ελλάδα

Ο Δείκτης Δημοκρατίας του Economist Intelligence Unit που μόλις δημοσιεύτηκε για το 2018 δίνει μια συνοπτική εικόνα για την κατάσταση της δημοκρατίας για 165 χώρες του κόσμου. Ο δείκτης διακρίνει τα καθεστώτα σε πέντε τύπους. Τις πλήρεις δημοκρατίες – στις οποίες η Ελλάδα ανήκε έως το 2008 – τις ελαττωματικές δημοκρατίες  στις οποίες από το 2010 συγκαταλέγεται και η Ελλάδα- τα υβριδικά καθεστώτα και τέλος τα αυταρχικά. Πρόκειται για ένα σύνθετο δείκτη αποτελούμενο από 5 κατηγορίες: εκλογική διαδικασία και πλουραλισμός, πολιτικές ελευθερίες, λειτουργία της διακυβέρνησης, πολιτική συμμετοχή, και πολιτική κουλτούρα.

Σύμφωνα με την έκθεση η κατάσταση της δημοκρατίας στον πλανήτη επιδεινώνονταν σταθερά τα τρία τελευταία χρόνια. Το 2018 η υποχώρηση της δημοκρατίας ανακόπτεται χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σημειώνεται πρόοδος σε παγκόσμια κλίμακα.  Στη Δυτική Ευρώπη, ωστόσο, ο Δείκτης Δημοκρατίας μειώθηκε κατά τι για τρίτη συνεχή χρονιά στο 8,35 από το 8,38 του 2017. Μόνο τρεις χώρες βελτίωσαν τη βαθμολογία τους στην Ευρώπη: Φινλανδία, Γερμανία και Μάλτα. Τρεις χώρες σημείωσαν χειρότερη επίδοση από πέρυσι: Τουρκία, Ιταλία και Αυστρία. Για άλλη μια φορά καμία από τις χώρες που συγκαταλέγονται στις ελαττωματικές δημοκρατίες: Ιταλία, Πορτογαλία, Γαλλία, Βέλγιο, Κύπρος και Ελλάδα δεν κατάφεραν να ανέβουν στην κατηγορία των πλήρως δημοκρατικών χωρών.

Με τη βαθμολογία της στο 7,29 η Ελλάδα βρίσκεται στην 20η θέση στις 21 χώρες της Δυτικής Ευρώπης, μπροστά μόνο από το υβριδικό καθεστώς της Τουρκίας, και στην 39η σε σύνολο 165 χωρών. Τι σημαίνει ότι η δημοκρατία είναι ελαττωματική; Σύμφωνα με τον ορισμό του Economist Intelligence Unit:

“Αυτές οι χώρες έχουν όπως και οι πλήρεις δημοκρατίες ελεύθερες και δίκαιες εκλογές και, παρά την ύπαρξη προβλημάτων (όπως παραβιάσεις της ελευθερίας των ΜΜΕ), οι βασικές πολιτικές ελευθερίες είναι σεβαστές. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες σε άλλες όψεις της δημοκρατίας που συμπεριλαμβάνουν προβλήματα στη διακυβέρνηση, μια υπανάπτυκτη πολιτική κουλτούρα και χαμηλά επίπεδα πολιτικής συμμετοχής.”

Αν ο παραπάνω ορισμός ακούγεται να περιγράφει πιστά τη χώρα μας είναι γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει. Είναι ανησυχητική η βαθμολογία του 7,29 για την ποιότητα της Δημοκρατίας στην Ελλάδα;  Χωρίς αμφιβολία ναι. Το γεγονός ότι μαζί με εμάς βρίσκονται στην κατηγορία των “ελαττωματικών δημοκρατιών” εμβληματικές χώρες των δημοκρατικών ελευθεριών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού όπως οι ΗΠΑ με 7,96 και η Γαλλία με 7,80 δεν αποτελεί άλλοθι εφησυχασμού.

Η μεγαλύτερη πτώση στους επιμέρους δείκτες αφορά στη λειτουργία της διακυβέρνησης. Το 2006 η Ελλάδα είχε 7,50 στο σχετικό δείκτη ενω σήμερα μόλις 5,36. Η υποχώρηση οφείλεται κυρίως στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και του καθεστώτος των μνημονίων στη δημοκρατική διακυβέρνηση. Το γεγονός ότι ξένες δυνάμεις, οι δανειστές εν προκειμένω, καθορίζουν σημαντικές κυβερνητικές λειτουργίες και πολιτικές επιβάλλοντας στη χώρα κάποια χαρακτηριστικά προτεκτοράτου συνυπολογίζεται στη βαθμολογία. Το ίδιο ισχύει και για την απουσία ουσιαστικών μηχανισμών λογοδοσίας, την έλλειψη διαφάνειας και ανοιχτότητας, τη διάχυτη διαφορά, την απροθυμία και το έλλειμμα ικανότητας της δημόσιας διοίκησης να εφαρμόσει δημόσιες πολιτικές, την κατάρρευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα και τη δημόσια αντίληψη του βαθμού ελευθερίας των πολιτών να επιλέξουν και να ελέγξουν την ίδια τους τη ζωή.

Αρκετά από τα παραπάνω καταγράφηκαν και από τη World Values Survey για την Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια βαθμιαία στο χρόνο υποχώρηση της δημοκρατικότητας στην Ελλάδα η οποία δεν συντελέστηκε από τη μια στιγμή στην άλλη. Αφορά τα πεπραγμένα και τις παραλείψεις όλων των κυβερνήσεων από το 2010. Μέσα σε 9 χρόνια εκτός από ένα τεράστιο μέρος του ΑΕΠ έχει τρωθεί και σημαντικό δημοκρατικό κεκτημένο η αποκατάσταση του οποίου επείγει να αρχίσει άμεσα. Έτσι κι αλλιώς απαιτεί εντατική προεργασία και θα πάρει αρκετό χρόνο να αποδώσει για να καλύψουμε το χαμένο έδαφος.

Τι χτύπησε η βόμβα στον ΣΚΑΪ;

Πρωτοσέλιδο της Καθημερινής 18/12/2018

Στο σημερινό εξώφυλλο της Καθημερινής, την επομένη της βομβιστικής επίθεσης στα γραφεία της εφημερίδας και του ΣΚΑΪ, εμφανίζονται σε μια πανοραμική ομαδική φωτογραφία οι εργαζόμενοί της. Το μήνυμα είναι σαφές και ισχυρό:

Είμαστε εδώ. Δεν φοβόμαστε. Συνεχίζουμε.

Οι εργαζόμενοι της εφημερίδας

Δυνατή εικόνα. Πόσο πιο διαπεραστικό θα ήταν το μήνυμα της καταδίκης αν σε μια τέτοια φωτογραφία μπορούσαν να χωρέσουν εργαζόμενοι από όλα τα ΜΜΕ και πολιτικοί από όλα τα κόμματα. Γιατί η χθεσινή επίθεση δεν ήταν μόνο απέναντι στο συγκεκριμένο συγκρότημα αλλά στην ελευθεροτυπία συνολικά.  Η τρομοκρατική επίθεση στο συγκρότημα ΣΚΑΪ – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ήταν μια στιγμή για να δείξει το πολιτικό, μηντιακό και κοινωνικό σώμα τα δημοκρατικά του αντανακλαστικά απέναντι σε εκείνους που το πολεμούν με πραγματικά και όχι…λεκτικά πυρά. Θα ήταν βάλσαμο αν το βράδυ μετά την επίθεση τα πανελλαδικής εμβέλειας κανάλια αναμετέδιδαν σε εθνικό δίκτυο το σήμα του ΣΚΑΪ σε ένα τηλεμαραθώνιο υπεράσπισης της δημοκρατίας και της ελευθερίας της έκφρασης. Ένα συνεργατικό τηλεμαραθώνιο στον οποίο θα συμμετείχαν πολιτικοί εκπρόσωποι όλων των αποχρώσεων, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και πολίτες. Όμως το πολιτικό και μηντιακό σώμα υπονομεύει συστηματικά, πολύ καιρό ήδη, τα δημοκρατικά του αντανακλαστικά. Ένας τέτοιος τηλεμαραθώνιος ομοθυμίας και ομόνοιας στην υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης είναι αδιανόητο να πραγματοποιηθεί στις σημερινές συνθήκες. Και μόνο η αναφορά σε αυτόν ηχεί σαν άσχετο κρυόπλαστο ανέκδοτο. Τόσο έχουμε αποξενωθεί από τον πραγματικό πολιτικό διάλογο όπου δεν μπορούμε να σταθούμε στην ίδια πλευρά της συζήτησης όταν το ουσιαστικό θέμα είναι η προάσπιση των δημοκρατικών θεσμών και όχι η ποιότητα ή η ιδεολογική ταυτότητα του ΣΚΑΪ.

Τις πρώτες ώρες μετά το συμβάν δημοσίευσα μια δημοσκόπηση στους προσωπικούς λογαριασμούς μου σε facebook και twitter. Περισσότεροι από 9 στους 10 απ’ όσους απάντησαν θεωρούν ότι κόμματα και ΜΜΕ θα αντιδράσουν με τρόπο που θα διχάσει τον κόσμο. Είχαν προφανώς δίκιο καθώς τα εμποτισμένα στη μνησικακία υλικά του διχασμού ήταν από καιρό διαθέσιμα. Από τη μια πλευρά τον τόνο έδωσε ο αρμόδιος για τα ΜΜΕ υπουργός Νίκος Παππάς ο οποίος καταδίκασε την επίθεση ζητώντας να μην τύχει πολιτικής εργαλειοποίησης. Από την άλλη ο ιδιοκτήτης του ΣΚΑΪ έκανε λόγο για στοχοποίηση του σταθμού του από την κυβέρνηση και ηθική αυτουργία. Όλη η δημόσια συζήτηση από χθές διεξάγεται υπό το πρίσμα αυτών των δηλώσεων.

Καμία ομόθυμη καταδίκη λοιπόν.  

Καταδικάζουμε αλλά μην χρησιμοποιήσετε την επίθεση εναντίον μας 

Φωνάζουν από χθές οι κυβερνητικοί 

Η κυβέρνηση στοχοποίησε το ΣΚΑΪ και είναι ηθικός αυτουργός

Φωνάζουν από χθές οι αντικυβερνητικοί

Πόσο επιζήμια για τη δημοκρατία είναι η υιοθέτηση της μιας ή της άλλης στάσης θα έπρεπε να είναι προφανές σε οποιονδήποτε θέλει να λέγεται καλός πολίτης. Τελικά τι χτύπησαν οι βομβιστές: Τον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ με όλο το θετικό κι αρνητικό συμβολικό φορτίο που του αποδίδεται ή την αδυναμία των δημοκρατικών θεσμών να υπερασπιστούν την ίδια τους τη χρησιμότητα;

World Values Survey Greece: Μια κοινωνία σε αναδίπλωση

Σχετική εικόνα

Ο χάρτης αξιών του Inglehart

Εξαιρετικά ενδιαφέροντα τα ευρήματα της World Values Survey που για πρώτη φορά έγινε στην Ελλάδα από τη Διανέοσις και το ΕΚΚΕ. Τα επεξεργασμένα δεδομένα της έρευνας, η οποία περιλάμβάνει περισσότερες από 300 ερωτήσεις, αποτελούν μια πλούσια βάση για αναλύσεις και για την κατανόηση σύνθετων φαινομένων από ερευνητές, κοινωνικούς επιστήμονες, σχεδιαστές πολιτικής και δημοσιογράφους.  Πρόκειται για την ακτινογραφία μιας κοινωνίας σε αναδίπλωση.

Σε πολύ γενικές γραμμές θα λέγαμε ότι οι Έλληνες διαπνέονται από δημοκρατικά φιλελεύθερα αισθήματα  αποδίδοντας υψηλή σημασία στη δημοκρατική διακυβέρνηση αν και το ενδιαφέρον τους για την πολιτική παραμένει πολύ χαμηλό. Για τους περισσότερους Έλληνες που ρωτήθηκαν η χώρα μπορεί να κυβερνάται δημοκρατικά αλλά η εμπιστοσύνη σε βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς όπως η κυβέρνηση και τα κόμματα βρίσκεται στο ναδίρ. Το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο βρίσκεται στην κορυφή των προτιμήσεων του δείκτη εμπιστοσύνης στους θεσμούς δείχνει τη διαχρονική αξιακή προσήλωση της ελληνικής κοινωνίας στην ανώτατη εκπαίδευση ως μοχλό κοινωνικής ανόδου.

Αν στην καθημερινή ζωή παρουσιαστεί μια κατάσταση διλημματική όπου θα πρέπει κανείς να καθορίσει τη στάση του ζυγίζοντας αξιακές προτεραιότητες οι τρεις πρώτες που προτάσσουν οι σημερινοί  Έλληνες είναι η προσήλωση στην οικογένεια, η αφοσίωση  στα παιδιά και η προάσπιση του προσωπικού τους συμφέροντος. Στον ίδιο δείκτη όσα σχετίζονται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος εν γένει όπως για παράδειγμα η υπεράσπιση των αδυνάτων, η τήρηση των νόμων, η πίστη στην πατρίδα και άλλα ακολουθούν από απόσταση, μεγάλη.

Το προγαμιαίο σέξ δικαιολογείται σε υψηλά ποσοστά από τους περισσότερους. Ωστόσο, δεν συμβαίνει το ίδιο με την ομοφυλοφιλία και την έκτρωση όπου οι περισσότεροι συμπολίτες μας τείνουν να μην τη δικαιολογούν ποτέ. Η στάση των περισσότερων Ελλήνων απέναντι στην τεχνολογία και την επιστήμη είναι θετική. Την ίδια στιγμή βέβαια περισσότεροι από 9 στους 10 πιστεύουν στο Θεό.

Οι Έλληνες αν και σημειώνουν σχετικά υψηλό δείκτη προσωπικής ευτυχίας, εμφανίζονται κουμπωμένοι με τον διπλανό τους, επιφυλακτικοί με το κοινωνικό τους περιβάλλον καθώς εμπιστεύονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα μόνο τον εαυτό και την οικογένειά τους. Οι καλοί τρόποι και η εργατικότητα προτάσσονται ως οι δυο σημαντικότερες αξίες που πρέπει να μάθουν τα παιδιά από το σπίτι τους. Στην ίδια ερώτηση η ανιδιοτέλεια και η φαντασία αναφέρθηκαν ελάχιστα. Ίσως αυτό να εξηγεί το γενικό συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα. Η Ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε αναδίπλωση. Θέλει να αλλάξει, να μεταρρυθμιστεί προς το καλύτερο. Αλλά δεν έχει τη φαντασία και την αναδιοτέλεια για να το πράξει.

 

Δεν είναι το Facebook ηλίθιε

Συζητάμε για την κρίση της πολιτικής, της αντιπροσώπευσης και εν τέλει της δημοκρατίας τουλάχιστον τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Οι αρχικές ενδείξεις έγιναν επίμονες τάσεις που πλέον παγιώθηκαν ως συνθήκες πεισματικές και αμετάβλητες. Η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν έχει χάσει την αξιακή αίγλη που κάποιοι έλπιζαν ότι θα διατηρούσε. Πολλοί συμπολίτες μας αντιμετωπίζουν την ημέρα των εκλογών σαν μια οποιαδήποτε άλλη ημέρα της ζωής τους προτιμώντας να την αφιερώσουν σε οτιδήποτε θεωρούν ότι θα έχει μεγαλύτερο όφελος και μικρότερη ζημιά από την προσέλευση στο εκλογικό κέντρο και την επιλογή εντός του παραβάν. Τα μέλη των κομμάτων ολοένα μειώνονται. Για να επιθυμείς να είσαι ενεργό μέλος κάποιου κόμματος πρέπει είτε να ανήκεις σε κάποια ελίτ που εύκολα αναγνωρίζει τα οφέλη αυτής της συμμετοχής ή να διατηρείς σχετικές προσδοκίες ότι σύντομα μπορείς κι εσύ να γίνεις μέλος της.

Real Democracy Now

¡Democracia Real YA! (‘Real Democracy Now’) poster by the Mexican art collective Lapiztola Stencil. Rosario Martínez Llaguno and Roberto Vega Jiménez. Πηγή: http://theconversation.com/the-end-of-representative-politics-41997

Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς διακυβέρνησης αποκτά πλανητική διάσταση όπως φαίνεται σε πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ. Ειδικά στην Ελλάδα της μίζερης οικονομικής πολιτικής των μνημονίων τα αποτελέσματα είναι οικτρά. Μόλις ένας στους 10 πολίτες εμπιστεύεται την κυβέρνηση. Όσο σε αυτό το περιβάλλον έρχονται να προστεθούν σκάνδαλα κατάχρησης προνομίων και δημοσίου χρήματος και αποκαλύψεις αθέμιτων τακτικών χειραγώγησης των πολιτών, τόσο βαθαίνει το ρήγμα ανάμεσα στα άτομα, που απεκδύονται το ρόλο του πολίτη, και την πολιτεία εντός της οποίας διαβιούν σε καθεστώς πολιτικής αποξένωσης.

Πρόσφατο παράδειγμα η αποκάλυψη του Channel 4 στη Μεγάλη Βρετανία για τις πρακτικές της Cabridge Analytica. Μιας εταιρίας που παρέχει υπηρεσίες τεχνολογίας και πολιτικού marketing. Η εν λόγω εταιρία έπαιξε ρόλο τόσο στην επικράτηση του Τράμπ το 2016 όσο και στην επιρροή εκλογικών αποτελεσμάτων υπέρ κομμάτων και υποψηφίων σε αρκετές χώρες.  Τόσο αθέμιτα και κυνικά ήταν τα μέσα που αποκαλύφθηκε ότι χρησιμοποιούν που θα λέγαμε ότι ανήκουν στη σφαίρα σεναριακής φαντασίας για αμερικάνικη τηλεοπτική σειρά. Συμβαίνoυν όμως στην πραγματικότητα. Είδαμε υψηλόβαθμα στελέχη της εταιρίας να αναφέρουν ότι “η εκλογική μάχη καλό είναι να δίνεται στο πεδίο των συναισθημάτων και όχι των γεγονότων” ενώ λίγο μετά εκθέτουν πιο προηγμένες υπηρεσίες τους όπως το στήσιμο κατασκευασμένων ιστοριών που, με τη συνδρομή πρώην πρακτόρων που εργάζονται για λογαριασμό της εταιρίας, εμπλέκουν πολιτικούς αντιπάλους των πελατών τους σε σεξουαλικά σκάνδαλα.
Αν εξετάσει κανείς μεμονωμένα αυτές τις τεχνικές θα διαπιστώσει ότι δεν είναι όλες καινοφανείς.  Πράγματι, οι τεχνικές του microtargeting στην εκλογική πολιτική επικοινωνία έχουν ιστορία σχεδόν δυο δεκαετιών. Επίσης πολλά έχουν γραφτεί, με επαινετική συχνά διάθεση, για την καινοτομική αξιοποίηση βάσεων δεδομένων από ποικίλες πηγές σε συνδυασμό με το facebook από το πολυσυζητημένο επιτελείο του Obama στην καμπάνια επανεκλογής του το 2012. Ωστόσο, αυτή τη φορά φαίνεται πως συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Το θεμέλιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, οι ελεύθερες εκλογές, εξευτελίζεται στα μάτια μιας πολιτικά απογοητευμένης κοινής γνώμης από το χρήμα που τζογάρει στο φόβο και αγοράζει τις πιο σκοτεινές κι αθέμιτες τακτικές.

Να το πούμε αλλιώς. Μετά την εμπειρία του 2012, η προτροπή “Κάνε το όπως ο Ομπάμα” σήμαινε τη δημιουργία μιας κεντρικής βάσης δεδομένων με όλα τα στοιχεία των ψηφοφόρων και διασπορά προσωποποιημένων μηνυμάτων από επιδραστικά άτομα στο κοινωνικό δίκτυο των φίλων τους. Μετά την εμπειρία του 2016, το “Κάνε το όπως ο Τράμπ” σημαίνει να ανακαλύψεις τι φοβίζει τον κόσμο, να κατασκευάσεις ψευδείς ειδήσεις και ιστορίες και να τις διαδόσεις στους ανθρώπους που είναι περισσότερο πιθανό να επηρεαστούν. Μέσα σε λίγα χρόνια η υπόσχεση αναμόρφωσης της δημοκρατικής πολιτικής από τις νέες τεχνολογίες φαίνεται να διανύει την απόσταση από τον ανταγωνισμό για το ποιος θα κατακτήσει της κορυφής στον διαγκωνισμό για το ποιος θα κυλίσει καλύτερα στο βούρκο.  

Το ζήτημα δεν είναι τόσο τεχνολογικό όσο λέγεται. Όπως έχουμε πει ξανά οι τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες. Σχεδιάζονται μέσα σε συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο για να λειτουργούν προς την επίτευξη σκοπών που το αναπαράγουν. Ο Mark Zuckerberg θα αλλάξει το επιχειρηματικό μοντέλο της Facebook, και τις τεχνολογίες που το υποστηρίζουν, αν και μόνο αν το κόστος σε κέρδη και φήμη από υποθέσεις όπως της Cabridge Analytica υπερβαίνει το όφελος του να συνεχίσει στην ίδια πορεία με οριακές βελτιώσεις και καμία ανάρτηση συγνώμης. Τις παθογένειες της σύγχρονης δημοκρατίας δεν μπορεί να τις λύσει καμία εταιρία, ίσως και κανένα κράτος όσο ισχυρό, από μόνα τους. Απαιτείται συνέγερση ευρύτερων οντοτήτων και άρθρωση ρηξικέλευθων επιλογών για το μέλλον της οικονομίας, της πολιτικής, της εργασίας, του τρόπου που ζούμε στον πλανήτη.

Το ζήτημα είναι πολιτικό και κοινωνικό μαζί. Το αίτημα για τις προοδευτικές δυνάμεις του κόσμου δεν είναι να εκμεταλλευτούμε εμείς, καλύτερα και πιο σκοτεινά από τους άλλους, για χάρη των δικών μας σκοπών και υποψηφίων τα δεδομένα του καθε Facebook. Είναι να βρούμε τον τρόπο να σχεδιάσουμε πολιτικά συστήματα και θεσμούς σε αντιστοιχία με τον 21ο αιώνα και όσα επιτάσσει η 4η βιομηχανική επανάσταση γιατί αυτά που κουβαλάμε από τον 18ο τελούν υπό κατάρρευση. Είναι βαθιά προβληματικό τα θεμέλια της σύγχρονης δημοκρατικής διακυβέρνησης να παραμένουν ίδια και απαράλλαχτα με τις ανάγκες της εποχής που πολλοί πολίτες μπορεί να μην είχαν δει ούτε ζωγραφιστό τον κυβερνήτη τους ή να χρειάζονταν μέρες ταξίδι για να τον δουν από απόσταση, με την εποχή που μπορούν να του απευθύνουν προσωπικό μήνυμα σε δευτερόλεπτα. Κι όμως η λαϊκή κυριαρχία ασκείται μέσω των εκλογών μόνο κάθε 4 ή 5 χρόνια. Ως αποτέλεσμα όλος ο πολιτικός, μηντιακός και οικονομικός ανταγωνισμός συγκεντρώνει τις δυνάμεις του στο σκοπό του να επηρεάσει εκείνη την ημέρα. Και αυτό είναι και θα είναι και στο μέλλον εύκολο να γίνει αν οι δημοκρατικές εκλογές δεν επανακατανεμηθούν στον χώρο και στο χρόνο στη βάση ενός νέου δικτυακού μοντέλου που θα εμπλέκει καθημερινά τους πολλούς. 

 

 

Αντέχει το πολιτικό σύστημα τη συμφωνία παραμονής στο ευρώ;

Στις επόμενες μέρες φαίνεται θα οριστικοποιηθεί η συμφωνία που κλείνει τη φιλολογία της ρήξης με όσα ενδεχόμενα αυτή συνεπάγεται. Απομένει βέβαια να τη δούμε, να την καταλάβουμε σε όλες της τις λεπτομέρειες για να την κρίνουμε ολοκληρωμένα. Ωστόσο, από τις μέχρι τώρα ενδείξεις μπορούμε να κάνουμε ορισμένες προκαταρκτικές πολιτικές παρατηρήσεις.

Όσο καλό επικοινωνιακό πακετάρισμα κι αν γίνει από την κυβέρνηση, και παρόλο που παίζει κάποιο ρόλο, η συμφωνία δεν παύει να αποτελεί λογαριασμό βαρύ που πιθανότατα θα κληθούν να πληρώσουν και πάλι πολλοί και άδικα. Αυτό σημαίνει πολλαπλό κόστος. Κόστος για την κοινωνία που δε βλέπει φως στο τούνελ. Κόστος για την οικονομία που σε τέτοιο καθεστώς δεν βλέπει ανάπτυξη. Κόστος τελικά για την κυβέρνηση που καλλιέργησε προεκλογικά άλλες προσδοκίες.

Τα ερώτημα είναι μπορεί το πολιτικό σύστημα να μετριάσει αυτό το κόστος; Μπορεί αυτή τη φορά να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από την παραμονή στο διεθνές σύστημα συνεργασίας των δυτικών χωρών; Η θέση μου είναι ότι ασφαλώς και μπορεί αν οι παίκτες κοιτάξουν επιτέλους μπροστά αφήνοντας πίσω τους παιδιάστικους τακτικισμούς και τις παραλυτικές μνησικακίες.

  1. Η κυβέρνηση πρέπει να κοιτάξει μπροστά. Έχει ένα προνόμιο που δεν το είχαν οι προηγούμενες. Πολιτικό ορίζοντα 3,5 χρόνων χωρίς προγραμματισμένη εκλογική αναμέτρηση. Έχει όμως επώδυνα μέτρα να εφαρμόσει. Η σημερινή κοινοβουλευτική στήριξη (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και υπό όρους τα άλλα φιλευρωπαϊκά κόμματα) καθόλου δεν εγγυάται τη δεδηλωμένη σε βάθος τετραετίας. Επομένως για να έχει μέλλον η κυβέρνηση πρέπει να ανανεώσει την εντολή της ανατέμνοντας τον πολιτικό χάρτη με νέο προγραμματικό περιεχόμενο. Υπάρχει τρόπος, οι συνθήκες και ο χρόνος για να το πράξει. Αποτελεί για αυτήν συνθήκη πολιτικής επιβίωσης.
  2. Η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση πρέπει να κοιτάξει μπροστά. Να ξεπεράσει επιτέλους την παγίδα του κουτσαβακισμού που την έχει εγκλωβίσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε περίπτωση που πάμε σύντομα σε εκλογές οι δρόμοι είναι δύο. Είτε θα δημιουργηθεί από τα καλύτερα υλικά της ΝΔ, του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ ένα νέο κόμμα που θα επιχειρήσει να εκφράσει με αξιοπιστία και φρέσκο λόγο την εφαρμογή ενός πολιτικού πρότζεκτ της Ευρωπαίκής Ελλάδας του 2020 χτυπώντας στοχευμένα συγκεκριμένες αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ. Ή αυτά τα κόμματα θα συνεχίσουν τις μοναχικές τους πορείες γεμάτες από μνημονιακά και αντιμνημονικά μισόλογα κι αφήνοντας να εκφράσει την μεταρρυθμιστική ατζέντα του μέλλοντος με τους δικούς του όρους ο ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι ώρα μεγάλων αποφάσεων. Είναι ώρα για ηγεσία και πολιτική διεύθυνση.

Κεντροαριστερά χωρίς αριστερούς;

Η ψυχολογία του απατημένου εραστή

Η πρόσκληση των 58 για την κεντροαριστερά περιέχει αρκετό κέντρο και σχεδόν καθόλου αριστερά. Το νέο εγχείρημα δείχνει να κληρονομεί αυτούσια την οπτική του σημερινού ΠΑΣΟΚ απέναντι στην αριστερά. Μια οπτική εντελώς ξένη προς τις ιστορικές καταβολές του χώρου και τόσο μίζερη που σε κάποιες εκδηλώσεις της μοιάζει περισσότερο με την αντιφατική στάση ενός εγκατελειμένου πρώην εραστή προς το αντικείμενο του διακαούς του πόθου παρά με πολιτική συμπεριφορά. Όπου εγκατελειμένος εραστής φανταστείτε τη σχιζοειδή φύση του σημερινού ΠΑΣΟΚ. Ενός κόμματος που στις ευρωεκλογές εκλέγει δεν εκλέγει 2 ευρωβουλευτές, συμμετέχει ενεργά στην πιο δεξιά κυβέρνηση της μεταπολίτευσης συνεργαζόμενο με την ιστορικά συντηρητικότερη – στα όρια της αυταρχικής άκρας δεξιάς – ΝΔ και παρόλα αυτά συνεχίζει να παρακολουθεί ατάραχο να βαθαίνει το χάσμα αμοιβαίας κατανόησης με πολλές χιλιάδες πρώην φίλους του που πια ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ.

Ας θυμηθούμε ορισμένα στιγμιότυπα.

Στο debate των πολιτικών αρχηγών στις εκλογές του 2007 ο Αλέκος Αλαβάνος, τότε αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, είχε μια πολύ καλή εμφάνιση κερδίζοντας τις εντυπώσεις. Σε εκείνες τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα πήγε άσχημα, ειδικά στις μεγάλες περιφέρειες των αστικών κέντρων του λεκανοπεδίου. Ενδεχομένως, θα τα πήγαινε ακόμα καλύτερα αν ο κ. Αλαβάνος έσπαγε το ταμπού ζητώντας ψήφο ανατροπής των συσχετισμών για ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών από την αριστερά. Κάτι που έκανε ευθέως ο διάδοχός του Αλέξης Τσίπρας στην προεκλογική περίοδο του 2012 τινάζοντας την μπάνκα στον αέρα, όταν βέβαια οι πολιτικές συνθήκες το ευνούσαν ακόμα περισσότερο. Πριν την εκλογική του μεγέθυνση, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ένα μόνιμο μοτίβο απέναντι στο κραταιό τότε ΠΑΣΟΚ. Απευθυνόταν μόνο στον κόσμο του ζητώντας συμπόρευση χωρίς να αφήνει περιθώρια για άλλες συζητήσεις σύγκλισης σε επίπεδο ηγεσιών. Τακτική  απολύτως λογική για ένα μικρό κόμμα της αριστεράς που ήθελε να εξασφαλίσει μια πιο άνετη είσοδο στο κοινοβούλιο χωρίς να δείχνει ούτε ίχνος φλέρτ με την ηγεμονική παρουσία του ΠΑΣΟΚ που μια ζωή του στερούσε στελέχη, επιρροή και ποσοστά.

Άλλα δεδομένα ίδια μεγέθη;

Η σημερινή κατάταξη των δυο κομμάτων στη Βουλή και τις δημοσκοπήσεις έχει αντιστρέψει πλήρως την κατάσταση. Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αξιωματική αντιπολίτευση και στις δημοσκοπήσεις εμφανίζεται να διεκδικεί με καλούς οιωνούς την πρωτιά στις ερχόμενες εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2012 απώλεσε πάνω από το 70% της δύναμης που είχε το 2009 ενώ στις σημερινές δημοσκοπήσεις κοντεύει να χάσει τους μισούς ψηφοφόρους από το ιστορικό χαμηλότερο του 12%. Ποιά είναι η στάση του σημερινού ΠΑΣΟΚ απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ με αυτά τα δεδομένα; Είναι μια στάση πλήρους άρνησης αυτής της πραγματικότητας. Από τη μια απευθύνεται περιστασιακά με περίσσιο διδακτισμό αλλά απερίσκεπτα, χωρίς ενδελεχή μελέτη ποιοτικών ερευνών,  στον κόσμο που ψήφισε ή σκέπτεται να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη διατηρεί με ζήλο μια εχθρική στάση απέναντι στην ηγεσία και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα. Για να μη χάσουμε τη μεγάλη εικόνα αρκεί να θυμηθούμε ότι οι “καλύτερες” με διαφορά εμφανίσεις του Βενιζέλου στη Βουλή είναι όταν επιτίθεται στον Τσίπρα.

Μόνη εξήγηση η ελπίδα ξεφουσκώματος

Θα ήταν άδικο να πούμε ότι μια τέτοια στάση στερείται έστω κάποιας λογικής. Πράγματι ο ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύεται να πείσει ότι μια κυβέρνηση δική του θα είναι καλύτερη για τη χώρα και τους πολίτες από τη σημερινή. Το αποδεικνύουν η θολή του εικόνα σε κρίσιμα στρώματα ψηφόφορων, οι επαμφοτερίζουζες θέσεις και η μετέωρη προσπάθεια του αρχηγού του να συμβιβάζει τα ασυμβίβαστα. Η καθήλωση των δημοσκοπικών ποσοστών και η απουσία νικηφόρας δυναμικής φαίνεται ότι καλλιεργούν τη στρατηγική άποψη ότι η ενδυνάμωση αυτού του κόμματος είναι ένα πλασματικό φαινόμενο μιας αντίδρασης που στερείται πολιτικών στοιχείων.  Κάπως έτσι στο ΠΑΣΟΚ είναι σα να πιστεύουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ όπως φούσκωσε θα ξεφουσκώσει και οι πολίτες θα επιστρέψουν. Αν η απόρριψη του ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται σε μια ενδόμυχη αθώα ελπίδα ή σε κάποια κυνική επιθυμία ξεφουσκώματός του, τα πράγματα είναι σοβαρά.

Η αλήθεια Μπουτάρη

Ο Γιάννης Μπουτάρης είναι πολιτικός της σκεπτόμενης πράξης. Χθές στον “Αθήνα 984” (16/10) έθεσε χωρίς περιστροφές το ζήτημα ότι κεντροαριστερά χωρίς αριστερούς δεν γίνεται. Σε αυτή τη φάση ήταν αδύνατον να ικανοποιηθεί το αίτημα Μπουτάρη να περιλαμβάνονται στους 58 και συριζαίοι ως προσκαλώντες. Όμως ήταν λάθος να μην υπάρχει στοχευμένη πρόσκληση στο ΣΥΡΙΖΑ και εξηγούμαι: Η πρόσκληση μπορούσε να απευθύνεται στην επιτροπή εργασίας από πανεπιστημιακούς που με απόφαση Τσίπρα συστάθηκε από τον Φεβρουάριο του 13’ και να έχει αντικείμενο την προετοιμασία προγραμματικών συγκλίσεων σε θέματα μεταρρυθμίσεων στη δομή και λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Εάν σε αυτή τη συγκυρία δεν μπορεί κανείς από τους 58 να κάτσει στο ίδιο τραπέζι με (τυχαία τα ονόματα) τον Ηλία Νικολακόπουλο, τον Χριστόφορο Βερναρδάκη και το Δημήτρη Χριστόπουλο, τα πράγματα είναι πιο σοβαρά από ό,τι νομίζουμε.

Μην αγγίζετε τον κάκτο;

Εύχομαι όλα να πάνε σύμφωνα με τους καλύτερους υπολογισμούς των 58, να λάβουν τη στήριξη που προσμένουν, να γίνει η Ιδρυτική Συνδιάσκεψη, να οριστούν διαδικασίες έτσι ώστε στις ευρωεκλογές και τις δημοτικές το σχήμα να έχει όνομα, επικεφαλής στο ευρωψηφοδέλτιο και στοιχειωδώς επεξεργασμένες θέσεις. Φοβάμαι όμως ότι τα παραπάνω θα είναι πολύ λίγα και θα έχουν έρθει πολύ αργά και κατανοώ πόσο επίπονη και καθόλου αυτονόητη θα είναι η κατάκτησή τους. Υπάρχει απροθυμία και άρνηση όχι να βρεθεί από τώρα η λύση αλλά ακόμα και να αποτελέσουν αντικείμενο προετοιμασίας τα πιο κρίσιμα θέματα για το αύριο του χώρου όπως η ηγεσία, ο τρόπος εκλογής, η δομή του νέου σχήματος, η στρατηγική του απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση και η πολιτική συμμαχιών. Αυτά αντιμετωπίζονται ως ακανθώδη θέματα και παραπέμπονται στο μέλλον. Το πρόβλημα είναι ότι ο χρόνος και ο τρόπος αντιμετώπισής τους συναρτώνται από το βαθμό επιτυχίας του εγχειρήματος ενω συμβαίνει ήδη το αντίστροφο. Είναι, δηλαδή, η έλλειψη προσέγγισης σε αυτά τα θέματα που θα γεννά συνεχώς προβλήματα και θα θέτει εμπόδια κάθε φορά που θα προκύπτει ένα οποιοδήποτε θέμα πολιτικής στο οποίο το σχήμα θα πρέπει να επιδεικνύει στοιχειωδώς ομοιόμορφα αντανακλαστικά.