Η διάκριση Ανοικτού – Κλειστού: Προς ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο

Το βιβλίο του  Alec Ross The Industries of the Future το έχω ήδη κατεβάσει ως δείγμα  στο Kindle και προτίθεμαι σύντομα να το αγοράσω. Παρακολούθησα μια πρόσφατη ομιλία του σε εκδήλωση του Knight Foundation. Ήταν μια παρουσίαση του βιβλίου του προσαρμοσμένη στο κοινό της εκδήλωσης που αποτελούνταν από τοπικές δημοσιογραφικές ομάδες. Το κεντρικό του μήνυμα προς αυτό το κοινό ήταν ότι παρά τον ξέφρενο ρυθμό της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής επανάστασης, η εστίαση για τις καινοτομίες του μέλλοντος πρέπει να ξεκινά από τις μικρές κοινότητες. Συγκεκριμένα τόνισε ότι από σήμερα έως το 2025 υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ για:

  1. Δημοσιογραφία υψηλής ποιότητας
  2. Ενημερωμένο κοινό
  3. Ενεργή κοινωνία πολιτών

Όσα είπε ο Alec Ross ενδιαφέρουν πολλούς περισσότερους από το κοινό  εκείνης της αίθουσας. Πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς, αφού πρόκειται για έναν εξαιρετικά επιδραστικό διανοητή με πλούσιες παραστάσεις. Ήταν υπεύθυνος για την πολιτική τεχνολογικής καινοτομίας της καμπάνιας του Ομπάμα το 2008, ενω αργότερα ανέλαβε θέση συμβούλου καινοτομίας της Χίλαρι Κλίντον όσο ήταν υπουργός εξωτερικών. Τα σημεία της ομιλίας του που σταχυολογώ σε αυτό το ποστ ενδιαφέρουν πολιτικούς ηγέτες (ήδη ο Ματέο Ρέντζι έκανε αναφορά σε ομιλία του), συμβούλους πολιτικής, τεχνοκράτες, επικεφαλείς επιχειρήσεων, ηγέτες της κοινωνίας των πολιτών κλπ.

Πρώτα απ’ όλα είναι απαραίτητο να αντιληφθεί κανείς την κλίμακα της ψηφιοποίησης των πάντων. Το 90% της παγκόσμιας πληροφορίας δημιουργήθηκε μόλις τα τελευταία 2 χρόνια. Με άλλα λόγια το σύνολο της πληροφορίας που δημιουργήθηκε σε αυτόν τον πλανήτη από την εποχή των σπηλαίων έως το 2013, παράγεται πλέον κάθε δύο χρόνια. Σήμερα υπάρχουν 14 δις συνδεδεμένες στο διαδίκτυο συσκευές (υπολογιστές, ταμπλέτες, τηλεοράσεις, κινητά κλπ). Σε λίγα χρόνια, το 2020 θα κυκλοφορούν 40 δις τέτοιες συσκευές. Τα ρομπότ των κόμικς και των παιδικών σειρών της δεκαετίας του 80, το 2020 θα είναι πραγματικότητα. Μπορεί να νομίζουμε ότι ένα ρομπότ θα είναι ένα μάλλον ακοινώνητο, αδέξιο έως σκουντούφλικο πλάσμα, αλλά με την εξέλιξη των αισθητήτων και της cloud ρομποτικής σε λίγα χρόνια θα μπορεί να μπαίνει σε μια γεμάτη αίθουσα και να εντοπίζει που βρίσκεται το άδειο κάθισμα για να κάτσει.

Οι συνέπειες της αλματώδους εξέλιξης της ρομποτικής στις εργασιακές σχέσεις δεν περιμένουν σε ένα ακαθόριστο μέλλον. Βρίσκονται ήδη εδώ. Πρόσφατα η Foxconn, μια εταιρία με 900.000 υπαλλήλους και μεγαλύτερους πελάτες την Apple και τη Samsung, απέλυσε 60.000 εργαζόμενους για να τους αντικαταστήσει με ρομπότ. Είναι προφανές, έχει άλλωστε διαφανεί πολύ πριν από την παραπάνω εξέλιξη, ότι διαμορφώνεται μια νεα ισορροπία περί τα εργασιακά. Πλέον οι θέσεις που κινδυνεύουν λιγότερο είναι όσες έχουν κύριο αντικείμενο τη γνώση χωρίς όμως επαναλαμβανόμενη ρουτίνα.

Στα επόμενα δέκα χρόνια, έως το 2025, η ισχυρή τεχνητή νοημοσύνη σε συνδυασμό με την ρομποτική θα ασκήσουν σημαντική επίδραση στο βιοτικό επίπεδο της μεσαίας τάξης. Σε αυτό το περιβάλλον προκλήσεων, είναι σημαντικό για όλους (πολιτικούς ηγέτες, επιχειρηματίες, στελέχη της κοινωνίας πολιτών) να αντιληφθούν ότι καλούνται να δώσουν τις μάχες του αύριο και όχι του χθές. Σε πολιτικό επίπεδο, όμως, παρατηρείται μια αμοιβαία ριζισπαστικοποίηση τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Αυτή η πολιτική αντίδραση, τουλάχιστον για τις ΗΠΑ, αντανακλά τις ανησυχίες του Αμερικανού της μεσαίας τάξης για το μισθό, την ασφάλιση και τα όποια κεκτημένα νιώθει να απειλούνται από την παγκοσμιοποίηση και θέλει να τα διαφυλάξει.

Ο Alec Ross είναι απολύτως σαφής στο ότι η διάκριση Αριστερά – Δεξιά ανήκει πια στο παρελθόν. Τον 21ο αιώνα η νέα διάκριση είναι Ανοικτό – Κλειστό. Η καινοτομία και η ευημερία έχουν την τάση να συγκεντρώνονται στα κράτη και τις κοινωνίες που είναι Ανοικτά. Ανοικτό σημαίνει πολλά. Πρωτίστως σημαίνει οικονομική κινητικότητα και εγγυήσεις επιτυχίας και ευημερίας για όλους και όχι μόνο για τις κάθε είδους ελίτ. Σημαίνει ανοικτούς θεσμούς, δικαιώματα γυναικών, εθνικών, θρησκευτικών, σεξουαλικών μειονοτήτων.

Γυρίζοντας στα χρόνια της δουλειάς του για το State Department όλο τον κόσμο, o Ross διαβλέπει ότι ανάμεσα στους νέους 20ρηδες και 30ρηδες υπάρχει μια κουλτούρα συναίνεσης για τη σπουδαιότητα των αξιών της ανοικτότητας. Οι νέοι αυτοί επιλέγουν τη χώρα όπου θα ασκήσουν το επάγγελμά τους ανάλογα με το πόσο φιλική είναι στην ανοικτή καινοτομία.

Το ερώτημα προκύπτει αβίαστα σε αυτό το περιβάλλον. Τί να κάνουμε; Ο Ross μας προτρέπει να γίνουμε ισχυροί τροφοδότες ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Στην αγροτική κοινωνία ο γαιοκτήμονας παρείχε γη και την ασφάλεια που έδινε η διαμονή σε αυτή και απαιτούσε αφοσίωση και εργασία. Στη βιομηχανική εποχή ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής προσέφερε εργασία και έδινε πίσω μισθό, σύνταξη, ασφάλεια, παιδεία. Στην ψηφιακή εποχή της πληροφορίας δεν έχουμε κοινωνικό συμβόλαιο. Στη βιομηχανική εποχή, την περίοδο 1800 – 1850, η μια επανάσταση διαδέχονταν την άλλη, η παραγωγή αυξάνονταν αλλά δεν υπήρχε κοινωνική διάχυση της ευημερίας. Σκεφθείτε απλά ότι ο Μάρξ έγραψε το Κεφάλαιο το 1848.

Η πλήρης διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου απαιτεί νέου τύπου ηγεσία. Αυτή, ωστόσο, δεν θα έρθει αναγκαστικά από τον ιδιωτικό τομέα. Οι εταιρίες που είναι προσκολλημένες στη μεγιστοποίηση των αξιών για λογαριασμό των μετόχων τους αδυνατούν να προσανατολιστούν στην ηγεσία που απαιτείται για τη δημιουργία του νέου κοινωνικύ συμβολαίου. Στο πεδίο της πολιτικής διακυβέρνησης επίσης λείπει η απαιτούμενη ηγεσία λόγω του υπερβολικού διχασμού και της πόλωσης. Αντίθετα, αυτοί που – πάντα κατά τον Ross- είναι ιδανικά τοποθετημένοι για να οραματιστούν το νέο κοινωνικό συμβόλαιο είναι οι τοπικοί stakeholders. Αυτές οι ομάδες ενδιαφερομένων σε συνεργασία με κυβερνήσεις και επιχειρήσεις μπορούν να ηγηθούν στη δημιουργία του νέου κοινωνικού συμβολαίου.

Οι υπηρεσίες και τα προϊόντα που προσφέρει ο τομέας των τοπικών stakeholders βρίσκεται στην καρδιά αυτής της προσπάθειας για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Η δημόσια οργή και αγανάκτηση των μεσαίων στρωμάτων φουντώνει λόγω της απώλειας κοινωνικού ερείσματος και της έλλειψης προοπτικής ανάκτησης των απωλειών. Εδω ακριβώς είναι που χρειάζεται μια στρατηγική δια βίου μάθησης με στόχο την αποφυγή της de facto αποστρατείας των 40ρηδων και 50ρηδων λόγω της τεχνολογίας. Μια στρατηγική με τεχνοκρατική προσέγγιση για την απόκτηση και ανάπτυξη νεών δεξιοτήτων και τη διαχείριση κοινοτήτων.

Στο εγγύς μέλλον θα δούμε παντού υβριδικά μοντέλα δημοκρατικού καπιταλισμού. Ειδικά για την Ελλάδα είναι μεγάλος ο πειρασμός να αρχίσει κανείς μια σοβαρή συζήτηση, χωρίς παρωπίδες και τα γυαλιά μιας άλλης εποχής, για το τι κρατάμε, τι πετάμε, τι αλλάζουμε και κυρίως για το τι πρέπει να δημιουργήσουμε από την αρχή. Οι πιθανοί συνδυασμοί και τα μοντέλα είναι αρκετά. Το μόνο πάντως μοντέλο που δεν λειτουργεί πουθενά είναι τα κλειστά οικονομικά συστήματα.

 

Αντέχει το πολιτικό σύστημα τη συμφωνία παραμονής στο ευρώ;

Στις επόμενες μέρες φαίνεται θα οριστικοποιηθεί η συμφωνία που κλείνει τη φιλολογία της ρήξης με όσα ενδεχόμενα αυτή συνεπάγεται. Απομένει βέβαια να τη δούμε, να την καταλάβουμε σε όλες της τις λεπτομέρειες για να την κρίνουμε ολοκληρωμένα. Ωστόσο, από τις μέχρι τώρα ενδείξεις μπορούμε να κάνουμε ορισμένες προκαταρκτικές πολιτικές παρατηρήσεις.

Όσο καλό επικοινωνιακό πακετάρισμα κι αν γίνει από την κυβέρνηση, και παρόλο που παίζει κάποιο ρόλο, η συμφωνία δεν παύει να αποτελεί λογαριασμό βαρύ που πιθανότατα θα κληθούν να πληρώσουν και πάλι πολλοί και άδικα. Αυτό σημαίνει πολλαπλό κόστος. Κόστος για την κοινωνία που δε βλέπει φως στο τούνελ. Κόστος για την οικονομία που σε τέτοιο καθεστώς δεν βλέπει ανάπτυξη. Κόστος τελικά για την κυβέρνηση που καλλιέργησε προεκλογικά άλλες προσδοκίες.

Τα ερώτημα είναι μπορεί το πολιτικό σύστημα να μετριάσει αυτό το κόστος; Μπορεί αυτή τη φορά να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από την παραμονή στο διεθνές σύστημα συνεργασίας των δυτικών χωρών; Η θέση μου είναι ότι ασφαλώς και μπορεί αν οι παίκτες κοιτάξουν επιτέλους μπροστά αφήνοντας πίσω τους παιδιάστικους τακτικισμούς και τις παραλυτικές μνησικακίες.

  1. Η κυβέρνηση πρέπει να κοιτάξει μπροστά. Έχει ένα προνόμιο που δεν το είχαν οι προηγούμενες. Πολιτικό ορίζοντα 3,5 χρόνων χωρίς προγραμματισμένη εκλογική αναμέτρηση. Έχει όμως επώδυνα μέτρα να εφαρμόσει. Η σημερινή κοινοβουλευτική στήριξη (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και υπό όρους τα άλλα φιλευρωπαϊκά κόμματα) καθόλου δεν εγγυάται τη δεδηλωμένη σε βάθος τετραετίας. Επομένως για να έχει μέλλον η κυβέρνηση πρέπει να ανανεώσει την εντολή της ανατέμνοντας τον πολιτικό χάρτη με νέο προγραμματικό περιεχόμενο. Υπάρχει τρόπος, οι συνθήκες και ο χρόνος για να το πράξει. Αποτελεί για αυτήν συνθήκη πολιτικής επιβίωσης.
  2. Η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση πρέπει να κοιτάξει μπροστά. Να ξεπεράσει επιτέλους την παγίδα του κουτσαβακισμού που την έχει εγκλωβίσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε περίπτωση που πάμε σύντομα σε εκλογές οι δρόμοι είναι δύο. Είτε θα δημιουργηθεί από τα καλύτερα υλικά της ΝΔ, του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ ένα νέο κόμμα που θα επιχειρήσει να εκφράσει με αξιοπιστία και φρέσκο λόγο την εφαρμογή ενός πολιτικού πρότζεκτ της Ευρωπαίκής Ελλάδας του 2020 χτυπώντας στοχευμένα συγκεκριμένες αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ. Ή αυτά τα κόμματα θα συνεχίσουν τις μοναχικές τους πορείες γεμάτες από μνημονιακά και αντιμνημονικά μισόλογα κι αφήνοντας να εκφράσει την μεταρρυθμιστική ατζέντα του μέλλοντος με τους δικούς του όρους ο ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι ώρα μεγάλων αποφάσεων. Είναι ώρα για ηγεσία και πολιτική διεύθυνση.

Στο άλλο έργο θεατές.

Η κριτική στον τρόπο επιλογής γενικών και ειδικών γραμματέων στα υπουργεία και στελεχών σε διάφορους φορείς του δημοσίου προσλαμβάνει δραματικούς τόνους στο λόγο των ΜΜΕ και της αντιπολίτευσης. Όσοι ασκούν κριτική δίνουν έμφαση σε τρία κυρίως ζητήματα. Πρώτον, στην καθυστέρηση ολοκλήρωσης των διαδικασιών. Δεύτερον, στα προβλήματα που η καθυστέρηση προκαλεί στην εκτελεστική λειτουργία της κυβέρνησης. Τρίτον, στο ότι οι επιλογές που τελικά γίνονται ακυρώνουν τη χρονοβόρα ανοικτή διαδικασία αφού περιλαμβάνουν στελέχη με θητεία είτε σε προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ή και στα κομματικά του όργανα.

Αντιγράφω ένα δείγμα αυτής της κριτικής το οποίο επέλεξα απλά γιατί έτυχε να το σχολιάσω. Έγραψε λοιπόν ο Στάθης στην Ελευθεροτυπία:

Η κυρία Λίνα Μενδώνη, ξανά Γενική Γραμματέας στο Υπουργείο Πολιτισμού, όπου είχε επίσης υπηρετήσει στο παρελθόν, πάλι από την ίδια θέση κατά την περίοδο 1999-2004. Ολοι οι πολιτιστικοί συντάκτες χθες όλων των εφημερίδων μόνον καλά λόγια κι επαίνους είχαν να πουν για την κυρία Μενδώνη.

Γιατί λοιπόν χρειάστηκαν 60 μέρες και η «εξέταση» χιλιάδων βιογραφικών για να γίνει το αυτονόητο;….

στο ίδιο άρθρο λίγο μετά λέει:

απλώς αποδεικνύεται για μιαν ακόμα φορά ότι συχνά οι πιασάρικες κι αβασάνιστες «καινοτομίες» εκβαίνουν μαλθακίες.Προς επίρρωσιν τούτου: το 90% των γενικών γραμματέων που έχουν έως τώρα διορισθεί είναι ΠΑΣΟΚ (και το υπόλοιπο 10% μάλλον ΠΑΣΟΚ φίλοι, ΠΑΣΟΚ συγγενείς, ΠΑΣΟΚ κουμπάροι, ΠΑΣΟΚ επιστήμονες με ντοκτορά ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ εκ ΠΑΣΟΚ, κρυπτοΠΑΣΟΚ και ΠΑΣΟΚ πρασινοφρουροί).

Επειδή η επιφανειακή κριτική γίνεται εύκολα και «βολεύει» άφησα το παρακάτω σχόλιο:

Επειδή συχνά η επίκληση του «λαϊκισμού των άλλων» λειτουργεί και ως προκάλυμμα του λαϊκισμού που ακολουθεί, παρακαλώ αν σας είναι εφικτό, μπείτε στον κόπο να κατατάξετε τις παρακάτω επιλογές με βάση το, κάπως ισοπεδωτικό, ερμηνευτικό σας σχήμα.

– Μαργαρίτα Καραβασίλη (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/karavasili.html)
– Μαρία Στρατηγάκη (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/stratigaki.html)
– Διομήδης Σπινέλλης (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/spinellis.html)
– Αρθούρος Ζερβός (http://www.foreignpress-gr.com/2009/11/blog-post_5039.html)

Πρόκειται για έναν κυριολεκτικά έντεχνο λαϊκισμό καθώς ο λόγος του Στάθη συνοδεύεται πάντα από, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα, σκίτσα. Αυτό που παρατηρώ,  προφανώς δεν αφορά μόνο τον Στάθη, είναι ότι η κριτική που ασκείται στην ανοικτή διακυβέρνηση έχει μοιρολατρικά στοιχεία.  Διέπεται από μια παραδοχή,  άλλοτε κυνικά φανερή και άλλοτε πιο σιωπηλή,  πως ό,τι και αν γίνει θα είναι τελικά αναπότρεπτη η επανάληψη του ίδιου μεταπολιτευτικού έργου με άλλους πρωταγωνιστές.

Είναι εύκολο και βολικό το κανάκεμα των αδυναμιών και των ελαττωμάτων του λαού. Το δύσκολο είναι να δημιουργηθούν ευνοικές συνθήκες για την αξιοποίηση των προτερημάτων του. Είναι εύκολη και βολική η απαξιωτική κριτική. Το δύσκολο είναι να ερευνήσει κανείς σε βάθος, να συγκρίνει μεθοδικά τι συμβαίνει στον κόσμο και να τεκμηριώσει τις επιλογές του.

Κοινός παρανομαστής της κριτικής είναι η υποτιθέμενη ασυμφωνία μεταξύ των ανοικτών διαδικασιών και της αποτελεσματικότητας. Θυμίζει μάλιστα την σφοδρή  εναντίωση στους θεσμούς και τις διαδικασίες του ανοικτού κόμματος, όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν αξιωματική αντιπολίτευση. Και τότε το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής εστιάζε στην έλλειψη αποτελεσματικότητας και συντονισμού, μέχρι που οι επιλογές του Γιώργου Παπανδρέου δικαιώθηκαν από το αποτέλεσμα των πρόσφατων εθνικών εκλογών.  Μάλιστα έτυχαν διεθνούς αναγνώρισης, αλλά και εγχώριας καθώς και η ΝΔ αρχίζει να εξασκείται.

Παρά το γεγονός ότι και η κλίμακα διαφέρει και το μεγέθος των συσσωρευμένων προβλημάτων της χώρας είναι μεγάλο, πιστεύω πως τελικά η ανοικτή διακυβέρνηση θα δικαιωθεί, από τα αποτελέσματα της φυσικά. Έτσι μάλλον και πάλι θα’ μαστε στο άλλο έργο θεατές.

Διαβούλευση με τους πολίτες. Σημερινά εμπόδια, μελλοντικές προκλήσεις

Συμπληρώνεται μια ημέρα από την στιγμή όπου δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο απόφασης του ΥΠΕΣ για τα ανώτατα όρια κυβισμού στα κρατικά αυτοκίνητα στο opengov.gr/ypes. Πρόκειται για ένα πρώτο βήμα σε μια μεγάλη προσπάθεια που απαιτείται να γίνει από όλους όσοι έχουν τη βούληση και το ενδιαφέρον να πάνε τη δημοκρατία ένα βήμα παραπέρα από την κλασσική, σε μεγάλο βαθμό προβληματική,  αντιπροσωπευτική της λειτουργία και θεώρηση. Ο δρόμος προς τη διαβούλευση κάθε θεσμικής εξουσίας με τους πολίτες είναι γεμάτος προκλήσεις. Προκλήσεις που αφορούν κυρίως στους τρόπους με τους οποίους θα ξεπεραστούν τα ποικίλλα εμπόδια που βρίσκονται σε πολλά σημεία της διαδρομής πρός μια πιο ανοικτή διαδικασία παραγωγής πολιτικής.

Ποιά είναι όμως αυτά τα εμπόδια και οι μελλοντικές προκλήσεις για την ελληνική περίπτωση; Μπορούμε να τα χωρίσουμε σε τέσσερις κατηγορίες.

1. Διοικητικά, θεσμικά εμπόδια και προκλήσεις:

Η έντονη πολιτική βούληση για την εισαγωγή αρχών διαφάνειας, διαβούλευσης, συμμετοχής και λογοδοσίας στις διαδικασίες παραγωγής δημόσιας πολιτικής πρέπει να αρχίσει μεθοδικά να αποκτά βάθος. Ένα βασικό εμπόδιο είναι οι εντάσεις που ενσκήπτουν ανάμεσα στους τεχνοκράτες που πλαισιώνουν το επιτελείο ενός υπουργού και στα στελέχη του μόνιμου διοικητικού του μηχανισμού. Κάπως σχηματικά, οι πρώτοι συνήθως καταλογίζουν στους δεύτερους  αντίσταση στις αλλαγές και δυσκολία στην απορρόφηση καινοτομιών. Eνώ οι δεύτεροι κάνουν λόγο για έλλειψη κατανόησης των υπηρεσιακών διαδικασιών και ιδιαιτεροτήτων.

Η άρση αυτού του εμποδίου είναι ίσως από τις σημαντικότερες προκλήσεις αν είναι η ελληνική πολιτική και διοίκηση να περάσουν για τα καλά στο επόμενο επίπεδο. Για να ξεπεραστεί το εμπόδιο, όμως, απαιτείται να αφιερωθεί ποιοτικός χρόνος από τους εν λόγω stakeholders, σε μια προσπάθεια να κατανοήσουν από κοινού τη φύση των επιπτώσεων μιας πιο ανοικτής και συμμετοχικής διαδικασίας λήψης των αποφάσεων. Να κατανοήσουν σε όλο το δυνατό εύρος ότι η εισαγωγή διαδικασιών ανοικτής διαβούλευσης δεν είναι απλά ακόμη ένας νεωτερισμός, αλλά συνιστά διαμοίρασμα της εξουσίας διαμόρφωσης και λήψης αποφάσεων. Ένα διαμοίρασμα της εξουσίας που γίνεται με αντάλλαγμα την προστιθέμενη αξία που κομίζουν στη λήψη αποφάσεων με τις γνώσεις, τις ιδέες και τις προτάσεις τους οι πολίτες.

Άν όχι όλοι, τουλάχιστον κάποιοι από το εν λόγω ανθρώπινο δυναμικό των Υπουργείων πρέπει να αρχίσουν να αποκτούν διαδικτυακή ορατότητα κάποιου είδους. Όχι οποιαδήποτε ορατότητα, αλλά εκείνη που συμβάλει και ανταποκρίνεται κάθε φορά στις ανάγκες της αλληλεπίδρασης της εκάστοστε διοικητικής μονάδας με τους ενδιαφερόμενους πολίτες. Αυτού του είδους η ορατότητα είναι, πρός το παρόν, ενά ζητούμενο πρός αναζήτηση.

2. Κοινωνικά εμπόδια και προκλήσεις:

Είναι έτοιμη και έχει όλη η κοινωνία τις ίδιες ευκαιρίες να συμμετέχει; Η απάντηση είναι σαφώς όχι για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, εξαιτίας των δομικών περιορισμών στην έγκαιρη πληροφόρηση όλων των δυνητικών ενδιαφερομένων. Αλλά και λόγω της ίδιας της δυνατότητας πρόσβασης στο μέσο. Μια λύση για αυτό το πρόβημα, που μάλιστα έχουν προτείνει οι Εθελοντές για την Διαφάνεια, είναι να παρέχουν τα ΚΕΠ ολοκληρωμένες υπηρεσίες διευκόλυνσης της συμμετοχής του πολίτη με τη χρήση πιο συμβατικών από το διαδίκτυο μέσων.

Μια άλλη πρόκληση είναι να κερδίσει η διαδικασία διαβούλευσης την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Κάτι που ως ένα βαθμό θα κριθεί από την ανταπόκριση της διοίκησης στις προτάσεις των πολιτών αλλά και από την ποιότητα που θα έχει, συν τω χρόνω, η μεταξύ τους διάδραση. Σε αυτό το σημείο μένουν πολλά να γίνουν.  Μια ακόμα πρόκληση είναι ότι  η διατύπωση των σχεδίων αποφάσεων και νομικών πράξεων πρέπει να γίνεται σε απλά ελληνικά. Ο στρατηγικός στόχος εδώ είναι να μην αποθαρρύνεται εκ προϊμίου η έκφραση της πλειοψηφίας των πολιτών που δεν κατέχουν την διοικητική ορολογία. Η μέθοδος της διαβούλευσης είναι εξαιρετικά σημαντική. Γι’αυτό πρέπει να υπάρχει ευελιξία στη δοκιμή καθιερωμένων διεθνών πρακτικών, μέσα βέβαια από την κατάλληλη προσαρμογή τους στην ελληνική πραγματικότητα.

3. Τεχνικά και επιχειρησιακά εμπόδια και προκλήσεις

Όπως συμβαίνει και με τις εκτός διαδικτύου διαβουλεύσεις δεν υπάρχει ούτε μια ενιαία μεθοδολογία, μήτε κάποια συγκεκριμένη τεχνολογική πλατφόρμα από τις οποίες να ξεκινήσει κάποιος. Μόνο σε προηγούμενες εμπειρίες και καλές διεθνείς πρακτικές μπορεί να βασιστεί, επιχειρώντας να τις προσαρμόσει, να τις επεκτείνει ή ακόμα και να καινοτομήσει από την αρχή.

Μια επιχειρησιακή πρόκληση αφορά στους τρόπους όπου γνωστοποιούνται και λαμβάνονται υπόψην οι απόψεις που καταγράφονται σε διάφορα σημεία στον παγκόσμιο ιστό, και ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για κάποιο υπό διαβούλευση θέμα. Επομένως, πέρα από την πρόκληση του διαμοιράσματος της εξουσίας που αναφέραμε πιο πάνω, υπάρχει και η πρόκληση κατανόησης του οιωνεί διανεμημένου χαρακτήρα κάθε διαβούλευσης.

4. Θεωρητικά, πολιτιστικά εμπόδια και προκλήσεις

Χωρίς καθόλου να υποτιμάται ο ρόλος της τεχνολογίας, η πραγματική αλλαγή παραδείγματος πρός μια ανοικτή διακυβέρνηση δεν θα συμβεί απλά και μόνο από την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην πολιτική, αλλά μόνον όταν επέλθει ουσιαστική μεταβολή στις συμπεριφορές των επί μέρους stakeholders (πολιτικών, διοίκησης, πολιτών). Για να συμβεί αυτό στη μεγάλη κλίμακα μεσολαβεί πληθώρα ακαδημαϊκών-ερευνητικών αλλά και πολιτιστικών προκλήσεων.

Παραφράζοντας την Ann Macintosh θα αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα ερωτήματα που συνιστούν προκλήσεις για το μέλλον.

  • Πως η ηλεκτρονική συμμετοχή επηρεάζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα μακροπρόθεσμα;
  • Πως, με τι μετρικά, αξιολογούμε την ηλεκτρονική συμμετοχή σε μια διαβούλευση;
  • Με ποιούς, προφανώς δημιουργικούς, τρόπους μπορούμε να ξεπεράσουμε/απαντήσουμε στην ένταση ανάμεσα στην δημοκρατική θεωρία και το σύγχρονο σχεδιασμό, πολιτικής τελικά, τεχνολογίας;

Το λάθος ‘Όχι’ των Οικολόγων Πράσινων

Σε μια κίνηση μάλλον πρωτόγνωρη, για τα μέχρι τώρα ελληνικά πολιτικά πράγματα, ο Γιώργος Παπανδρέου πρότεινε στον επικεφαλής των Οικολόγων Πράσινων κ. Χρυσόγελο να αναλάβει το νεοσύστατο Υπουργείο Περιβάλλοντος. Έχει σημασία ότι αυτή η κίνηση έγινε μετά τη θριαμβευτική επικράτηση στις εκλογές και την επίτευξη άνετης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Δείχνει ότι επρόκειτο για έμπρακτη απόδειξη του ανοίγματος σε ευρύτερες δυνάμεις, παρά για κάποιο κοντόθωρο επικοινωνιακό τέχνασμα. Το πρώτο άνοιγμα λοιπόν έγινε και μάλιστα είχε ουσιαστικό και συμβολικό περιεχόμενο. Ουσιαστικό, γιατί όπως σημειώνει και ο Παναγιώτης Βρυώνης σαφώς ήδη υπάρχουν πολλά σημεία προγραμματικής ταύτισης ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και τους Οικολόγους Πράσινους. Συμβολικό, γιατί η Πράσινη Ανάπτυξη αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή για τη νέα κυβέρνηση.

Η απάντηση των Ο.Π ,όπως όλοι ξέρουμε, ήταν αρνητική και μάλιστα βασίζεται σε ένα αντιφατικό αιτιολογικό. Από τη μια αναφέρουν την απουσία προγραμματικού διαλόγου. Eνώ, από την άλλη, είδαμε σε τηλεοπτική δήλωση τον κ. Χρυσόγελο να επικαλείται την μη παρουσία του κόμματός του στο κοινοβούλιο, για να επηρεάζει από εκεί τις αποφάσεις ,ως σοβαρό λόγο για την άρνηση ανάληψης του Υπουργείου. Άρα, εύλογα μπορούμε να συμπεράνουμε, θυμούμενοι και παλιότερες δηλώσεις περί συνεργασιών σε περίπτωση εισαγωγής τους στη Βουλή και μη αυτοδυναμίας, ότι εάν οι Ο.Π τελικά ήταν στη Βουλή η απουσία προγραμματικού διαλόγου δεν θα τους εμπόδιζε να δεχτούν αυτή ή κάποια άλλη πρόταση.

Ας μη γελιόμαστε, ούτε η έλλειψη κοινοβουλευτικής παρουσίας μήτε το προγραμματικό πλαίσιο είναι οι πραγματικοί λόγοι αυτής της απόφασης. Η στάση των Οικολόγων Πράσινων είναι το αποτέλεσμα της έλλειψης στοιχειώδους ηγεσίας στους κόλπους τους. Είναι προφανές πως κυριάρχησε αβίαστα η άποψη του «Να αποκρούσουμε όπως-όπως την επίθεση φιλίας για να μην ενσωματωθούμε στο ΠΑΣΟΚ, για να μην διαλυθούμε». Καμία εντύπωση δεν μου κάνουν οι παλαιοαριστερές αποχρώσεις στην επιχειρηματολογία όσων συμφωνούν με το όχι των Οικολόγων. Όμως, τη δεδομένη στιγμνή η συγκεκριμένη στάση μάλλον φαίνεται να διχάζει τον κόσμο των Ο.Π. Κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο.  Ο ρεαλιστής ψηφοφόρος, αυτός που θέλει να δει τα πράγματα να προοδεύουν στην περιβαλλοντική πολιτική, δύσκολα θα συμφωνήσει με τους αντιφατικούς λόγους που επικαλέστηκαν. Δύσκολα θα πεισθεί ότι ήταν αδύνατον ο κ. Χρυσόγελος να εκφράσει από κυβερνητική θέση τη νέα αντίληψη για την Πράσινη Ανάπτυξη και παράλληλα το κόμμα του να συνεχίζει ανεμπόδιστο τις πρωτοβουλίες ανάπτυξης του πολιτικού του χώρου εκτός Βουλής.

Για να θυμηθώ και εγω τον μεγάλο Αλεξανδρινό.»Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε». Χθές λοιπόν, το ‘Όχι’ ήταν και πάλι η σωστή επιλογή. Μόνο που οι Οικολόγοι Πράσινοι, δυστυχώς είπαν το λάθος όχι. Αρνήθηκαν την  ανάληψη κυβερνητικής θέσης για το Υπουργείο Περιβάλλοντος, ενώ έπρεπε να πούν όχι σε μια φοβική, βαθιά συντηρική και ψευτοκινηματική αντίληψη που τελικά καθηλώνει κάθε ευρύτερη προοδευτική προοπτική.