Πως μετριέται ο λαϊκισμός;

 © johnhain | Pixabay

Η έρευνα του Ινστιτούτου Timpro για τον «Δείκτη Απολυταρχικού Λαϊκισμού», την οποία παρουσιάζει στην Ελλάδα το ΚεΦιΜ, ήρθε να επιβαρύνει το ήδη καταθλιπτικό κλίμα που επικρατεί τον τελευταίο καιρό αναφορικά με τις προοπτικές της δημοκρατικής πολιτικής στην Ελλάδα. Η ζήτηση για απολυταρχικό λαϊκισμό εμφανίζεται πλειοψηφική καθώς όπως αναφέρει η έρευνα, σε δημοσίευμα της Καθημερινής, «η Ελλάδα είναι μία από τις 4 χώρες-μέλη της ΕΕ που η κυβέρνηση αποτελείται μόνο από λαϊκιστές», ενώ τα «λαϊκιστικά» κόμματα συγκέντρωσαν πάνω από το 50% των ψήφων στις τελευταίες εθνικές εκλογές του 2015». Όταν την ίδια στιγμή στην Ευρώπη ο δείκτης απολυταρχικού λαϊκισμού είναι 22,2% εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι εκτός από διεφθαρμένη (Δείκτης Αντίληψης Διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας) και δημοκρατικά ελλειμματική (Economist Democracy Index), η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στον λαϊκισμό και μάλιστα του απολυταρχικού είδους.

Πριν αναφερθώ σε ορισμένες ενστάσεις για την μεθοδολογία του Δείκτη Απολυταρχικού Λαϊκισμού του Timpro, επισημαίνω ότι όταν οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες καταπιάνονται με τη μέτρηση σύνθετων και αρκετά προκλητικών ιδεολογικών φαινομένων όπως ο λαϊκισμός έχουν ή θα έπρεπε να έχουν δύο στενά αλληλένδετους στόχους. Ο πρώτος είναι να προσφέρουν μια όσο το δυνατόν πιο ολιστική κατανόηση του υπό μελέτη φαινομένου έτσι ώστε, και εδώ είναι ο δεύτερος αλληλένδετος στόχος, να προκύπτουν εναργώς οι κατευθύνσεις είτε για τον περιορισμό των αρνητικών του επιδράσεων είτε για τη μεγιστοποίηση των δυνητικών του ωφελειών για το δημόσιο συμφέρον. Με την πιο πάνω συλλογιστική διάβασα τη μεθοδολογία, τα δεδομένα(.xls) και τα πορίσματα της έρευνας αλλά δεν μπορώ να πω ούτε ότι έγινα σοφότερος για την απήχηση του λαϊκισμού ούτε ότι έχω καλύτερη εικόνα για τις διαθέσιμες επιλογές αντιμετώπισης του φαινομένου.

Εν συντομία, ο δείκτης Απολυταρχικού Λαϊκισμού του Timpro καταγράφει την εκλογική απήχηση των κομμάτων τα οποία – βάσει της μεθοδολογίας του- κατατάσσει στα ακραία ή απολυταρχικά κόμματα της αριστεράς και της δεξιάς και αποδίδει σε αυτά τα ποσοστά διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με το ποσοστό των εδρών τους στη Βουλή και το βαθμό συμμετοχής τους στην κυβέρνηση. Έτσι οι ερευνητές του Timpro προσμετρούν τις ψήφους και την κατοχή αξιωμάτων αλλά σημειώνουν ότι αφήνουν εκτός πεδίου την επιρροή των «λαϊκιστικών» κομμάτων στην εφαρμοσμένη πολιτική. Επίσης, οι ερευνητές κατατάσσουν τα κόμματα του απολυταρχικού λαϊκισμού στις κατηγορίες «δεξιά» ή «αριστερά» και «ακραία» ή «απολυταρχικά». Αν ο διαχωρισμός σε αριστερά και δεξιά είναι λίγο πολύ θέμα αυτοπροσδιορισμού, για να χαρακτηριστεί ένα κόμμα απολυταρχικό αρκεί να μπορεί κάποιος να το χαρακτηρίσει αντι-φιλελεύθερο. Για να δώσουμε μερικά παραδείγματα, ο ΣΥΡΙΖΑ σύμφωνα με το Timpro είναι ένα απολυταρχικό αριστερόστροφο λαϊκιστικό κόμμα με ιδεολογία του το σοσιαλισμό και την αντι-παγκοσμιοποίηση, η Χρυσή Αυγή είναι ένα ακραίο εθνικιστικό νεοναζιστικό κόμμα της άκρας δεξιάς, το ΚΚΕ είναι ένα επίσης ακραίο κομμουνιστικό κόμμα της άκρας αριστεράς, οι ΑΝΕΛ είναι ένα απολυταρχικό κόμμα του εθνικού συντηρητισμού.

Με βάση τη μεθοδολογία αυτή τα μόνα ευρωπαϊκά κόμματα που θεωρούν οι ερευνητές ότι δεν είναι λαϊκιστικά είναι τα κεντρώα, κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα. Το γεγονός ότι η εφαρμοσμένη πολιτική βρίσκεται εκτός του πεδίου της έρευνας καθιστά το δείκτη προβληματικό και περιορίζει την αξία του. Ο λαϊκισμός στον λόγο και την πράξη των κομμάτων είναι διάχυτο φαινόμενο που διατρέχει οριζόντια το κομματικό σύστημα. Ας πάρουμε ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα εξόχως λαϊκιστικών πολιτικών θέσεων κομμάτων της εγχώριας πολιτικής σκηνής. Πόσο φιλελεύθερη ήταν η διολίσθηση της ΝΔ στον ακραίο εθνικιστικό λόγο κατά τις δημόσιες συζητήσεις για τη συμφωνία των Πρεσπών; Δεν είναι καραμπινάτος λαϊκισμός η διαφαινόμενη μείωση κατά 50% του ανταποδοτικού τέλους της ΕΡΤ μόλις γίνει κυβέρνηση η ΝΔ ώστε να ελαφρυνθεί ο ελληνικός λαός από τη χρηματοδότηση της δημόσιας τηλεόρασης; Ή μήπως δεν είναι γνήσιος συνωμοσιολογικός λαϊκισμός οι αναφορές του ΚΙΝΑΛ για το ρόλο του Σόρος στο Μακεδονικό;

Προφανώς και είναι. Ωστόσο, το ραντάρ της συγκεκριμένης έρευνας είναι προβληματικό γιατί αφήνει εκτός πεδίου την εφαρμοσμένη πολιτική. Υπάρχουν πολλά αυταρχικά κόμματα που στη θητεία τους ψήφισαν νόμους για την απόδοση ιθαγένειας σε μετανάστες, για το σύμφωνο συμβίωσης, για την αναδοχή και υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια; Με ποιό σκεπτικό η ψήφος των πολιτών που έδωσαν αυτή την εντολή θεωρείται ότι αυξάνει τη ζήτηση για απολυταρχικό λαϊκισμό; Γιατί αν εμμέσως πλην σαφώς θέλουν να μας πουν ότι για να αναχαιτιστεί ο λαϊκισμός, ο οποίος είναι σύνθετο ζήτημα που δεν χωρά μονοσήμαντες ερμηνείες, αρκεί οι πολίτες να επιλέξουν με την ψήφο τους κεντρώα, φιλελεύθερα, κεντροδεξιά ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα η πραγματικότητα τους διαψεύδει.

Advertisements

DEMOCRACY INDEX 2018: Η υποχώρηση της δημοκρατίας στην Ελλάδα

Ο Δείκτης Δημοκρατίας του Economist Intelligence Unit που μόλις δημοσιεύτηκε για το 2018 δίνει μια συνοπτική εικόνα για την κατάσταση της δημοκρατίας για 165 χώρες του κόσμου. Ο δείκτης διακρίνει τα καθεστώτα σε πέντε τύπους. Τις πλήρεις δημοκρατίες – στις οποίες η Ελλάδα ανήκε έως το 2008 – τις ελαττωματικές δημοκρατίες  στις οποίες από το 2010 συγκαταλέγεται και η Ελλάδα- τα υβριδικά καθεστώτα και τέλος τα αυταρχικά. Πρόκειται για ένα σύνθετο δείκτη αποτελούμενο από 5 κατηγορίες: εκλογική διαδικασία και πλουραλισμός, πολιτικές ελευθερίες, λειτουργία της διακυβέρνησης, πολιτική συμμετοχή, και πολιτική κουλτούρα.

Σύμφωνα με την έκθεση η κατάσταση της δημοκρατίας στον πλανήτη επιδεινώνονταν σταθερά τα τρία τελευταία χρόνια. Το 2018 η υποχώρηση της δημοκρατίας ανακόπτεται χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σημειώνεται πρόοδος σε παγκόσμια κλίμακα.  Στη Δυτική Ευρώπη, ωστόσο, ο Δείκτης Δημοκρατίας μειώθηκε κατά τι για τρίτη συνεχή χρονιά στο 8,35 από το 8,38 του 2017. Μόνο τρεις χώρες βελτίωσαν τη βαθμολογία τους στην Ευρώπη: Φινλανδία, Γερμανία και Μάλτα. Τρεις χώρες σημείωσαν χειρότερη επίδοση από πέρυσι: Τουρκία, Ιταλία και Αυστρία. Για άλλη μια φορά καμία από τις χώρες που συγκαταλέγονται στις ελαττωματικές δημοκρατίες: Ιταλία, Πορτογαλία, Γαλλία, Βέλγιο, Κύπρος και Ελλάδα δεν κατάφεραν να ανέβουν στην κατηγορία των πλήρως δημοκρατικών χωρών.

Με τη βαθμολογία της στο 7,29 η Ελλάδα βρίσκεται στην 20η θέση στις 21 χώρες της Δυτικής Ευρώπης, μπροστά μόνο από το υβριδικό καθεστώς της Τουρκίας, και στην 39η σε σύνολο 165 χωρών. Τι σημαίνει ότι η δημοκρατία είναι ελαττωματική; Σύμφωνα με τον ορισμό του Economist Intelligence Unit:

“Αυτές οι χώρες έχουν όπως και οι πλήρεις δημοκρατίες ελεύθερες και δίκαιες εκλογές και, παρά την ύπαρξη προβλημάτων (όπως παραβιάσεις της ελευθερίας των ΜΜΕ), οι βασικές πολιτικές ελευθερίες είναι σεβαστές. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες σε άλλες όψεις της δημοκρατίας που συμπεριλαμβάνουν προβλήματα στη διακυβέρνηση, μια υπανάπτυκτη πολιτική κουλτούρα και χαμηλά επίπεδα πολιτικής συμμετοχής.”

Αν ο παραπάνω ορισμός ακούγεται να περιγράφει πιστά τη χώρα μας είναι γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει. Είναι ανησυχητική η βαθμολογία του 7,29 για την ποιότητα της Δημοκρατίας στην Ελλάδα;  Χωρίς αμφιβολία ναι. Το γεγονός ότι μαζί με εμάς βρίσκονται στην κατηγορία των “ελαττωματικών δημοκρατιών” εμβληματικές χώρες των δημοκρατικών ελευθεριών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού όπως οι ΗΠΑ με 7,96 και η Γαλλία με 7,80 δεν αποτελεί άλλοθι εφησυχασμού.

Η μεγαλύτερη πτώση στους επιμέρους δείκτες αφορά στη λειτουργία της διακυβέρνησης. Το 2006 η Ελλάδα είχε 7,50 στο σχετικό δείκτη ενω σήμερα μόλις 5,36. Η υποχώρηση οφείλεται κυρίως στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και του καθεστώτος των μνημονίων στη δημοκρατική διακυβέρνηση. Το γεγονός ότι ξένες δυνάμεις, οι δανειστές εν προκειμένω, καθορίζουν σημαντικές κυβερνητικές λειτουργίες και πολιτικές επιβάλλοντας στη χώρα κάποια χαρακτηριστικά προτεκτοράτου συνυπολογίζεται στη βαθμολογία. Το ίδιο ισχύει και για την απουσία ουσιαστικών μηχανισμών λογοδοσίας, την έλλειψη διαφάνειας και ανοιχτότητας, τη διάχυτη διαφορά, την απροθυμία και το έλλειμμα ικανότητας της δημόσιας διοίκησης να εφαρμόσει δημόσιες πολιτικές, την κατάρρευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα και τη δημόσια αντίληψη του βαθμού ελευθερίας των πολιτών να επιλέξουν και να ελέγξουν την ίδια τους τη ζωή.

Αρκετά από τα παραπάνω καταγράφηκαν και από τη World Values Survey για την Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια βαθμιαία στο χρόνο υποχώρηση της δημοκρατικότητας στην Ελλάδα η οποία δεν συντελέστηκε από τη μια στιγμή στην άλλη. Αφορά τα πεπραγμένα και τις παραλείψεις όλων των κυβερνήσεων από το 2010. Μέσα σε 9 χρόνια εκτός από ένα τεράστιο μέρος του ΑΕΠ έχει τρωθεί και σημαντικό δημοκρατικό κεκτημένο η αποκατάσταση του οποίου επείγει να αρχίσει άμεσα. Έτσι κι αλλιώς απαιτεί εντατική προεργασία και θα πάρει αρκετό χρόνο να αποδώσει για να καλύψουμε το χαμένο έδαφος.

4 + 1 ερωτήματα για την κυβέρνηση μειοψηφίας

Επανήλθε το σενάριο για κυβέρνηση μειοψηφίας μετά τη βέβαιη αποχώρηση των ΑΝΕΛ από την κυβέρνηση σε περίπτωση που υπερψηφιστεί από τη Βουλή η συμφωνία των Πρεσπών. Επειδή μέσα στο γενικότερο κλίμα πόλωσης και σύγχυσης που επικρατεί εκφράζονται υπερβολές και φόβοι που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, θα επιχειρήσω να θέσω και να απαντήσω 3 +1 ερωτήματα για την κυβέρνηση μειοψηφίας. Πάμε λοιπόν:

Τι είναι;

Κυβέρνηση μειοψηφίας έχουμε όταν ένα κόμμα ή συνασπισμός ή συμμαχία κομμάτων κυβερνά χωρίς να έχει την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Το φαινόμενο της κυβέρνησης μειοψηφίας εμφανίζεται είτε αμέσως μετά τις εκλογές – όπως συνέβη το 2017 στη Μεγάλη Βρετανία, είτε στη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου μετά από πτώση της κυβέρνησης – όπως στην Ισπανία το 2018 ή και στο Βέλγιο όπου η κυβέρνηση έχασε την πλειοψηφία. Μια κυβέρνηση μειοψηφίας παραμένει στην εξουσία για όσο διάστημα κατορθώνει να υπερψηφίζει νομοσχέδια με την υποστήριξη ή την ανοχή κομμάτων και βουλευτών στη Βουλή υπό την προϋπόθεση ότι η μη εμπιστοσύνη της Βουλής δεν διαπιστώνεται σε ψηφοφορία για πρόταση δυσπιστίας. Σε αυτό το ενδεχόμενο η κυβέρνηση μειοψηφίας πέφτει και σχηματίζεται νέα από την παρούσα ή την επόμενη Βουλή.

Είναι νόμιμη;

Απολύτως. Αυτή τη στιγμή κυβερνήσεις μειοψηφίας έχουμε ακόμα στις πιο προηγμένες φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες όπως η Δανία στην οποία οι περισσότερες κυβερνήσεις από το 1982 είναι τέτοιου τύπου. Στην μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν έχει εμφανιστεί ακόμα κυβέρνηση μειοψηφίας. Ωστόσο, το Σύνταγμά μας στο άρθρο 84 για την αρχή της δεδηλωμένης, στην παράγραφο 6, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο κυβέρνησης μειοψηφίας καθώς προβλέπει ότι η πρόταση εμπιστοσύνης μπορεί να γίνει αποδεκτή αν συγκεντρώσει έστω και 120 ψήφους. Σε αυτό το σημείο η λογική του Συντάγματος τάσσεται υπέρ της κυβερνητικής σταθερότητας.

Είναι πιθανή;

Περισσότερο από ποτέ άλλοτε στο παρελθόν καθώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αποχώρησης των ΑΝΕΛ και της διαφαινόμενης υπερψήφισης της συμφωνίας των Πρεσπών σε Σκόπια και Αθήνα. Βέβαια, λόγω του πρωθυπουργοκεντρικού πολιτικού συστήματος η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει στον κ. Τσίπρα. Επομένως το αν οδηγηθούμε σε κυβέρνηση μειοψηφίας θα εξαρτηθεί από τη στάθμιση για τον καταλληλότερο χρόνο των εκλογών που θα κάνει ο πρωθυπουργός.

Είναι επικίνδυνη;

Ας σταματήσει κάποτε ο πλειοδοτικός διαγωνισμός κινδυνολογίας. Οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν υπονομεύονται από την τυπική εφαρμογή των Συνταγματικών διατάξεων. Η λειτουργία των θεσμών υποσκάπτεται από την καθημερινή δηλητηρίαση του πολιτικού κλίματος με δραματοποιημένες, υπερβολικές και εμπρηστικές δηλώσεις που διχάζουν τους πολίτες, τροφοδοτούν τον αριστερό και δεξιό λαϊκισμό και τελικά εμπεδώνουν την κρίση εμπιστοσύνης στη δημοκρατία προς όφελος των πραγματικών της εχθρών.

Ποιόν συμφέρει;

Η εύκολη απάντηση είναι τον Τσίπρα. Ο πρωθυπουργός, κατά τα φαινόμενα, θα ξεφορτωθεί τον Καμμένο και τους ΑΝΕΛ. Θα παρατείνει τη διάρκεια ζωής μιας νέας και – πιθανώς- προοδευτικότερης σύνθεσης κυβέρνησης  μέχρι το φθινόπωρο εφόσον το επιθυμεί. Θα επιχειρήσει να καταστεί ο ίδιος το επίκεντρο κάθε προσπάθειας ανασυγκρότησης των δυνάμεων μιας αντιδεξιάς παράταξης για την επόμενη μέρα των εκλογών. Ναι; Όχι ακριβώς. Τα τελευταία δείγματα γραφής στη λειτουργία της κυβέρνησης από τα πιο σημαντικά όπως η διαχείριση κρίσεων (Φωτιά στο Μάτι), τα μεσαίας σημασίας (χρίσμα σε μέτριους και αμιγώς κομματικούς υποψηφίους στους Δήμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης) έως τα χαμηλής σημασίας ζητήματα (επίσκεψη Τσίπρα στο μετρό Θεσσαλονίκης) έχουν απογοητεύσει και σπείρει τις αμφιβολίες και στους ίδιους του τους οπαδούς. Επομένως δεν είναι καθόλου βέβαιο σε τι θα ωφελήσει η παράταση ζωής μιας κυβέρνησης που εκφυλίζεται χωρίς συμμάχους, και δίχως την πλειοψηφική ευχέρεια να νομοθετεί.

Η διάκριση Ανοικτού – Κλειστού: Προς ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο

Το βιβλίο του  Alec Ross The Industries of the Future το έχω ήδη κατεβάσει ως δείγμα  στο Kindle και προτίθεμαι σύντομα να το αγοράσω. Παρακολούθησα μια πρόσφατη ομιλία του σε εκδήλωση του Knight Foundation. Ήταν μια παρουσίαση του βιβλίου του προσαρμοσμένη στο κοινό της εκδήλωσης που αποτελούνταν από τοπικές δημοσιογραφικές ομάδες. Το κεντρικό του μήνυμα προς αυτό το κοινό ήταν ότι παρά τον ξέφρενο ρυθμό της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής επανάστασης, η εστίαση για τις καινοτομίες του μέλλοντος πρέπει να ξεκινά από τις μικρές κοινότητες. Συγκεκριμένα τόνισε ότι από σήμερα έως το 2025 υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ για:

  1. Δημοσιογραφία υψηλής ποιότητας
  2. Ενημερωμένο κοινό
  3. Ενεργή κοινωνία πολιτών

Όσα είπε ο Alec Ross ενδιαφέρουν πολλούς περισσότερους από το κοινό  εκείνης της αίθουσας. Πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς, αφού πρόκειται για έναν εξαιρετικά επιδραστικό διανοητή με πλούσιες παραστάσεις. Ήταν υπεύθυνος για την πολιτική τεχνολογικής καινοτομίας της καμπάνιας του Ομπάμα το 2008, ενω αργότερα ανέλαβε θέση συμβούλου καινοτομίας της Χίλαρι Κλίντον όσο ήταν υπουργός εξωτερικών. Τα σημεία της ομιλίας του που σταχυολογώ σε αυτό το ποστ ενδιαφέρουν πολιτικούς ηγέτες (ήδη ο Ματέο Ρέντζι έκανε αναφορά σε ομιλία του), συμβούλους πολιτικής, τεχνοκράτες, επικεφαλείς επιχειρήσεων, ηγέτες της κοινωνίας των πολιτών κλπ.

Πρώτα απ’ όλα είναι απαραίτητο να αντιληφθεί κανείς την κλίμακα της ψηφιοποίησης των πάντων. Το 90% της παγκόσμιας πληροφορίας δημιουργήθηκε μόλις τα τελευταία 2 χρόνια. Με άλλα λόγια το σύνολο της πληροφορίας που δημιουργήθηκε σε αυτόν τον πλανήτη από την εποχή των σπηλαίων έως το 2013, παράγεται πλέον κάθε δύο χρόνια. Σήμερα υπάρχουν 14 δις συνδεδεμένες στο διαδίκτυο συσκευές (υπολογιστές, ταμπλέτες, τηλεοράσεις, κινητά κλπ). Σε λίγα χρόνια, το 2020 θα κυκλοφορούν 40 δις τέτοιες συσκευές. Τα ρομπότ των κόμικς και των παιδικών σειρών της δεκαετίας του 80, το 2020 θα είναι πραγματικότητα. Μπορεί να νομίζουμε ότι ένα ρομπότ θα είναι ένα μάλλον ακοινώνητο, αδέξιο έως σκουντούφλικο πλάσμα, αλλά με την εξέλιξη των αισθητήτων και της cloud ρομποτικής σε λίγα χρόνια θα μπορεί να μπαίνει σε μια γεμάτη αίθουσα και να εντοπίζει που βρίσκεται το άδειο κάθισμα για να κάτσει.

Οι συνέπειες της αλματώδους εξέλιξης της ρομποτικής στις εργασιακές σχέσεις δεν περιμένουν σε ένα ακαθόριστο μέλλον. Βρίσκονται ήδη εδώ. Πρόσφατα η Foxconn, μια εταιρία με 900.000 υπαλλήλους και μεγαλύτερους πελάτες την Apple και τη Samsung, απέλυσε 60.000 εργαζόμενους για να τους αντικαταστήσει με ρομπότ. Είναι προφανές, έχει άλλωστε διαφανεί πολύ πριν από την παραπάνω εξέλιξη, ότι διαμορφώνεται μια νεα ισορροπία περί τα εργασιακά. Πλέον οι θέσεις που κινδυνεύουν λιγότερο είναι όσες έχουν κύριο αντικείμενο τη γνώση χωρίς όμως επαναλαμβανόμενη ρουτίνα.

Στα επόμενα δέκα χρόνια, έως το 2025, η ισχυρή τεχνητή νοημοσύνη σε συνδυασμό με την ρομποτική θα ασκήσουν σημαντική επίδραση στο βιοτικό επίπεδο της μεσαίας τάξης. Σε αυτό το περιβάλλον προκλήσεων, είναι σημαντικό για όλους (πολιτικούς ηγέτες, επιχειρηματίες, στελέχη της κοινωνίας πολιτών) να αντιληφθούν ότι καλούνται να δώσουν τις μάχες του αύριο και όχι του χθές. Σε πολιτικό επίπεδο, όμως, παρατηρείται μια αμοιβαία ριζισπαστικοποίηση τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Αυτή η πολιτική αντίδραση, τουλάχιστον για τις ΗΠΑ, αντανακλά τις ανησυχίες του Αμερικανού της μεσαίας τάξης για το μισθό, την ασφάλιση και τα όποια κεκτημένα νιώθει να απειλούνται από την παγκοσμιοποίηση και θέλει να τα διαφυλάξει.

Ο Alec Ross είναι απολύτως σαφής στο ότι η διάκριση Αριστερά – Δεξιά ανήκει πια στο παρελθόν. Τον 21ο αιώνα η νέα διάκριση είναι Ανοικτό – Κλειστό. Η καινοτομία και η ευημερία έχουν την τάση να συγκεντρώνονται στα κράτη και τις κοινωνίες που είναι Ανοικτά. Ανοικτό σημαίνει πολλά. Πρωτίστως σημαίνει οικονομική κινητικότητα και εγγυήσεις επιτυχίας και ευημερίας για όλους και όχι μόνο για τις κάθε είδους ελίτ. Σημαίνει ανοικτούς θεσμούς, δικαιώματα γυναικών, εθνικών, θρησκευτικών, σεξουαλικών μειονοτήτων.

Γυρίζοντας στα χρόνια της δουλειάς του για το State Department όλο τον κόσμο, o Ross διαβλέπει ότι ανάμεσα στους νέους 20ρηδες και 30ρηδες υπάρχει μια κουλτούρα συναίνεσης για τη σπουδαιότητα των αξιών της ανοικτότητας. Οι νέοι αυτοί επιλέγουν τη χώρα όπου θα ασκήσουν το επάγγελμά τους ανάλογα με το πόσο φιλική είναι στην ανοικτή καινοτομία.

Το ερώτημα προκύπτει αβίαστα σε αυτό το περιβάλλον. Τί να κάνουμε; Ο Ross μας προτρέπει να γίνουμε ισχυροί τροφοδότες ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Στην αγροτική κοινωνία ο γαιοκτήμονας παρείχε γη και την ασφάλεια που έδινε η διαμονή σε αυτή και απαιτούσε αφοσίωση και εργασία. Στη βιομηχανική εποχή ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής προσέφερε εργασία και έδινε πίσω μισθό, σύνταξη, ασφάλεια, παιδεία. Στην ψηφιακή εποχή της πληροφορίας δεν έχουμε κοινωνικό συμβόλαιο. Στη βιομηχανική εποχή, την περίοδο 1800 – 1850, η μια επανάσταση διαδέχονταν την άλλη, η παραγωγή αυξάνονταν αλλά δεν υπήρχε κοινωνική διάχυση της ευημερίας. Σκεφθείτε απλά ότι ο Μάρξ έγραψε το Κεφάλαιο το 1848.

Η πλήρης διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου απαιτεί νέου τύπου ηγεσία. Αυτή, ωστόσο, δεν θα έρθει αναγκαστικά από τον ιδιωτικό τομέα. Οι εταιρίες που είναι προσκολλημένες στη μεγιστοποίηση των αξιών για λογαριασμό των μετόχων τους αδυνατούν να προσανατολιστούν στην ηγεσία που απαιτείται για τη δημιουργία του νέου κοινωνικύ συμβολαίου. Στο πεδίο της πολιτικής διακυβέρνησης επίσης λείπει η απαιτούμενη ηγεσία λόγω του υπερβολικού διχασμού και της πόλωσης. Αντίθετα, αυτοί που – πάντα κατά τον Ross- είναι ιδανικά τοποθετημένοι για να οραματιστούν το νέο κοινωνικό συμβόλαιο είναι οι τοπικοί stakeholders. Αυτές οι ομάδες ενδιαφερομένων σε συνεργασία με κυβερνήσεις και επιχειρήσεις μπορούν να ηγηθούν στη δημιουργία του νέου κοινωνικού συμβολαίου.

Οι υπηρεσίες και τα προϊόντα που προσφέρει ο τομέας των τοπικών stakeholders βρίσκεται στην καρδιά αυτής της προσπάθειας για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Η δημόσια οργή και αγανάκτηση των μεσαίων στρωμάτων φουντώνει λόγω της απώλειας κοινωνικού ερείσματος και της έλλειψης προοπτικής ανάκτησης των απωλειών. Εδω ακριβώς είναι που χρειάζεται μια στρατηγική δια βίου μάθησης με στόχο την αποφυγή της de facto αποστρατείας των 40ρηδων και 50ρηδων λόγω της τεχνολογίας. Μια στρατηγική με τεχνοκρατική προσέγγιση για την απόκτηση και ανάπτυξη νεών δεξιοτήτων και τη διαχείριση κοινοτήτων.

Στο εγγύς μέλλον θα δούμε παντού υβριδικά μοντέλα δημοκρατικού καπιταλισμού. Ειδικά για την Ελλάδα είναι μεγάλος ο πειρασμός να αρχίσει κανείς μια σοβαρή συζήτηση, χωρίς παρωπίδες και τα γυαλιά μιας άλλης εποχής, για το τι κρατάμε, τι πετάμε, τι αλλάζουμε και κυρίως για το τι πρέπει να δημιουργήσουμε από την αρχή. Οι πιθανοί συνδυασμοί και τα μοντέλα είναι αρκετά. Το μόνο πάντως μοντέλο που δεν λειτουργεί πουθενά είναι τα κλειστά οικονομικά συστήματα.

 

Αντέχει το πολιτικό σύστημα τη συμφωνία παραμονής στο ευρώ;

Στις επόμενες μέρες φαίνεται θα οριστικοποιηθεί η συμφωνία που κλείνει τη φιλολογία της ρήξης με όσα ενδεχόμενα αυτή συνεπάγεται. Απομένει βέβαια να τη δούμε, να την καταλάβουμε σε όλες της τις λεπτομέρειες για να την κρίνουμε ολοκληρωμένα. Ωστόσο, από τις μέχρι τώρα ενδείξεις μπορούμε να κάνουμε ορισμένες προκαταρκτικές πολιτικές παρατηρήσεις.

Όσο καλό επικοινωνιακό πακετάρισμα κι αν γίνει από την κυβέρνηση, και παρόλο που παίζει κάποιο ρόλο, η συμφωνία δεν παύει να αποτελεί λογαριασμό βαρύ που πιθανότατα θα κληθούν να πληρώσουν και πάλι πολλοί και άδικα. Αυτό σημαίνει πολλαπλό κόστος. Κόστος για την κοινωνία που δε βλέπει φως στο τούνελ. Κόστος για την οικονομία που σε τέτοιο καθεστώς δεν βλέπει ανάπτυξη. Κόστος τελικά για την κυβέρνηση που καλλιέργησε προεκλογικά άλλες προσδοκίες.

Τα ερώτημα είναι μπορεί το πολιτικό σύστημα να μετριάσει αυτό το κόστος; Μπορεί αυτή τη φορά να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από την παραμονή στο διεθνές σύστημα συνεργασίας των δυτικών χωρών; Η θέση μου είναι ότι ασφαλώς και μπορεί αν οι παίκτες κοιτάξουν επιτέλους μπροστά αφήνοντας πίσω τους παιδιάστικους τακτικισμούς και τις παραλυτικές μνησικακίες.

  1. Η κυβέρνηση πρέπει να κοιτάξει μπροστά. Έχει ένα προνόμιο που δεν το είχαν οι προηγούμενες. Πολιτικό ορίζοντα 3,5 χρόνων χωρίς προγραμματισμένη εκλογική αναμέτρηση. Έχει όμως επώδυνα μέτρα να εφαρμόσει. Η σημερινή κοινοβουλευτική στήριξη (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και υπό όρους τα άλλα φιλευρωπαϊκά κόμματα) καθόλου δεν εγγυάται τη δεδηλωμένη σε βάθος τετραετίας. Επομένως για να έχει μέλλον η κυβέρνηση πρέπει να ανανεώσει την εντολή της ανατέμνοντας τον πολιτικό χάρτη με νέο προγραμματικό περιεχόμενο. Υπάρχει τρόπος, οι συνθήκες και ο χρόνος για να το πράξει. Αποτελεί για αυτήν συνθήκη πολιτικής επιβίωσης.
  2. Η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση πρέπει να κοιτάξει μπροστά. Να ξεπεράσει επιτέλους την παγίδα του κουτσαβακισμού που την έχει εγκλωβίσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε περίπτωση που πάμε σύντομα σε εκλογές οι δρόμοι είναι δύο. Είτε θα δημιουργηθεί από τα καλύτερα υλικά της ΝΔ, του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ ένα νέο κόμμα που θα επιχειρήσει να εκφράσει με αξιοπιστία και φρέσκο λόγο την εφαρμογή ενός πολιτικού πρότζεκτ της Ευρωπαίκής Ελλάδας του 2020 χτυπώντας στοχευμένα συγκεκριμένες αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ. Ή αυτά τα κόμματα θα συνεχίσουν τις μοναχικές τους πορείες γεμάτες από μνημονιακά και αντιμνημονικά μισόλογα κι αφήνοντας να εκφράσει την μεταρρυθμιστική ατζέντα του μέλλοντος με τους δικούς του όρους ο ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι ώρα μεγάλων αποφάσεων. Είναι ώρα για ηγεσία και πολιτική διεύθυνση.

Στο άλλο έργο θεατές.

Η κριτική στον τρόπο επιλογής γενικών και ειδικών γραμματέων στα υπουργεία και στελεχών σε διάφορους φορείς του δημοσίου προσλαμβάνει δραματικούς τόνους στο λόγο των ΜΜΕ και της αντιπολίτευσης. Όσοι ασκούν κριτική δίνουν έμφαση σε τρία κυρίως ζητήματα. Πρώτον, στην καθυστέρηση ολοκλήρωσης των διαδικασιών. Δεύτερον, στα προβλήματα που η καθυστέρηση προκαλεί στην εκτελεστική λειτουργία της κυβέρνησης. Τρίτον, στο ότι οι επιλογές που τελικά γίνονται ακυρώνουν τη χρονοβόρα ανοικτή διαδικασία αφού περιλαμβάνουν στελέχη με θητεία είτε σε προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ή και στα κομματικά του όργανα.

Αντιγράφω ένα δείγμα αυτής της κριτικής το οποίο επέλεξα απλά γιατί έτυχε να το σχολιάσω. Έγραψε λοιπόν ο Στάθης στην Ελευθεροτυπία:

Η κυρία Λίνα Μενδώνη, ξανά Γενική Γραμματέας στο Υπουργείο Πολιτισμού, όπου είχε επίσης υπηρετήσει στο παρελθόν, πάλι από την ίδια θέση κατά την περίοδο 1999-2004. Ολοι οι πολιτιστικοί συντάκτες χθες όλων των εφημερίδων μόνον καλά λόγια κι επαίνους είχαν να πουν για την κυρία Μενδώνη.

Γιατί λοιπόν χρειάστηκαν 60 μέρες και η «εξέταση» χιλιάδων βιογραφικών για να γίνει το αυτονόητο;….

στο ίδιο άρθρο λίγο μετά λέει:

απλώς αποδεικνύεται για μιαν ακόμα φορά ότι συχνά οι πιασάρικες κι αβασάνιστες «καινοτομίες» εκβαίνουν μαλθακίες.Προς επίρρωσιν τούτου: το 90% των γενικών γραμματέων που έχουν έως τώρα διορισθεί είναι ΠΑΣΟΚ (και το υπόλοιπο 10% μάλλον ΠΑΣΟΚ φίλοι, ΠΑΣΟΚ συγγενείς, ΠΑΣΟΚ κουμπάροι, ΠΑΣΟΚ επιστήμονες με ντοκτορά ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ εκ ΠΑΣΟΚ, κρυπτοΠΑΣΟΚ και ΠΑΣΟΚ πρασινοφρουροί).

Επειδή η επιφανειακή κριτική γίνεται εύκολα και «βολεύει» άφησα το παρακάτω σχόλιο:

Επειδή συχνά η επίκληση του «λαϊκισμού των άλλων» λειτουργεί και ως προκάλυμμα του λαϊκισμού που ακολουθεί, παρακαλώ αν σας είναι εφικτό, μπείτε στον κόπο να κατατάξετε τις παρακάτω επιλογές με βάση το, κάπως ισοπεδωτικό, ερμηνευτικό σας σχήμα.

– Μαργαρίτα Καραβασίλη (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/karavasili.html)
– Μαρία Στρατηγάκη (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/stratigaki.html)
– Διομήδης Σπινέλλης (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/spinellis.html)
– Αρθούρος Ζερβός (http://www.foreignpress-gr.com/2009/11/blog-post_5039.html)

Πρόκειται για έναν κυριολεκτικά έντεχνο λαϊκισμό καθώς ο λόγος του Στάθη συνοδεύεται πάντα από, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα, σκίτσα. Αυτό που παρατηρώ,  προφανώς δεν αφορά μόνο τον Στάθη, είναι ότι η κριτική που ασκείται στην ανοικτή διακυβέρνηση έχει μοιρολατρικά στοιχεία.  Διέπεται από μια παραδοχή,  άλλοτε κυνικά φανερή και άλλοτε πιο σιωπηλή,  πως ό,τι και αν γίνει θα είναι τελικά αναπότρεπτη η επανάληψη του ίδιου μεταπολιτευτικού έργου με άλλους πρωταγωνιστές.

Είναι εύκολο και βολικό το κανάκεμα των αδυναμιών και των ελαττωμάτων του λαού. Το δύσκολο είναι να δημιουργηθούν ευνοικές συνθήκες για την αξιοποίηση των προτερημάτων του. Είναι εύκολη και βολική η απαξιωτική κριτική. Το δύσκολο είναι να ερευνήσει κανείς σε βάθος, να συγκρίνει μεθοδικά τι συμβαίνει στον κόσμο και να τεκμηριώσει τις επιλογές του.

Κοινός παρανομαστής της κριτικής είναι η υποτιθέμενη ασυμφωνία μεταξύ των ανοικτών διαδικασιών και της αποτελεσματικότητας. Θυμίζει μάλιστα την σφοδρή  εναντίωση στους θεσμούς και τις διαδικασίες του ανοικτού κόμματος, όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν αξιωματική αντιπολίτευση. Και τότε το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής εστιάζε στην έλλειψη αποτελεσματικότητας και συντονισμού, μέχρι που οι επιλογές του Γιώργου Παπανδρέου δικαιώθηκαν από το αποτέλεσμα των πρόσφατων εθνικών εκλογών.  Μάλιστα έτυχαν διεθνούς αναγνώρισης, αλλά και εγχώριας καθώς και η ΝΔ αρχίζει να εξασκείται.

Παρά το γεγονός ότι και η κλίμακα διαφέρει και το μεγέθος των συσσωρευμένων προβλημάτων της χώρας είναι μεγάλο, πιστεύω πως τελικά η ανοικτή διακυβέρνηση θα δικαιωθεί, από τα αποτελέσματα της φυσικά. Έτσι μάλλον και πάλι θα’ μαστε στο άλλο έργο θεατές.

Διαβούλευση με τους πολίτες. Σημερινά εμπόδια, μελλοντικές προκλήσεις

Συμπληρώνεται μια ημέρα από την στιγμή όπου δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο απόφασης του ΥΠΕΣ για τα ανώτατα όρια κυβισμού στα κρατικά αυτοκίνητα στο opengov.gr/ypes. Πρόκειται για ένα πρώτο βήμα σε μια μεγάλη προσπάθεια που απαιτείται να γίνει από όλους όσοι έχουν τη βούληση και το ενδιαφέρον να πάνε τη δημοκρατία ένα βήμα παραπέρα από την κλασσική, σε μεγάλο βαθμό προβληματική,  αντιπροσωπευτική της λειτουργία και θεώρηση. Ο δρόμος προς τη διαβούλευση κάθε θεσμικής εξουσίας με τους πολίτες είναι γεμάτος προκλήσεις. Προκλήσεις που αφορούν κυρίως στους τρόπους με τους οποίους θα ξεπεραστούν τα ποικίλλα εμπόδια που βρίσκονται σε πολλά σημεία της διαδρομής πρός μια πιο ανοικτή διαδικασία παραγωγής πολιτικής.

Ποιά είναι όμως αυτά τα εμπόδια και οι μελλοντικές προκλήσεις για την ελληνική περίπτωση; Μπορούμε να τα χωρίσουμε σε τέσσερις κατηγορίες.

1. Διοικητικά, θεσμικά εμπόδια και προκλήσεις:

Η έντονη πολιτική βούληση για την εισαγωγή αρχών διαφάνειας, διαβούλευσης, συμμετοχής και λογοδοσίας στις διαδικασίες παραγωγής δημόσιας πολιτικής πρέπει να αρχίσει μεθοδικά να αποκτά βάθος. Ένα βασικό εμπόδιο είναι οι εντάσεις που ενσκήπτουν ανάμεσα στους τεχνοκράτες που πλαισιώνουν το επιτελείο ενός υπουργού και στα στελέχη του μόνιμου διοικητικού του μηχανισμού. Κάπως σχηματικά, οι πρώτοι συνήθως καταλογίζουν στους δεύτερους  αντίσταση στις αλλαγές και δυσκολία στην απορρόφηση καινοτομιών. Eνώ οι δεύτεροι κάνουν λόγο για έλλειψη κατανόησης των υπηρεσιακών διαδικασιών και ιδιαιτεροτήτων.

Η άρση αυτού του εμποδίου είναι ίσως από τις σημαντικότερες προκλήσεις αν είναι η ελληνική πολιτική και διοίκηση να περάσουν για τα καλά στο επόμενο επίπεδο. Για να ξεπεραστεί το εμπόδιο, όμως, απαιτείται να αφιερωθεί ποιοτικός χρόνος από τους εν λόγω stakeholders, σε μια προσπάθεια να κατανοήσουν από κοινού τη φύση των επιπτώσεων μιας πιο ανοικτής και συμμετοχικής διαδικασίας λήψης των αποφάσεων. Να κατανοήσουν σε όλο το δυνατό εύρος ότι η εισαγωγή διαδικασιών ανοικτής διαβούλευσης δεν είναι απλά ακόμη ένας νεωτερισμός, αλλά συνιστά διαμοίρασμα της εξουσίας διαμόρφωσης και λήψης αποφάσεων. Ένα διαμοίρασμα της εξουσίας που γίνεται με αντάλλαγμα την προστιθέμενη αξία που κομίζουν στη λήψη αποφάσεων με τις γνώσεις, τις ιδέες και τις προτάσεις τους οι πολίτες.

Άν όχι όλοι, τουλάχιστον κάποιοι από το εν λόγω ανθρώπινο δυναμικό των Υπουργείων πρέπει να αρχίσουν να αποκτούν διαδικτυακή ορατότητα κάποιου είδους. Όχι οποιαδήποτε ορατότητα, αλλά εκείνη που συμβάλει και ανταποκρίνεται κάθε φορά στις ανάγκες της αλληλεπίδρασης της εκάστοστε διοικητικής μονάδας με τους ενδιαφερόμενους πολίτες. Αυτού του είδους η ορατότητα είναι, πρός το παρόν, ενά ζητούμενο πρός αναζήτηση.

2. Κοινωνικά εμπόδια και προκλήσεις:

Είναι έτοιμη και έχει όλη η κοινωνία τις ίδιες ευκαιρίες να συμμετέχει; Η απάντηση είναι σαφώς όχι για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, εξαιτίας των δομικών περιορισμών στην έγκαιρη πληροφόρηση όλων των δυνητικών ενδιαφερομένων. Αλλά και λόγω της ίδιας της δυνατότητας πρόσβασης στο μέσο. Μια λύση για αυτό το πρόβημα, που μάλιστα έχουν προτείνει οι Εθελοντές για την Διαφάνεια, είναι να παρέχουν τα ΚΕΠ ολοκληρωμένες υπηρεσίες διευκόλυνσης της συμμετοχής του πολίτη με τη χρήση πιο συμβατικών από το διαδίκτυο μέσων.

Μια άλλη πρόκληση είναι να κερδίσει η διαδικασία διαβούλευσης την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Κάτι που ως ένα βαθμό θα κριθεί από την ανταπόκριση της διοίκησης στις προτάσεις των πολιτών αλλά και από την ποιότητα που θα έχει, συν τω χρόνω, η μεταξύ τους διάδραση. Σε αυτό το σημείο μένουν πολλά να γίνουν.  Μια ακόμα πρόκληση είναι ότι  η διατύπωση των σχεδίων αποφάσεων και νομικών πράξεων πρέπει να γίνεται σε απλά ελληνικά. Ο στρατηγικός στόχος εδώ είναι να μην αποθαρρύνεται εκ προϊμίου η έκφραση της πλειοψηφίας των πολιτών που δεν κατέχουν την διοικητική ορολογία. Η μέθοδος της διαβούλευσης είναι εξαιρετικά σημαντική. Γι’αυτό πρέπει να υπάρχει ευελιξία στη δοκιμή καθιερωμένων διεθνών πρακτικών, μέσα βέβαια από την κατάλληλη προσαρμογή τους στην ελληνική πραγματικότητα.

3. Τεχνικά και επιχειρησιακά εμπόδια και προκλήσεις

Όπως συμβαίνει και με τις εκτός διαδικτύου διαβουλεύσεις δεν υπάρχει ούτε μια ενιαία μεθοδολογία, μήτε κάποια συγκεκριμένη τεχνολογική πλατφόρμα από τις οποίες να ξεκινήσει κάποιος. Μόνο σε προηγούμενες εμπειρίες και καλές διεθνείς πρακτικές μπορεί να βασιστεί, επιχειρώντας να τις προσαρμόσει, να τις επεκτείνει ή ακόμα και να καινοτομήσει από την αρχή.

Μια επιχειρησιακή πρόκληση αφορά στους τρόπους όπου γνωστοποιούνται και λαμβάνονται υπόψην οι απόψεις που καταγράφονται σε διάφορα σημεία στον παγκόσμιο ιστό, και ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για κάποιο υπό διαβούλευση θέμα. Επομένως, πέρα από την πρόκληση του διαμοιράσματος της εξουσίας που αναφέραμε πιο πάνω, υπάρχει και η πρόκληση κατανόησης του οιωνεί διανεμημένου χαρακτήρα κάθε διαβούλευσης.

4. Θεωρητικά, πολιτιστικά εμπόδια και προκλήσεις

Χωρίς καθόλου να υποτιμάται ο ρόλος της τεχνολογίας, η πραγματική αλλαγή παραδείγματος πρός μια ανοικτή διακυβέρνηση δεν θα συμβεί απλά και μόνο από την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην πολιτική, αλλά μόνον όταν επέλθει ουσιαστική μεταβολή στις συμπεριφορές των επί μέρους stakeholders (πολιτικών, διοίκησης, πολιτών). Για να συμβεί αυτό στη μεγάλη κλίμακα μεσολαβεί πληθώρα ακαδημαϊκών-ερευνητικών αλλά και πολιτιστικών προκλήσεων.

Παραφράζοντας την Ann Macintosh θα αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα ερωτήματα που συνιστούν προκλήσεις για το μέλλον.

  • Πως η ηλεκτρονική συμμετοχή επηρεάζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα μακροπρόθεσμα;
  • Πως, με τι μετρικά, αξιολογούμε την ηλεκτρονική συμμετοχή σε μια διαβούλευση;
  • Με ποιούς, προφανώς δημιουργικούς, τρόπους μπορούμε να ξεπεράσουμε/απαντήσουμε στην ένταση ανάμεσα στην δημοκρατική θεωρία και το σύγχρονο σχεδιασμό, πολιτικής τελικά, τεχνολογίας;