Ο Μπαράκ Ομπάμα στην Ελλάδα: Ένας προσωπικός απολογισμός.

Ας μου επιτραπεί ένας άλλου τύπου απολογισμός της οκταετούς θητείας του Μπαράκ Ομπάμα στο πιο ισχυρό πολιτικό αξίωμα του πλανήτη. Θα κάνω ένα προσωπικό και σε μεγάλο βαθμό συντεχνιακό απολογισμό της πολύπλευρης επίδρασης του χαρισματικού αυτού παγκόσμιου ηγέτη. Άκουσα πρώτη φορά για τον απερχόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2007, όταν ως Γερουσιαστής του Ιλινόι συνέστησε διερευνητική επιτροπή για την εκδήλωση της πρόθεσης να είναι υποψήφιος για το χρίσμα των δημοκρατικών στην προεδρική εκλογή του επόμενου έτους. Ανακοίνωσε τη βούληση να διεκδικήσει το χρίσμα με ένα βιντεάκι πρώτα στο YouTube. Ακόμα θυμάμαι τη στιγμή που το παρακολούθησα. Είχα μείνει έκθαμβος. Ένας πανελλαδικά άγνωστος νέος αφροαμερικανός αντί να καλέσει κάποιο κανάλι, επέλεξε να χρησιμοποιήσει ένα ανερχόμενο μέσο κοινωνικής δικτύωσης για να δημοσιοποιήσει τη σημαντικότερη είδηση της έως τότε καριέρας του. Το μέσο ήταν για άλλη μια φορά το μήνυμα. Ο λόγος που εξέπεμπε ενσωμάτωσε ένα αίτημα ανανέωσης κι αλλαγής του πολιτικού παραδείγματος και του περιεχομένου της πολιτικής. Ο συνδυασμός επιλογής μέσου κι ενός λόγου φρέσκου, αιχμηρού και με βαθιές πεποιθήσεις με έκανε να αρχίζω να παρακολουθώ τις επόμενες κινήσεις του αναφέροντας στο μπλόγκ μου ό,τι έβρισκα ενδιαφέρον.

barack

Η καμπάνια του Ομπάμα για την προεδρία το 2008 άλλαξε μια για πάντα της θέση των τεχνολογιών του διαδικτύου στους κανόνες της πολιτικής επικοινωνίας. Αμφισβήτησε στην πράξη την πρωτοκαθεδρία της τηλεόρασης. Αξιοποίησε τη δύναμη των κοινωνικών δικτύων κι έδωσε ρόλο και λόγο στους πολλούς υποστηρικτές από τη βάση.Έδειξε πως ο κεντρικός σχεδιασμός της επικοινωνιακής στρατηγικής μπορεί να συνδυαστεί με τη μερική απώλεια κεντρικού ελέγχου του μηνύματος που συνεπάγεται το άνοιγμα στο από τη φύση του αποκεντρωμένο διαδίκτυο. Στις ελληνικές εκλογές του Σεμπτεμβρίου του 2007, ένα χρόνο πριν την εμβληματική καμπάνια Yes We Can του 2008, οι όροι της προεκλογικής πολιτικής επικοινωνίας υπαγόρευαν μια επιφυλακτική κι αμήχανη στάση απέναντι στο διαδίκτυο. Τότε δίναμε πραγματικό αγώνα στην ομάδα Πληροφορικής και Νέων Τεχνολογιών του ΠΑΣΟΚ για τη διεκδίκηση πόρων και μεγαλύτερου ρόλου για το διαδίκτυο στην προεκλογική εκστρατεία. Τίποτα απο αυτά που σήμερα βλέπετε κάθε μέρα στις σελίδες των κομμάτων στο facebook  και το twitter δεν ήταν αυτονόητο τότε. Απεναντίας, για όλα ήθελες έγκριση από τον ίδιο τον υπεύθυνο του εκλογικού αγώνα. Έπρεπε να πάω με το λάπτοπ στο γραφείο του Λαλιώτη να εγκρίνει τα διαφημιστικά μπάνερ που θα έπαιζαν σε πολυσύχναστα portals κι εφημερίδες παρά το ότι ήταν ήδη συμφωνημένο ότι θα ακολουθούσαν πιστά την αισθητική και το μήνυμα που χαράχτηκε κεντρικά.

Πολλά άλλαξαν στις επόμενες εθνικές εκλογές, το 2009, κι αφού είχε προηγηθεί ο Ομπάμα το 2008. Ο τομέας επικοινωνίας του κόμματος και η ομάδα νέων τεχνολογιών στελεχώθηκαν με νέους και διαδικτυακά ικανούς ανθρώπους. Είχαν πλέον κάποιους πόρους και – το σημαντικότερο όλων –  την ίδια εντολή με πολλά άλλα κομματικά επιτελεία ανά τον κόσμο. «Κάντε το όπως ο Ομπάμα». Εντάξει, δεν είχαμε στις τάξεις μας στελέχη που εργάζονταν στην Google και το Facebook για να φτιάξουμε τα campaign engines και τα Dashboards του Ομπάμα. Πειραματιστήκαμε όμως αρκετά. Ανανεώσαμε τη διαδικτυακή εικόνα του κόμματος. Ενδυναμώσαμε με οδηγίες και εργαλεία εκλογικού αγώνα στελέχη σε όλη την Ελλάδα. Καλλιεργήσαμε κοινότητες εθελοντών. Δημιουργήσαμε μέσα από ανοικτά διαδικτυακά καλέσματα ομάδες εργασίας για την περαιτέρω επεξεργασία πολιτικών προτάσεων για το κυβερνητικό έργο στον τομέα της διαφάνειας. Τη βραδυά των εκλογών οι εκλογικοί αντιπρόσωποι έστελναν άμεσα από δική μας εφαρμογή για κινητά τα αποτελέσματα από τα εκλογικά κέντρα και έτσι είχαμε απο νωρίς εικόνα για τη διαφορά των 10 μονάδων που τα περισσότερα exit polls δεν προέβλεψαν.

Η πρώτη πράξη του Ομπάμα μόλις μπήκε επίσημα ως πρόεδρος στον Λευκό Οίκο στις αρχές του 2009 είχε τεράστιο συμβολισμό και διεθνή απήχηση. Εξέδωσε την Οδηγία για τη Διαφάνεια και την Ανοικτή Διακυβέρνηση προς όλους τους επικεφαλείς των δημόσιων υπηρεσιών.

Η κυβέρνησή μου δεσμεύεται να δημιουργήσει ένα επίπεδο ανοιχτότητας στη διακυβέρνηση που να μην έχει προηγούμενο. Θα εργαστούμε μαζί για τη διασφάλιση της δημόσιας εμπιστοσύνης και την καθιέρωση ενός συστήματος διαφάνειας, δημόσιας συμμετοχής και συνεργασίας. Η Ανοιχτότητα θα ισχυροποιήσει τη δημοκρατία μας και θα προάγει την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης.

Δυο μόλις μήνες μετά, στα τέλη Μαρτίου του 2009 όπως έχω γράψει ξανά, καταχωρήσαμε το όνομα χώρου opengov.gr για να το χρησιμοποιήσουμε για τις πολιτικές ανοικτής διακυβέρνησης  από τις πρώτες κιόλας ώρες μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009. Το Σεπτέμβριο του 2011 στο περιθώριο διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών ιδρύθηκε η Συμμαχία για την Ανοικτή Διακυβέρνηση. Μια παγκόσμια πολυμερής πρωτοβουλία 70 κρατών και των αντίστοιχων τοπικών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών με στόχο την προώθηση της διαφάνειας, την ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών, την καταπολέμηση της διαφθοράς και την αξιοποίηση των τεχνολογικών καινοτομιών για τη βελτίωση της διακυβέρνησης. Αν στη σημερινή Ελλάδα έχει κάπως διασωθεί η ατζέντα και η κουβέντα για την ανοικτή διακυβέρνηση αυτό οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη συμμετοχή της Ελλάδας στην OGP από το 2012, στην ανάληψη αυτοδεσμεύσεων σε διετή σχέδια δράσης που αυτή συνεπάγεται, και φυσικά στο πλαίσιο συνεργασίας που ενθαρρύνει η OGP μεταξύ στελεχών της κυβέρνησης, της δημόσιας διοίκησης και κάθε είδους ενδιαφερόμενων από την κοινωνία των πολιτών.

Είναι όλα ρόδινα και άμεμπτα στη θητεία Ομπάμα; Όχι βέβαια. Κοιτάζοντας μακροσκοπικά τα δεδομένα της συνολικής εικόνας, η Αμερική που παραδίδει στον Τράμπ είναι καλύτερη από εκείνη που παρέλαβε ο ίδιος από τον Μπους το νεώτερο. Ωστόσο, στη μικρή κλίμακα όπως είναι η πολιτική για την ανοικτή διακυβέρνηση, παρά τη μεγάλη κληρονομιά, τις καλές πρακτικές, τη διεθνή διάχυση των εννοιών της ανοιχτότητας δεν θα ήταν και τόσο άδικο να πω ότι σε όρους ουσιαστικής επίδρασης στην πραγματική ζωή των πολιτών πέρασε κάτω από τον πήχυ των φιλόδοξων αρχικών προσδοκιών που με τόσο πάθος και πεποίθηση δημιούργησε και ενέπνευσε ο ίδιος στα πρώτα του βήματα. Αρκεί να θέσουμε σε οποιοδήποτε πολίτη το ερώτημα: «Έχεις πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειάζεσαι για να συμμετέχεις ενεργά στη διαμόρφωση των αποφάσεων που σε αφορούν και η συμμετοχή σου αυτή να λαμβάνεται υπόψη από τους ασκούντες την εξουσία;». Οι απαντήσεις δεν θα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές και αυτό οφείλεται στους στόχους που έχουν οι σχεδιαστικές προδιαγραφές των εφαρμογών ανοικτής διακυβέρνησης. Το «ξέπλυμα του ανοικτού – open washing», δηλαδή ο βαυκαλισμός πολιτικών  περιορισμένης φιλοδοξίας με το επίχρισμα των, υποτίθεται αξιακά ουδέτερων, εννοιών της διαφάνειας και της συμμετοχής, είναι ότι χειρότερο μπορεί να συμβεί στην προσπάθεια για αποτελεσματική και αποδοτική δημοκρατία. Η κληρονομιά Ομπάμα είναι μεγάλη και οι αδυναμίες της χτυπητές. Αν είναι ιάσιμες θα το δούμε.

Advertisements

Αντέχει το πολιτικό σύστημα τη συμφωνία παραμονής στο ευρώ;

Στις επόμενες μέρες φαίνεται θα οριστικοποιηθεί η συμφωνία που κλείνει τη φιλολογία της ρήξης με όσα ενδεχόμενα αυτή συνεπάγεται. Απομένει βέβαια να τη δούμε, να την καταλάβουμε σε όλες της τις λεπτομέρειες για να την κρίνουμε ολοκληρωμένα. Ωστόσο, από τις μέχρι τώρα ενδείξεις μπορούμε να κάνουμε ορισμένες προκαταρκτικές πολιτικές παρατηρήσεις.

Όσο καλό επικοινωνιακό πακετάρισμα κι αν γίνει από την κυβέρνηση, και παρόλο που παίζει κάποιο ρόλο, η συμφωνία δεν παύει να αποτελεί λογαριασμό βαρύ που πιθανότατα θα κληθούν να πληρώσουν και πάλι πολλοί και άδικα. Αυτό σημαίνει πολλαπλό κόστος. Κόστος για την κοινωνία που δε βλέπει φως στο τούνελ. Κόστος για την οικονομία που σε τέτοιο καθεστώς δεν βλέπει ανάπτυξη. Κόστος τελικά για την κυβέρνηση που καλλιέργησε προεκλογικά άλλες προσδοκίες.

Τα ερώτημα είναι μπορεί το πολιτικό σύστημα να μετριάσει αυτό το κόστος; Μπορεί αυτή τη φορά να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από την παραμονή στο διεθνές σύστημα συνεργασίας των δυτικών χωρών; Η θέση μου είναι ότι ασφαλώς και μπορεί αν οι παίκτες κοιτάξουν επιτέλους μπροστά αφήνοντας πίσω τους παιδιάστικους τακτικισμούς και τις παραλυτικές μνησικακίες.

  1. Η κυβέρνηση πρέπει να κοιτάξει μπροστά. Έχει ένα προνόμιο που δεν το είχαν οι προηγούμενες. Πολιτικό ορίζοντα 3,5 χρόνων χωρίς προγραμματισμένη εκλογική αναμέτρηση. Έχει όμως επώδυνα μέτρα να εφαρμόσει. Η σημερινή κοινοβουλευτική στήριξη (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και υπό όρους τα άλλα φιλευρωπαϊκά κόμματα) καθόλου δεν εγγυάται τη δεδηλωμένη σε βάθος τετραετίας. Επομένως για να έχει μέλλον η κυβέρνηση πρέπει να ανανεώσει την εντολή της ανατέμνοντας τον πολιτικό χάρτη με νέο προγραμματικό περιεχόμενο. Υπάρχει τρόπος, οι συνθήκες και ο χρόνος για να το πράξει. Αποτελεί για αυτήν συνθήκη πολιτικής επιβίωσης.
  2. Η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση πρέπει να κοιτάξει μπροστά. Να ξεπεράσει επιτέλους την παγίδα του κουτσαβακισμού που την έχει εγκλωβίσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε περίπτωση που πάμε σύντομα σε εκλογές οι δρόμοι είναι δύο. Είτε θα δημιουργηθεί από τα καλύτερα υλικά της ΝΔ, του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ ένα νέο κόμμα που θα επιχειρήσει να εκφράσει με αξιοπιστία και φρέσκο λόγο την εφαρμογή ενός πολιτικού πρότζεκτ της Ευρωπαίκής Ελλάδας του 2020 χτυπώντας στοχευμένα συγκεκριμένες αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ. Ή αυτά τα κόμματα θα συνεχίσουν τις μοναχικές τους πορείες γεμάτες από μνημονιακά και αντιμνημονικά μισόλογα κι αφήνοντας να εκφράσει την μεταρρυθμιστική ατζέντα του μέλλοντος με τους δικούς του όρους ο ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι ώρα μεγάλων αποφάσεων. Είναι ώρα για ηγεσία και πολιτική διεύθυνση.

Κεντροαριστερά χωρίς αριστερούς;

Η ψυχολογία του απατημένου εραστή

Η πρόσκληση των 58 για την κεντροαριστερά περιέχει αρκετό κέντρο και σχεδόν καθόλου αριστερά. Το νέο εγχείρημα δείχνει να κληρονομεί αυτούσια την οπτική του σημερινού ΠΑΣΟΚ απέναντι στην αριστερά. Μια οπτική εντελώς ξένη προς τις ιστορικές καταβολές του χώρου και τόσο μίζερη που σε κάποιες εκδηλώσεις της μοιάζει περισσότερο με την αντιφατική στάση ενός εγκατελειμένου πρώην εραστή προς το αντικείμενο του διακαούς του πόθου παρά με πολιτική συμπεριφορά. Όπου εγκατελειμένος εραστής φανταστείτε τη σχιζοειδή φύση του σημερινού ΠΑΣΟΚ. Ενός κόμματος που στις ευρωεκλογές εκλέγει δεν εκλέγει 2 ευρωβουλευτές, συμμετέχει ενεργά στην πιο δεξιά κυβέρνηση της μεταπολίτευσης συνεργαζόμενο με την ιστορικά συντηρητικότερη – στα όρια της αυταρχικής άκρας δεξιάς – ΝΔ και παρόλα αυτά συνεχίζει να παρακολουθεί ατάραχο να βαθαίνει το χάσμα αμοιβαίας κατανόησης με πολλές χιλιάδες πρώην φίλους του που πια ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ.

Ας θυμηθούμε ορισμένα στιγμιότυπα.

Στο debate των πολιτικών αρχηγών στις εκλογές του 2007 ο Αλέκος Αλαβάνος, τότε αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, είχε μια πολύ καλή εμφάνιση κερδίζοντας τις εντυπώσεις. Σε εκείνες τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα πήγε άσχημα, ειδικά στις μεγάλες περιφέρειες των αστικών κέντρων του λεκανοπεδίου. Ενδεχομένως, θα τα πήγαινε ακόμα καλύτερα αν ο κ. Αλαβάνος έσπαγε το ταμπού ζητώντας ψήφο ανατροπής των συσχετισμών για ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών από την αριστερά. Κάτι που έκανε ευθέως ο διάδοχός του Αλέξης Τσίπρας στην προεκλογική περίοδο του 2012 τινάζοντας την μπάνκα στον αέρα, όταν βέβαια οι πολιτικές συνθήκες το ευνούσαν ακόμα περισσότερο. Πριν την εκλογική του μεγέθυνση, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ένα μόνιμο μοτίβο απέναντι στο κραταιό τότε ΠΑΣΟΚ. Απευθυνόταν μόνο στον κόσμο του ζητώντας συμπόρευση χωρίς να αφήνει περιθώρια για άλλες συζητήσεις σύγκλισης σε επίπεδο ηγεσιών. Τακτική  απολύτως λογική για ένα μικρό κόμμα της αριστεράς που ήθελε να εξασφαλίσει μια πιο άνετη είσοδο στο κοινοβούλιο χωρίς να δείχνει ούτε ίχνος φλέρτ με την ηγεμονική παρουσία του ΠΑΣΟΚ που μια ζωή του στερούσε στελέχη, επιρροή και ποσοστά.

Άλλα δεδομένα ίδια μεγέθη;

Η σημερινή κατάταξη των δυο κομμάτων στη Βουλή και τις δημοσκοπήσεις έχει αντιστρέψει πλήρως την κατάσταση. Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αξιωματική αντιπολίτευση και στις δημοσκοπήσεις εμφανίζεται να διεκδικεί με καλούς οιωνούς την πρωτιά στις ερχόμενες εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2012 απώλεσε πάνω από το 70% της δύναμης που είχε το 2009 ενώ στις σημερινές δημοσκοπήσεις κοντεύει να χάσει τους μισούς ψηφοφόρους από το ιστορικό χαμηλότερο του 12%. Ποιά είναι η στάση του σημερινού ΠΑΣΟΚ απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ με αυτά τα δεδομένα; Είναι μια στάση πλήρους άρνησης αυτής της πραγματικότητας. Από τη μια απευθύνεται περιστασιακά με περίσσιο διδακτισμό αλλά απερίσκεπτα, χωρίς ενδελεχή μελέτη ποιοτικών ερευνών,  στον κόσμο που ψήφισε ή σκέπτεται να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη διατηρεί με ζήλο μια εχθρική στάση απέναντι στην ηγεσία και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα. Για να μη χάσουμε τη μεγάλη εικόνα αρκεί να θυμηθούμε ότι οι “καλύτερες” με διαφορά εμφανίσεις του Βενιζέλου στη Βουλή είναι όταν επιτίθεται στον Τσίπρα.

Μόνη εξήγηση η ελπίδα ξεφουσκώματος

Θα ήταν άδικο να πούμε ότι μια τέτοια στάση στερείται έστω κάποιας λογικής. Πράγματι ο ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύεται να πείσει ότι μια κυβέρνηση δική του θα είναι καλύτερη για τη χώρα και τους πολίτες από τη σημερινή. Το αποδεικνύουν η θολή του εικόνα σε κρίσιμα στρώματα ψηφόφορων, οι επαμφοτερίζουζες θέσεις και η μετέωρη προσπάθεια του αρχηγού του να συμβιβάζει τα ασυμβίβαστα. Η καθήλωση των δημοσκοπικών ποσοστών και η απουσία νικηφόρας δυναμικής φαίνεται ότι καλλιεργούν τη στρατηγική άποψη ότι η ενδυνάμωση αυτού του κόμματος είναι ένα πλασματικό φαινόμενο μιας αντίδρασης που στερείται πολιτικών στοιχείων.  Κάπως έτσι στο ΠΑΣΟΚ είναι σα να πιστεύουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ όπως φούσκωσε θα ξεφουσκώσει και οι πολίτες θα επιστρέψουν. Αν η απόρριψη του ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται σε μια ενδόμυχη αθώα ελπίδα ή σε κάποια κυνική επιθυμία ξεφουσκώματός του, τα πράγματα είναι σοβαρά.

Η αλήθεια Μπουτάρη

Ο Γιάννης Μπουτάρης είναι πολιτικός της σκεπτόμενης πράξης. Χθές στον “Αθήνα 984” (16/10) έθεσε χωρίς περιστροφές το ζήτημα ότι κεντροαριστερά χωρίς αριστερούς δεν γίνεται. Σε αυτή τη φάση ήταν αδύνατον να ικανοποιηθεί το αίτημα Μπουτάρη να περιλαμβάνονται στους 58 και συριζαίοι ως προσκαλώντες. Όμως ήταν λάθος να μην υπάρχει στοχευμένη πρόσκληση στο ΣΥΡΙΖΑ και εξηγούμαι: Η πρόσκληση μπορούσε να απευθύνεται στην επιτροπή εργασίας από πανεπιστημιακούς που με απόφαση Τσίπρα συστάθηκε από τον Φεβρουάριο του 13’ και να έχει αντικείμενο την προετοιμασία προγραμματικών συγκλίσεων σε θέματα μεταρρυθμίσεων στη δομή και λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Εάν σε αυτή τη συγκυρία δεν μπορεί κανείς από τους 58 να κάτσει στο ίδιο τραπέζι με (τυχαία τα ονόματα) τον Ηλία Νικολακόπουλο, τον Χριστόφορο Βερναρδάκη και το Δημήτρη Χριστόπουλο, τα πράγματα είναι πιο σοβαρά από ό,τι νομίζουμε.

Μην αγγίζετε τον κάκτο;

Εύχομαι όλα να πάνε σύμφωνα με τους καλύτερους υπολογισμούς των 58, να λάβουν τη στήριξη που προσμένουν, να γίνει η Ιδρυτική Συνδιάσκεψη, να οριστούν διαδικασίες έτσι ώστε στις ευρωεκλογές και τις δημοτικές το σχήμα να έχει όνομα, επικεφαλής στο ευρωψηφοδέλτιο και στοιχειωδώς επεξεργασμένες θέσεις. Φοβάμαι όμως ότι τα παραπάνω θα είναι πολύ λίγα και θα έχουν έρθει πολύ αργά και κατανοώ πόσο επίπονη και καθόλου αυτονόητη θα είναι η κατάκτησή τους. Υπάρχει απροθυμία και άρνηση όχι να βρεθεί από τώρα η λύση αλλά ακόμα και να αποτελέσουν αντικείμενο προετοιμασίας τα πιο κρίσιμα θέματα για το αύριο του χώρου όπως η ηγεσία, ο τρόπος εκλογής, η δομή του νέου σχήματος, η στρατηγική του απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση και η πολιτική συμμαχιών. Αυτά αντιμετωπίζονται ως ακανθώδη θέματα και παραπέμπονται στο μέλλον. Το πρόβλημα είναι ότι ο χρόνος και ο τρόπος αντιμετώπισής τους συναρτώνται από το βαθμό επιτυχίας του εγχειρήματος ενω συμβαίνει ήδη το αντίστροφο. Είναι, δηλαδή, η έλλειψη προσέγγισης σε αυτά τα θέματα που θα γεννά συνεχώς προβλήματα και θα θέτει εμπόδια κάθε φορά που θα προκύπτει ένα οποιοδήποτε θέμα πολιτικής στο οποίο το σχήμα θα πρέπει να επιδεικνύει στοιχειωδώς ομοιόμορφα αντανακλαστικά.

Τα κόμματα και η δημοκρατία χρειάζονται επαγγελματίες

Σαν σήμερα 2 Μαΐου το 2007, ξεκίνησε η επαγγελματική μου συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ. Είναι αλήθεια οτι πριν να περάσω το κατώφλι της Χαριλάου Τρικούπη για να συναντήσω τους μελλοντικούς μου συνεργάτες δεν περίμενα ποτέ οτι θα εργαζόμουν σε πολιτικό κόμμα. Ασχολούμαι επαγγελματικά με την πολιτική επικοινωνία και το Διαδίκτυο για περισσότερο απο 10 χρόνια. Κάποτε σαν στέλεχος εταιρείας δημοσκοπήσεων και επικοινωνίας είχα επισκεφθεί τα γραφεία του κόμματος και είχα μάλιστα εργαστεί για λογαριασμό του ΠΑΣΟΚ σε συγκεκριμένα έργα. Ωστόσο, επαναλαμβάνω, αν και είχα τα τυπικά προσόντα (σπουδές πολιτικής επιστήμης και μεταπτυχιακά στις μαζικές επικοινωνίες) σχεδόν απέκλεια το ενδεχόμενο να εργαστώ σε κόμμα.

Οι λόγοι για αυτό ήταν τότε προφανείς. Καταρχάς, ποτέ δεν είχα άμεση ή έμμεση αναφορά σε κανένα πολιτικό στέλεχος. Είναι γνωστό στους παροικούντες οτι για να πιάσεις δουλειά σε κόμμα, αν δεν αποσπαστείς απο άλλη θέση που ήδη κατέχεις στο δημόσιο, ο συνήθης κανόνας είναι να σε φέρει κάποιος πολιτικός. Τότε, επίσης, δεν υπήρχε ιδιαίτερη ορατότητα των ανθρώπων που εργάζονταν σε κόμματα, όχι οτι σήμερα υπάρχει βέβαια, και η εικόνα που είχα στερεοτυπικά σχηματίσει δεν προέβαλλε καμία θελκτική προοπτική.

Σιγά, σιγά αυτή η στερεοτυπική εικόνα άλλαξε. Αρχικά ήταν ένας φίλος και συνάδελφος που κάποια στιγμή εργάστηκε εκει. Ηταν αρχές του 2005 όταν μου μιλούσε για την αναδιοργάνωση που επιχειρούσε ο Παπανδρέου και για την αναζήτηση ανθρώπων που ειδικεύονται στην πολιτική χρήση του Διαδικτύου. Επειδή ήταν ακριβώς το αντικείμενό μου και λόγω της εκτίμησης στο φίλο και συνάδελφο κάποια στιγμή έστειλα βιογραφικό. Συναντήθηκα με τον υπεύθυνο του τμήματος Διαδικτύου, Πληροφορικής και Νέων Τεχνολογιών και τον τότε γενικό διευθυντή, όπου ήταν και οι αποδέκτες του βιογραφικού, αλλά θέλετε λίγο οτι τα κόμματα δεν έχουν τυπικές διαδικασίες διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού με follow up, λίγο η τρέλα της προετοιμασίας για τις δημοτικές εκλογές η υπόθεση κάπου κόλλησε. Λίγους μήνες μετά, ξεκίνησα το προσωπικό μου blog όπου έγραφα για θέματα πολιτικής, νέων τεχνολογιών και δημοσκοπήσεων. Ηταν η περίοδος των προκριματικών για το χρίσμα των δημοκρατικών στις ΗΠΑ και η καμπάνια του, τότε άγνωστου και εντελώς αουτσάιντερ, Ομπάμα μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον ήδη απο την αναγγελία της υποψηφιότητάς του μέσω YouTube. Τα post που έγραφα τα προωθουσα με email σε φίλους και κάποια απο αυτά και στον Θόδωρο Καρούνο, υπεύθυνο του τμήματος πληροφορικής. Τη δεύτερη φορά που με κάλεσαν δεν υπήρξε κόλλημα και κάπως έτσι, πριν απο ακριβώς 6 χρόνια, έγινα συνεργάτης του ΠΑΣΟΚ.

Η συνεργασία σταμάτησε άδοξα, αλλά για καλό, πριν λίγο καιρό. Απο την εμπειρία και τα υλικά αυτών των χρόνων θα μπορούσα να γράψω δυο διατριβές, άλλες τόσες συντομότερες πραγματείες για επαγγελματίες της πολιτικής ενώ έχω υποσχεθεί ήδη να συμβάλλω σε σχετικό μυθιστόρημα ενός φίλου. Η συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ ήταν μια συναρπαστική επαγγελματική εμπειρία γεμάτη προκλήσεις, συγκινήσεις, απογοητεύσεις, πολλές ήττες, μικρές νίκες στα σημεία ύστερα απο ανορθόδοξο παιχνίδι στα όρια, όμορφες αποτυχίες και κάτι λατρεμένες, ταπεινές και εύθραυστες επιτυχίες στις οποίες είχα την τύχη και την τιμή να συμμετέχω μαζί με μερικούς άλλους αφανείς ήρωες.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον ενθουσιασμό των πρώτων μηνών όταν η βιωματική πλέον εμπλοκή στη λειτουργία του κόμματος όχι απλά ανέτρεψε αλλά συνέτριψε πλήρως την προηγούμενη αντίληψη ότι μια τέτοια δουλειά δεν είναι «κανονική». Είχα βέβαια την τύχη να εργάζομαι σε ένα τμήμα όπου η ανοικτή συνεργασία, το μοίρασμα της γνώσης, ο μηνιαίος προγραμματισμός εργασιών και ο απολογισμός ήταν οι κανόνες.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την περίοδο της αντιπολίτευσης, πριν το Κίνημα αποκτήσει δημοσκοπικό ρεύμα και σφίξει κάπως η κεντρική επικοινωνιακή πειθαρχία, που είχαμε την ελευθερία με πολιτική κάλυψη στο ανώτερο δυνατό επίπεδο να πειραματισθούμε με νέες μορφές συμμετοχής και διαλόγου. Η διαβούλευση για το κυβερνητικό Πρόγραμμα το 2007 και ιδιαίτερα το wikipolitics.gr για τον συνεργατικό, τύπου crowdsourcing, κοινοβουλευτικό έλεγχο ταράξαν για μια στιγμή τα κομματικά νερά, εκτιμήθηκαν απο ειδικούς, ερευνητές και λίγους ανθρώπους που συμμετείχαν.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τους εθελοντές Διαδικτύου με τους οποίους παλέψαμε για τη διάχυση των εφαρμογών του Διαδικτύου και του μοντέλου της ανοικτότητας σε όλες τις οργανώσεις και τα στελέχη ανα την Ελλάδα συχνά κάτω από αντίξοες και άγονες συνθήκες. Προσπαθήσαμε για την ψηφιακή εγγραμματοσύνη ενός κομματικού μηχανισμού που μας αντιμετώπιζε συγκαταβατικά κοιτώντας μας κατά καιρούς σαν… ούφο με πράσινο σκουφο. Ευτυχώς που μαζικοποιήθηκε το Facebook και μερικοί θα κατάλαβαν, στο περίπου, τι έλεγαν κάποτε οι εθελοντές Διαδικτύου.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το απόγευμα τον Μάρτιο του 2009 όταν σε ένα brainstorming περπατώντας με τον Γιώργο τη διαδρομή Εξάρχεια-Ευελπίδων σκέφθηκαμε και καταχωρήσαμε το όνομα χώρου opengov.gr σαν πρόταση που θα φιλοξενούσε, όταν το κόμμα θα γινόταν κυβέρνηση, τις πολιτικές που επεξεργαζόμασταν με ομάδα εθελοντών στο πλαίσιο της επιτροπής για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συγκίνηση και το ρίγος που ένιωθα, την πρώτη εβδομάδα μετα τις εκλογές του 2009 κάθε που έμπαινα στο Μέγαρο Σταθάτου, για συναντήσεις της ομάδας ηλεκτρονικής διακυβέρνησης του γραφείου του πρωθυπουργού, με την αίσθηση της εντολής του κόσμου που ψήφισε για να εφαρμόσουμε τις πολιτικές για τη διαφάνεια και τη διαβούλευση που σχεδιάσαμε και προτείναμε στο εκλογικό σώμα.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το δημιουργικό χάος που ζήσαμε στις δημοτικές του 2010 και που τελικά καρποφόρησε σχεδόν απο το πουθενά με την εκλογή του Καμίνη.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τους φίλους και συνεργάτες που απέκτησα σε αυτα τα χρόνια.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την κόρη μου που πανηγύριζε τρέχοντας και φωνάζοντας σε όλο το σπίτι «ο μπαμπάς ήρθε μέρα» οταν κάποτε γύρισα «νωρίς» στο σπίτι ύστερα απο ένα μακρύ σερί που επέστρεφα και ήταν νύχτα.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγκαλιά της Άννας μόλις άνοιγε η πόρτα το βράδυ μετά το τέλος κάθε εκλογικής αναμέτρησης.

Είμαι ευγνώμων που είχα την τύχη να  κάνω αυτη τη δουλειά και προτρέπω ανεπιφύλακτα όλους όσοι έχουν τα προσόντα και τη θέληση να ασχοληθούν επαγγελματικά με την πολιτική και τα κόμματα να δοκιμάσουν, ειδικά τώρα. Οι πιθανότητες για αυτό που στην προηγμένη δύση αποκαλούν «success story» σε αυτόν εδω τον τόπο δεν είναι με το μέρος μας, αλλά αξίζει. Τα κόμματα και η δημοκρατία χρειάζονται επαγγελματίες.

ΥΣ. Σκεφτόμουν να γράψω περίπου τα παραπάνω εδω και λίγο καιρό, αλλά για κάποιο λόγο το ανέβαλλα. Το έναυσμα μου το έδωσαν η Τζίνα Μοσχολιού  με τα όσα ανέφερε, σε δυο συνεχόμενες πρόσφατες εκπομπές της στον Αθήνα 984 (τα podcasts εδω κι εδω) για την ανάγκη επαγγελματισμού στα κόμματα καυτηριάζοντας την υποκρισία που περισσεύει στο θέμα της χρηματοδότησης των κομμάτων και ο Κωνσταντίνος Αλεξάκος με το ποστ του για την χρηματοδότηση των κομμάτων σε αδιαφανές κράτος.

Ευδοκιμεί σήμερα ένα Κόμμα Μεταρρυθμιστικού Κέντρου;

Σε μεγάλο βαθμό η συζήτηση για τη δημιουργία ενός κόμματος του κέντρου είναι αποτέλεσμα της αναζήτησης κομματικής αντιπροσώπευσης κάποιων μάλλον μετριοπαθών ελίτ οι οποίες, πρός το παρόν, δεν είναι ικανοποιημένες από τις τρέχουσες διαδικασίες ανασύνθεσης του κομματικού συστήματος της μεταπολίτευσης.

Το ουσιαστικό πρόβλημα για την τύχη ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν είναι η υπέρβαση των επι μέρους φιλοδοξιών και ιδεολογικών αποχρώσεων ούτε η σύνθεση των διαφορετικών τάσεων σε ένα ενιαίο κόμμα όπως συχνά λέγεται. Το πρόβλημα είναι ότι ο ζωτικός πολιτικός χώρος για ένα κόμμα του μεταρρυθμιστικού κέντρου είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ήδη κατειλειμμένος από τα 3 κόμματα της συγκυβέρνησης.  

Ας θεωρήσουμε, ως υπόθεση εργασίας,  ότι τα θέματα της ηγεσίας και του αξιακού προγραμματικού πλαισίου θα επιλυθούν άμεσα κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στους πρώτους μήνες του 2013 θα έχουμε ήδη ένα νέο κόμμα, ας το ονομάσουμε ΚΜΚ (Κόμμα Μεταρρυθμιστικού Κέντρου). Το ΚΜΚ θα βρίσκεται στο κέντρο του πολιτικού φάσματος, τα στελέχη του θα εμφανίζονται σε συζητήσεις στην τηλεόραση και σε κάποιες δημοσκοπήσεις η δύναμή του θα βρίσκεται πάνω-κάτω στο κατώφλι του 3%. Το ΚΜΚ θα είναι ένα μικρό πολυσυλλεκτικό κόμμα που θα συνδυάζει κεντροδεξιές και κεντροριστερές πολιτικές τη στιγμή που ο πολυσυλλεκτισμός όπως τον ξέραμε έχει εξαντλήσει τη χρησιμότητά του. Ένα τέτοιο μικρό κόμμα καθώς θα πλησιάζουν οι ερχόμενες εκλογές θα δέχεται τεράστια αμφίπλευρη πίεση. Θα συμπιεστεί όχι από την πόλωση όπως λέγεται αλλά από μια ΝΔ που θα μοιάζει όλο και λιγότερο με αυτή που ξέραμε πρίν τον Μάιο του 2012 καθώς θα επιχειρεί να συγκροτήσει τον κεντροδεξιό μεταρρυθμιστικό πόλο. Επίσης θα δέχεται πιέσεις από τον κεντροαριστερό μεταρρυθμιστικό πόλο την ηγεμονία του οποίου δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή αν θα έχει το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ ή κάποιο άλλο σχήμα από αυτά τα δύο κόμματα. Υπό αυτές τις συνθήκες θα είναι αμφίβολο αν θα κατορθώσει να είναι στην επόμενη Βουλή.

Μπορεί οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί η τρικομματική κυβέρνηση και εκείνες που επαγγέλονται ξεχωριστά καθένα από τα κόμματα που την αποτελούν να μην είναι ακριβώς το “cup of tea” των ελίτ που επιδιώκουν ένα ΚΜΚ. Αυτό όμως έχει ελάχιστη σημασία για την τύχη ενός ΚΜΚ η οποία δεν ευνοείται υπό τις παρούσες συνθήκες. Η Ελλάδα του 2013 δεν είναι Εσθονία όπου μετά την ανεξαρτητοποίησή της από τη ΕΣΣΔ δημιουργήθηκε από το μηδέν ένα κομματικό σύστημα όπου τα δύο πρώτα κόμματα είναι το κλασικά φιλελεύθερο Εσθονικό Μεταρρυθμιστικό Κόμμα και το κεντρώο Εσθονικό Κεντρώο Κόμμα. Δεν είναι ούτε Ιταλία όπου μετά τα σκάνδαλα στις αρχές τις δεκαετίας του 90’ κατέρρευσε πραγματικά και όχι εκλογικά το μεταπολεμικό κομματικό σύστημα. Στη δεύτερη Ιταλική δημοκρατία εξαφανίστηκαν τα έως τότε κόμματα  και ο ατελής διπολισμός ανάμεσα στο Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα και την Κομμουνιστική Αριστερά έδωσε τη θέση του σε ένα ελάχιστα πιο πλουραλιστικό σύστημα με σαφή διπολικά χαρακτηριστικά ανάμεσα στην κεντροδεξιά Forza Italia του Μπερλουσκόνι και τις κατα καιρούς κεντροαριστερές συμμαχίες.
Στην Ελλάδα του 2013 το κομματικό σύστημα της μεταπολίτευσης βρίσκεται σε διαδικασία ανασύνθεσης. Τα παλιά κόμματα (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) είναι ακόμα ζωντανά και ανασυντίθενται ενώ παλιοί (ΣΥΡΙΖΑ) και νέοι παίκτες (ΔΗΜΑΡ) έχουν ήδη καταγεγραμμένες δυνάμεις και εξελίσσονται γρήγορα. Σε ένα τέτοιο σκηνικό ακόμα και το ιδανικότερο ΚΜΚ, όπως αυτό της υπόθεσης εργασίας μας, θα είναι ο αδύναμος κρίκος.

To ταϊμλάιν του ΠΑΣΟΚ

Πριν από λίγες εβδομάδες το Ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα (PSOE) υπέστη τη χειρότερη ήττα της ιστορίας του. H εκλογική του επίδοση δεν ξεπέρασε το κατώφλι του 29,5%, ποσοστό που είχε αποσπάσει το 1979 στις πρώτες εκλογές μετά την πτώση του Franco. Οι εκτιμήσεις για την πρωτοφανή καθίζηση της επιρροής του ποικίλουν. Άλλες την αποδίδουν στις λάθος πολιτικές που γιγάντωσαν την ανεργία. Κάποιες άλλες εστιάζουν στην ατολμία ανάληψης ακόμα πιο ριζικών μέτρων λιτότητας. Κοινός τόπος, σε κάθε περίπτωση, είναι η παντελής αδυναμία των Ισπανών σοσιαλιστών να επεξεργαστούν και να υλοποιήσουν ένα αποτελεσματικό σχέδιο διαχείρισης της οικονομικής κρίσης που να περιορίζει τις συνεχείς απώλειες θέσεων εργασίας.

Στη μεγάλη εικόνα, η κατάσταση που έχει περιέλθει το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει συγκρίσιμες αναλογίες με εκείνη του συγγενικού Ισπανικού κόμματος. Σήμερα, ενάμιση χρόνο από την εισαγωγή της χώρας στον τριμερή μηχανισμό στήριξης, το ΠΑΣΟΚ φυλλορροεί εκλογικά με τις δυνητικές του απώλειες να κατευθύνονται σχεδόν προς όλο το κομματικό φάσμα, κυρίως όμως προς την αριστερά. Αν επαληθευτούν οι δημοσκοπήσεις στην πρόθεση ψήφου και στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος, η απήχηση του ΠΑΣΟΚ προσεγγίζει στα επίπεδα του 1974 (13,6%) ή, στο πιο ευνοϊκό σενάριο, σε εκείνα του 1977 (25,3%).

Κάπου εδώ, όμως, ας αφήσουμε για λίγο τις αναγωγές της προοπτικής του ΠΑΣΟΚ στις συνέπειες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, στη δυναμική της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και στις δυνατότητες της εγχώριας κεντροαριστεράς. Άλλωστε, όπως απέδειξαν οι περιπτώσεις της Πορτογαλίας, της Ισπανίας αλλά και της Ιταλίας, η δυσμενής εκλογική και πολιτική μοίρα των μονοκομματικών κυβερνήσεων σε αυτή τη συγκυρία της κρίσης είναι η ίδια, ανεξάρτητα από την πολιτική οικογένεια στην οποία ανήκουν.

Πέρα από τις διαδικασίες αλλαγής ηγεσίας η πορεία ανασυγκρότησης, και όχι απλά εκλογικής ανάκαμψης, του ΠΑΣΟΚ στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα θα προσδιοριστεί από την επίδραση δυο δομικών παραγόντων.

Ο πρώτος παράγοντας έχει να κάνει με το είδος του κόμματος, την ίδια του τη λειτουργία και φυσικά με το στελεχιακό δυναμικό που με τη δράση και τις πρακτικές του αντιπροσωπεύει το κόμμα σε εθνικό και, ανά περίπτωση, σε τοπικό επίπεδο. Η διαδικασία άμεσης εκλογής του προέδρου από τη βάση εισήχθηκε το 2004, επιβεβαιώθηκε το 2007 και συνοδεύτηκε από ένα νέο διακριτό σύνολο πολιτικών αξιών και πρακτικών όπως, μεταξύ άλλων, είναι η συμμετοχή, η διαβούλευση, η λογοδοσία, η διαφάνεια. Αν είναι να περιγράψει κανείς αυτές τις πολιτικές πρακτικές εν συντομία θα έλεγε πως αποτελούν την ατζέντα της ανοικτότητας(openness). Η άμεση εκλογή προέδρου από τη βάση σαφώς και είναι μια κορυφαία στιγμή. Αρκεί να θυμηθούμε το καλό κλίμα και την αναλαμπή θετικής προσδοκίας όπου προκάλεσε και τις δύο φορές παρά τη δυσμενή συγκυρία όπου έλαβε χώρα. Μην ξεχνάμε ότι το 2004 η εκλογή προέδρου έλαβε χώρα σε συνθήκες εντεινόμενης φθοράς από την ενδεκαετή συνεχή κυβερνητική θητεία, ενώ το 2007 μετά από μια δεύτερη συνεχόμενη εκλογική ήττα. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί η άμεση εκλογή του προέδρου για να κάνουμε λόγο για ανοικτό κόμμα. Για να είμαστε ακριβείς, η άμεση εκλογή προέδρου και μερικές ανεφάρμοστες διατάξεις του καταστατικού περί προκριματικών εκλογών για την ανάδειξη υποψήφιων βουλευτών, ευρωβουλευτών και του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας περί τοπικών δημοψηφισμάτων είναι τα μόνα θεσμικά κατοχυρωμένα πλην όμως ελάχιστα και συνεπώς μετέωρα βήματα προς ένα κόμμα που θα λειτουργεί συμμετοχικά με διαφάνεια και λογοδοσία.

Στην πράξη, όλα αυτά τα χρόνια, οι προσωπικοί μηχανισμοί, οι τοπικές ομάδες, η πελατειακή λογική, οι συγκεντρωτικές γραφειοκρατικές πρακτικές και η μικροπολιτική εξακολουθούν να λειτουργούν ως είχαν. Οι αρχές και αξίες της διαβούλευσης, της διαφάνειας, της λογοδοσίας που εύστοχα συνοψίστηκαν στο κεντρικό μήνυμα “πρώτα ο πολίτης” έγιναν κτήμα μόνο ενός εξαιρετικά περιορισμένου αριθμού στελεχών στα ηγετικά κλιμάκια, συγκίνησαν ένα μέρος της βάσης, δημιούργησαν ελπίδα και κινητοποίησαν φρέσκο δυναμικό που συνεχίζει να κινείται εκτός των κομματικών ορίων, αλλά έως εκεί. Η μεγάλη πλειοψηφία των στελεχών ουδέποτε προσπάθησε ειλικρινά να ενσωματώσει στην πολιτική τους δράση τέτοιες αξίες. Ο παραδοσιακός κομματικός μηχανισμός τις αντιμετώπισε άλλοτε με απάθεια και αδιαφορία, άλλοτε εχθρικά ή, ακόμα χειρότερα, μέσα από ένα ψευδεπίγραφο εναγκαλισμό τους σε ρητορικό επίπεδο. Επί της ουσίας, αυτού του είδους η τακτικίστικη οικειοποίηση ακύρωσε αυτές τις πολιτικές αξίες έως το σημείο να τις καταστήσει ένα σύντομο ανέκδοτο για όσους ξέρουν….

Συνεπώς, καμία απορία δεν προκαλεί το ότι η συζήτηση για το ανοικτό κόμμα δεν σημείωσε πρόοδο παρά το γεγονός ότι κατά καιρούς διατυπώθηκαν ενδιαφέρουσες προτάσεις από ενεργούς πολίτες. Προτάσεις όπως η διενέργεια μικρών θεματικών συνεδρίων που σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα θα καλούνταν να αποφασίσουν για ειδικά θέματα ανά έτος. Όπως η θεσμική θωράκιση της δυνατότητας συμμετοχής των μελών στη διαδικασία διαμόρφωσης και λήψης των αποφάσεων μέσα από διαβούλευση. Όπως η δυνατότητα διαρκούς συμμετοχής των ΜΚΟ στις διαδικασίες εσωτερικής διαβούλευσης με σεβασμό στους διακριτούς ρόλους και στην αυτονομία της δράσης τους.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο παράδοξο σημείο να είναι η ανοικτή διακυβέρνηση(opengov), με την ηλεκτρονική διαβούλευση σε σχέδια νόμου και το πρόγραμμα Διαύγεια με την ανάρτηση όλων των κυβερνητικών και διοικητικών πράξεων στο Διαδίκτυο, πολύ πιο μπροστά από ό,τι έχει εφαρμόσει το κόμμα η κυβέρνηση του οποίου τις υλοποίησε. Η πολλές φορές χαοτική απόσταση και οι διαφορετικές ταχύτητες αναφορικά με την προώθηση της ατζέντας της ανοικτότητας ανάμεσα στην ηγεσία και τον παραδοσιακό κομματικό μηχανισμό προφανώς δεν έρχονται δίχως συνέπειες. Ίσως η βασικότερη όλων να είναι το βαθύ, και πλέον εξαιρετικά δύσκολο να επανορθωθεί, ρήγμα στην αξιοπιστία του κόμματος έναντι του εκλογικού σώματος που του εμπιστεύθηκε τη διακυβέρνηση.

Ο δεύτερος δομικός παράγοντας για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ είναι η πολιτική και ιδεολογική του συγκρότηση. Βεβαίως το καυτό ερώτημα αφορά στην πλατφόρμα που θα παρουσιάσει στις προσεχείς εκλογές αλλά και στη στρατηγική με την οποία θα την προβάλει πριν και μετά από αυτές. Ασφαλώς πριν φθάσει κανείς σε προγραμματική πλατφόρμα πρέπει να προηγηθεί απολογισμός του κυβερνητικού έργου και αυτοκριτική για τα λάθη και τις παραλείψεις. Ο σωστός απολογισμός και η γενναία εκτίμηση των λαθών πρέπει να οδηγούν σε συγκεκριμένες δράσεις υπεράσπισης και προβολής των θετικών αλλά και θεραπείας των παθογενειών. Κάτι τέτοιο είναι sine qua non προϋπόθεση για την επιβίωση της παράταξης.

Για να επιστρέψουμε στην ατζέντα της ανοικτότητας, ο απολογισμός θα ήταν σήμερα μια λιγότερο επώδυνη υπόθεση αν γινόταν τμηματικά από την αρχή της κυβερνητικής θητείας. Αν για παράδειγμα κάποιο κομματικό όργανο είχε αναλάβει την πρωτοβουλία, σε συνεργασία όπου χρειαζόταν με την κυβέρνηση, να παρακολουθεί και να καταγράφει ανοικτά στο Διαδίκτυο το κυβερνητικό έργο σε σχέση με το προεκλογικό πρόγραμμα ανά τομέα πολιτικής. Αν στον ίδιο Διαδικτυακό τόπο είχε αποκωδικοποιηθεί το διαβόητο μνημόνιο κατ’ αντιστοιχία με το προεκλογικό πρόγραμμα ώστε να γίνει σαφές τι ήταν στο γράμμα, τι στο πνεύμα και τι ακριβώς ήταν εντελώς ξένο με τη φιλοσοφία του προγράμματος. Αν μέσα από όλη αυτή την κατεξοχήν πολιτική εργασία γινόταν ένας συνεχής διάλογος μέσα και έξω από το οργανωμένο ΠΑΣΟΚ σήμερα ο απολογισμός θα είχε διανύσει ήδη μια πορεία. Επειδή όμως αυτά προϋποθέτουν ένα κόμμα που οργανώνεται και λειτουργεί τελείως διαφορετικά από όσα ισχύουν, τώρα πρέπει να πιάσουμε από την αρχή την άκρη του νήματος.

Ευελπιστούμε πως εύκολα ή δύσκολα το νήμα των τελευταίων ετών θα ξετυλιχθεί. Άλλωστε, με όλες τις ασυνέχειες, τις τομές και τις παλινδρομήσεις της διαδρομής από το 1981, το νήμα του έργου της διετίας 09-11 αποτελεί μέρος μιας πολιτικής χρονογραμμής με σημαντικούς σταθμούς. Με όρους τουϊτερ (twitter), θα λέγαμε πως η χρονογραμμή, το λεγόμενο ταϊμλάιν, του ΠΑΣΟΚ αποτελείται από μεγάλους και πασίγνωστους σταθμούς όπως ενδεικτικά είναι το ΕΣΥ, το ΑΣΕΠ, οι μεταρρυθμίσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση, η ΟΝΕ, η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. Αποτελείται όμως και από μερικούς μικρούς, σχετικά άγνωστους στο ευρύ κοινό και ενίοτε παραγνωρισμένους σταθμούς από δράσεις που σε ανύποπτο χρόνο άνοιξαν νέους χώρους. Ο εθελοντισμός στο Διαδίκτυο μέσα από εν πολλοίς δοκιμαστικού τύπου πλατφόρμες συμμετοχικής πολιτικής διεύρυνε, έστω στιγμιαία, τον κύκλο των υποκειμένων και των Κινημάτων με τα οποία μπορούσε να συνομιλεί το ΠΑΣΟΚ. Το ίδιο και το γεγονός της απόδοσης δικαιώματος ψήφου σε μετανάστες κατόχους κάρτας διαμονής στις εσωκομματικές εκλογές. Όμως, τέτοιες μικρές παρεμβάσεις τείνουν να υποτιμούνται με το επιχείρημα ότι παρεκκλίνουν από τα μεγάλα διακυβεύματα της κεντρικής ατζέντας.

Γυρίζουμε, για λίγο, πάλι στη μεγάλη εικόνα. Σήμερα, που το διεθνικό πολιτικό και τα εγχώρια κομματικά συστήματα αναζητούν την τεχνογνωσία για να ανακτήσει η Πολιτική ένα ζωτικό μέρος της διευθυντικής της ικανότητας έναντι των χρηματαγορών, είναι περισσότερο ρευστό από ποτέ το ποια θέματα ανήκουν στα κεντρικά διακυβεύματα ενός κόμματος που οφείλει να είναι παρόν σε δυο παράλληλες μάχες. Η μια μάχη αφορά στη διάσωση της Ελλάδας, τη διόλου αυτονόητη παραμονή της στο Ευρώ και στον πυρήνα του ευρωπαϊκού θεσμικού συστήματος. Η άλλη παράλληλη μάχη αφορά στην εκ βάθρου ανασυγκρότησή του ΠΑΣΟΚ ώστε να γίνει εκ νέου επίκαιρο και να είναι χρήσιμος ως πολιτικός φορέας. Ο βαθμός δυσκολίας και των δύο μαχών προσαυξάνεται από το γεγονός ότι η παγκόσμια κρίση βρήκε την Ελλάδα με συσσωρευμένες παθογένειες αναφορικά με τον επιχειρησιακό εκσυγχρονισμό του κρατικού-διοικητικού της μηχανισμού και χρονίζουσες εκκρεμότητες σχετικά με το προσανατολισμό και τη διάρθρωση του παραγωγικού της μοντέλου. Σε αυτό το περίπλοκο και αχαρτογράφητο πλαίσιο δράσης το ΠΑΣΟΚ πρέπει να δημιουργήσει πρακτικές συλλογικής ηγεσίας, να πάρει υπεύθυνα θέση μιλώντας και εξηγώντας στον κόσμο το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο που προτείνει, να συνθέσει μια νέα αφήγηση εντός της οποίας να μπορούν με απλά λόγια να συνεκφέρονται θέματα από την ολοκλήρωση της συμφωνίας για το PSI έως τη συμβολή των τοπικών του οργανώσεων σε δράσεις αλληλεγγύης όπως είναι η εθελοντική οικοδιδασκαλία στο #tutorpool, κλπ…

To ταϊμλάιν του ΠΑΣΟΚ θα είναι υβριδικό.

Θεόδωρος Καρούνος
Αλέξανδρος Μελίδης,
Θανάσης Πρίφτης

Σημ: Μια συντετμημένη έκδοση του ίδιου άρθρου δημοσιεύεται στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ.

Το λάθος ‘Όχι’ των Οικολόγων Πράσινων

Σε μια κίνηση μάλλον πρωτόγνωρη, για τα μέχρι τώρα ελληνικά πολιτικά πράγματα, ο Γιώργος Παπανδρέου πρότεινε στον επικεφαλής των Οικολόγων Πράσινων κ. Χρυσόγελο να αναλάβει το νεοσύστατο Υπουργείο Περιβάλλοντος. Έχει σημασία ότι αυτή η κίνηση έγινε μετά τη θριαμβευτική επικράτηση στις εκλογές και την επίτευξη άνετης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Δείχνει ότι επρόκειτο για έμπρακτη απόδειξη του ανοίγματος σε ευρύτερες δυνάμεις, παρά για κάποιο κοντόθωρο επικοινωνιακό τέχνασμα. Το πρώτο άνοιγμα λοιπόν έγινε και μάλιστα είχε ουσιαστικό και συμβολικό περιεχόμενο. Ουσιαστικό, γιατί όπως σημειώνει και ο Παναγιώτης Βρυώνης σαφώς ήδη υπάρχουν πολλά σημεία προγραμματικής ταύτισης ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και τους Οικολόγους Πράσινους. Συμβολικό, γιατί η Πράσινη Ανάπτυξη αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή για τη νέα κυβέρνηση.

Η απάντηση των Ο.Π ,όπως όλοι ξέρουμε, ήταν αρνητική και μάλιστα βασίζεται σε ένα αντιφατικό αιτιολογικό. Από τη μια αναφέρουν την απουσία προγραμματικού διαλόγου. Eνώ, από την άλλη, είδαμε σε τηλεοπτική δήλωση τον κ. Χρυσόγελο να επικαλείται την μη παρουσία του κόμματός του στο κοινοβούλιο, για να επηρεάζει από εκεί τις αποφάσεις ,ως σοβαρό λόγο για την άρνηση ανάληψης του Υπουργείου. Άρα, εύλογα μπορούμε να συμπεράνουμε, θυμούμενοι και παλιότερες δηλώσεις περί συνεργασιών σε περίπτωση εισαγωγής τους στη Βουλή και μη αυτοδυναμίας, ότι εάν οι Ο.Π τελικά ήταν στη Βουλή η απουσία προγραμματικού διαλόγου δεν θα τους εμπόδιζε να δεχτούν αυτή ή κάποια άλλη πρόταση.

Ας μη γελιόμαστε, ούτε η έλλειψη κοινοβουλευτικής παρουσίας μήτε το προγραμματικό πλαίσιο είναι οι πραγματικοί λόγοι αυτής της απόφασης. Η στάση των Οικολόγων Πράσινων είναι το αποτέλεσμα της έλλειψης στοιχειώδους ηγεσίας στους κόλπους τους. Είναι προφανές πως κυριάρχησε αβίαστα η άποψη του «Να αποκρούσουμε όπως-όπως την επίθεση φιλίας για να μην ενσωματωθούμε στο ΠΑΣΟΚ, για να μην διαλυθούμε». Καμία εντύπωση δεν μου κάνουν οι παλαιοαριστερές αποχρώσεις στην επιχειρηματολογία όσων συμφωνούν με το όχι των Οικολόγων. Όμως, τη δεδομένη στιγμνή η συγκεκριμένη στάση μάλλον φαίνεται να διχάζει τον κόσμο των Ο.Π. Κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο.  Ο ρεαλιστής ψηφοφόρος, αυτός που θέλει να δει τα πράγματα να προοδεύουν στην περιβαλλοντική πολιτική, δύσκολα θα συμφωνήσει με τους αντιφατικούς λόγους που επικαλέστηκαν. Δύσκολα θα πεισθεί ότι ήταν αδύνατον ο κ. Χρυσόγελος να εκφράσει από κυβερνητική θέση τη νέα αντίληψη για την Πράσινη Ανάπτυξη και παράλληλα το κόμμα του να συνεχίζει ανεμπόδιστο τις πρωτοβουλίες ανάπτυξης του πολιτικού του χώρου εκτός Βουλής.

Για να θυμηθώ και εγω τον μεγάλο Αλεξανδρινό.»Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε». Χθές λοιπόν, το ‘Όχι’ ήταν και πάλι η σωστή επιλογή. Μόνο που οι Οικολόγοι Πράσινοι, δυστυχώς είπαν το λάθος όχι. Αρνήθηκαν την  ανάληψη κυβερνητικής θέσης για το Υπουργείο Περιβάλλοντος, ενώ έπρεπε να πούν όχι σε μια φοβική, βαθιά συντηρική και ψευτοκινηματική αντίληψη που τελικά καθηλώνει κάθε ευρύτερη προοδευτική προοπτική.