Πως μετριέται ο λαϊκισμός;

 © johnhain | Pixabay

Η έρευνα του Ινστιτούτου Timpro για τον «Δείκτη Απολυταρχικού Λαϊκισμού», την οποία παρουσιάζει στην Ελλάδα το ΚεΦιΜ, ήρθε να επιβαρύνει το ήδη καταθλιπτικό κλίμα που επικρατεί τον τελευταίο καιρό αναφορικά με τις προοπτικές της δημοκρατικής πολιτικής στην Ελλάδα. Η ζήτηση για απολυταρχικό λαϊκισμό εμφανίζεται πλειοψηφική καθώς όπως αναφέρει η έρευνα, σε δημοσίευμα της Καθημερινής, «η Ελλάδα είναι μία από τις 4 χώρες-μέλη της ΕΕ που η κυβέρνηση αποτελείται μόνο από λαϊκιστές», ενώ τα «λαϊκιστικά» κόμματα συγκέντρωσαν πάνω από το 50% των ψήφων στις τελευταίες εθνικές εκλογές του 2015». Όταν την ίδια στιγμή στην Ευρώπη ο δείκτης απολυταρχικού λαϊκισμού είναι 22,2% εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι εκτός από διεφθαρμένη (Δείκτης Αντίληψης Διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας) και δημοκρατικά ελλειμματική (Economist Democracy Index), η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στον λαϊκισμό και μάλιστα του απολυταρχικού είδους.

Πριν αναφερθώ σε ορισμένες ενστάσεις για την μεθοδολογία του Δείκτη Απολυταρχικού Λαϊκισμού του Timpro, επισημαίνω ότι όταν οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες καταπιάνονται με τη μέτρηση σύνθετων και αρκετά προκλητικών ιδεολογικών φαινομένων όπως ο λαϊκισμός έχουν ή θα έπρεπε να έχουν δύο στενά αλληλένδετους στόχους. Ο πρώτος είναι να προσφέρουν μια όσο το δυνατόν πιο ολιστική κατανόηση του υπό μελέτη φαινομένου έτσι ώστε, και εδώ είναι ο δεύτερος αλληλένδετος στόχος, να προκύπτουν εναργώς οι κατευθύνσεις είτε για τον περιορισμό των αρνητικών του επιδράσεων είτε για τη μεγιστοποίηση των δυνητικών του ωφελειών για το δημόσιο συμφέρον. Με την πιο πάνω συλλογιστική διάβασα τη μεθοδολογία, τα δεδομένα(.xls) και τα πορίσματα της έρευνας αλλά δεν μπορώ να πω ούτε ότι έγινα σοφότερος για την απήχηση του λαϊκισμού ούτε ότι έχω καλύτερη εικόνα για τις διαθέσιμες επιλογές αντιμετώπισης του φαινομένου.

Εν συντομία, ο δείκτης Απολυταρχικού Λαϊκισμού του Timpro καταγράφει την εκλογική απήχηση των κομμάτων τα οποία – βάσει της μεθοδολογίας του- κατατάσσει στα ακραία ή απολυταρχικά κόμματα της αριστεράς και της δεξιάς και αποδίδει σε αυτά τα ποσοστά διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με το ποσοστό των εδρών τους στη Βουλή και το βαθμό συμμετοχής τους στην κυβέρνηση. Έτσι οι ερευνητές του Timpro προσμετρούν τις ψήφους και την κατοχή αξιωμάτων αλλά σημειώνουν ότι αφήνουν εκτός πεδίου την επιρροή των «λαϊκιστικών» κομμάτων στην εφαρμοσμένη πολιτική. Επίσης, οι ερευνητές κατατάσσουν τα κόμματα του απολυταρχικού λαϊκισμού στις κατηγορίες «δεξιά» ή «αριστερά» και «ακραία» ή «απολυταρχικά». Αν ο διαχωρισμός σε αριστερά και δεξιά είναι λίγο πολύ θέμα αυτοπροσδιορισμού, για να χαρακτηριστεί ένα κόμμα απολυταρχικό αρκεί να μπορεί κάποιος να το χαρακτηρίσει αντι-φιλελεύθερο. Για να δώσουμε μερικά παραδείγματα, ο ΣΥΡΙΖΑ σύμφωνα με το Timpro είναι ένα απολυταρχικό αριστερόστροφο λαϊκιστικό κόμμα με ιδεολογία του το σοσιαλισμό και την αντι-παγκοσμιοποίηση, η Χρυσή Αυγή είναι ένα ακραίο εθνικιστικό νεοναζιστικό κόμμα της άκρας δεξιάς, το ΚΚΕ είναι ένα επίσης ακραίο κομμουνιστικό κόμμα της άκρας αριστεράς, οι ΑΝΕΛ είναι ένα απολυταρχικό κόμμα του εθνικού συντηρητισμού.

Με βάση τη μεθοδολογία αυτή τα μόνα ευρωπαϊκά κόμματα που θεωρούν οι ερευνητές ότι δεν είναι λαϊκιστικά είναι τα κεντρώα, κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα. Το γεγονός ότι η εφαρμοσμένη πολιτική βρίσκεται εκτός του πεδίου της έρευνας καθιστά το δείκτη προβληματικό και περιορίζει την αξία του. Ο λαϊκισμός στον λόγο και την πράξη των κομμάτων είναι διάχυτο φαινόμενο που διατρέχει οριζόντια το κομματικό σύστημα. Ας πάρουμε ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα εξόχως λαϊκιστικών πολιτικών θέσεων κομμάτων της εγχώριας πολιτικής σκηνής. Πόσο φιλελεύθερη ήταν η διολίσθηση της ΝΔ στον ακραίο εθνικιστικό λόγο κατά τις δημόσιες συζητήσεις για τη συμφωνία των Πρεσπών; Δεν είναι καραμπινάτος λαϊκισμός η διαφαινόμενη μείωση κατά 50% του ανταποδοτικού τέλους της ΕΡΤ μόλις γίνει κυβέρνηση η ΝΔ ώστε να ελαφρυνθεί ο ελληνικός λαός από τη χρηματοδότηση της δημόσιας τηλεόρασης; Ή μήπως δεν είναι γνήσιος συνωμοσιολογικός λαϊκισμός οι αναφορές του ΚΙΝΑΛ για το ρόλο του Σόρος στο Μακεδονικό;

Προφανώς και είναι. Ωστόσο, το ραντάρ της συγκεκριμένης έρευνας είναι προβληματικό γιατί αφήνει εκτός πεδίου την εφαρμοσμένη πολιτική. Υπάρχουν πολλά αυταρχικά κόμματα που στη θητεία τους ψήφισαν νόμους για την απόδοση ιθαγένειας σε μετανάστες, για το σύμφωνο συμβίωσης, για την αναδοχή και υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια; Με ποιό σκεπτικό η ψήφος των πολιτών που έδωσαν αυτή την εντολή θεωρείται ότι αυξάνει τη ζήτηση για απολυταρχικό λαϊκισμό; Γιατί αν εμμέσως πλην σαφώς θέλουν να μας πουν ότι για να αναχαιτιστεί ο λαϊκισμός, ο οποίος είναι σύνθετο ζήτημα που δεν χωρά μονοσήμαντες ερμηνείες, αρκεί οι πολίτες να επιλέξουν με την ψήφο τους κεντρώα, φιλελεύθερα, κεντροδεξιά ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα η πραγματικότητα τους διαψεύδει.

Advertisements

5 λόγοι για να γίνει debate

Κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση ο Αλέξης Τσίπρας προκάλεσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε τηλεοπτικό διάλογο για τη συμφωνία των Πρεσπών. Η ΝΔ αρνείται ένα τέτοιο debate σε αυτή τη χρονική συγκυρία και παραπέμπει στην προεκλογική περίοδο. Εδω υποστηρίζω ότι υπάρχουν τουλάχιστον 5 λόγοι για τους οποίους είναι καλό για τους πολίτες, τους θεσμούς, την εξυγίανση του δημόσιου διαλόγου να γίνει αυτό το debate:

  1. Όσο και να έχει φθαρεί η τηλεόραση, παραμένει ένα υπέροχο μέσο μαζικής ενημέρωσης του κοινού και ένα πρόγραμμα δομημένου διαλόγου όπως το ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών για ένα κορυφαίο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής θα βοηθήσει τον κόσμο να σχηματίσει πιο ολοκληρωμένη άποψη
  2. Πράγματι τα debates των πολιτικών αρχηγών είθισται να διεξάγονται σε προεκλογική περίοδο, καιρός είναι να θεσμοθετηθούν ως συχνότερος μηχανισμός δημόσιας λογοδοσίας σε μη προεκλογική περίοδο
  3. Όλοι συμφωνούν ότι η μορφή διεξαγωγής των προεκλογικών debates προσφέρει ελάχιστες γνώσεις και συγκινήσεις αλλά άφθονα χασμουρητά. Τα κομματικά επιτελεία στη χώρα μας είναι κατά κανόνα συντηρητικά και διστάζουν να υιοθετήσουν ένα πιο ζωντανό αντιπαραθετικό μοντέλο συζήτησης όπως π.χ σε Βρετανία, Γαλλία, Αμερική υπό το καθεστώς φόβου λίγες μέρες πριν την κάλπη. Τώρα που δεν βρισκόμαστε σε αμιγώς προεκλογική περίοδο είναι ευκαιρία να αλλάξει και αυτό.
  4. Να γίνουν δυο debates. Ένα στο ΣΚΑΙ με τον πρωθυπουργό και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και ένα στην ΕΡΤ με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς των δημοκρατικών κομμάτων. Επιτέλους να τελειώσουμε με την ντροπή του εμπάργκο.
  5. Η τελευταία φορά που θυμάμαι ηγέτη να αποφεύγει τηλεοπτική αντιπαράθεση με τον πολιτικό του αντίπαλο ήταν η περίπτωση άρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, με την τότε ΝΔ  να το εκμεταλλεύεται δημιουργώντας το διαφημιστικό με την αδειανή καρέκλα. Αυτή η αντιστροφή είναι ειρωνεία για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

DEMOCRACY INDEX 2018: Η υποχώρηση της δημοκρατίας στην Ελλάδα

Ο Δείκτης Δημοκρατίας του Economist Intelligence Unit που μόλις δημοσιεύτηκε για το 2018 δίνει μια συνοπτική εικόνα για την κατάσταση της δημοκρατίας για 165 χώρες του κόσμου. Ο δείκτης διακρίνει τα καθεστώτα σε πέντε τύπους. Τις πλήρεις δημοκρατίες – στις οποίες η Ελλάδα ανήκε έως το 2008 – τις ελαττωματικές δημοκρατίες  στις οποίες από το 2010 συγκαταλέγεται και η Ελλάδα- τα υβριδικά καθεστώτα και τέλος τα αυταρχικά. Πρόκειται για ένα σύνθετο δείκτη αποτελούμενο από 5 κατηγορίες: εκλογική διαδικασία και πλουραλισμός, πολιτικές ελευθερίες, λειτουργία της διακυβέρνησης, πολιτική συμμετοχή, και πολιτική κουλτούρα.

Σύμφωνα με την έκθεση η κατάσταση της δημοκρατίας στον πλανήτη επιδεινώνονταν σταθερά τα τρία τελευταία χρόνια. Το 2018 η υποχώρηση της δημοκρατίας ανακόπτεται χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σημειώνεται πρόοδος σε παγκόσμια κλίμακα.  Στη Δυτική Ευρώπη, ωστόσο, ο Δείκτης Δημοκρατίας μειώθηκε κατά τι για τρίτη συνεχή χρονιά στο 8,35 από το 8,38 του 2017. Μόνο τρεις χώρες βελτίωσαν τη βαθμολογία τους στην Ευρώπη: Φινλανδία, Γερμανία και Μάλτα. Τρεις χώρες σημείωσαν χειρότερη επίδοση από πέρυσι: Τουρκία, Ιταλία και Αυστρία. Για άλλη μια φορά καμία από τις χώρες που συγκαταλέγονται στις ελαττωματικές δημοκρατίες: Ιταλία, Πορτογαλία, Γαλλία, Βέλγιο, Κύπρος και Ελλάδα δεν κατάφεραν να ανέβουν στην κατηγορία των πλήρως δημοκρατικών χωρών.

Με τη βαθμολογία της στο 7,29 η Ελλάδα βρίσκεται στην 20η θέση στις 21 χώρες της Δυτικής Ευρώπης, μπροστά μόνο από το υβριδικό καθεστώς της Τουρκίας, και στην 39η σε σύνολο 165 χωρών. Τι σημαίνει ότι η δημοκρατία είναι ελαττωματική; Σύμφωνα με τον ορισμό του Economist Intelligence Unit:

“Αυτές οι χώρες έχουν όπως και οι πλήρεις δημοκρατίες ελεύθερες και δίκαιες εκλογές και, παρά την ύπαρξη προβλημάτων (όπως παραβιάσεις της ελευθερίας των ΜΜΕ), οι βασικές πολιτικές ελευθερίες είναι σεβαστές. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες σε άλλες όψεις της δημοκρατίας που συμπεριλαμβάνουν προβλήματα στη διακυβέρνηση, μια υπανάπτυκτη πολιτική κουλτούρα και χαμηλά επίπεδα πολιτικής συμμετοχής.”

Αν ο παραπάνω ορισμός ακούγεται να περιγράφει πιστά τη χώρα μας είναι γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει. Είναι ανησυχητική η βαθμολογία του 7,29 για την ποιότητα της Δημοκρατίας στην Ελλάδα;  Χωρίς αμφιβολία ναι. Το γεγονός ότι μαζί με εμάς βρίσκονται στην κατηγορία των “ελαττωματικών δημοκρατιών” εμβληματικές χώρες των δημοκρατικών ελευθεριών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού όπως οι ΗΠΑ με 7,96 και η Γαλλία με 7,80 δεν αποτελεί άλλοθι εφησυχασμού.

Η μεγαλύτερη πτώση στους επιμέρους δείκτες αφορά στη λειτουργία της διακυβέρνησης. Το 2006 η Ελλάδα είχε 7,50 στο σχετικό δείκτη ενω σήμερα μόλις 5,36. Η υποχώρηση οφείλεται κυρίως στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και του καθεστώτος των μνημονίων στη δημοκρατική διακυβέρνηση. Το γεγονός ότι ξένες δυνάμεις, οι δανειστές εν προκειμένω, καθορίζουν σημαντικές κυβερνητικές λειτουργίες και πολιτικές επιβάλλοντας στη χώρα κάποια χαρακτηριστικά προτεκτοράτου συνυπολογίζεται στη βαθμολογία. Το ίδιο ισχύει και για την απουσία ουσιαστικών μηχανισμών λογοδοσίας, την έλλειψη διαφάνειας και ανοιχτότητας, τη διάχυτη διαφορά, την απροθυμία και το έλλειμμα ικανότητας της δημόσιας διοίκησης να εφαρμόσει δημόσιες πολιτικές, την κατάρρευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα και τη δημόσια αντίληψη του βαθμού ελευθερίας των πολιτών να επιλέξουν και να ελέγξουν την ίδια τους τη ζωή.

Αρκετά από τα παραπάνω καταγράφηκαν και από τη World Values Survey για την Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια βαθμιαία στο χρόνο υποχώρηση της δημοκρατικότητας στην Ελλάδα η οποία δεν συντελέστηκε από τη μια στιγμή στην άλλη. Αφορά τα πεπραγμένα και τις παραλείψεις όλων των κυβερνήσεων από το 2010. Μέσα σε 9 χρόνια εκτός από ένα τεράστιο μέρος του ΑΕΠ έχει τρωθεί και σημαντικό δημοκρατικό κεκτημένο η αποκατάσταση του οποίου επείγει να αρχίσει άμεσα. Έτσι κι αλλιώς απαιτεί εντατική προεργασία και θα πάρει αρκετό χρόνο να αποδώσει για να καλύψουμε το χαμένο έδαφος.

4 + 1 ερωτήματα για την κυβέρνηση μειοψηφίας

Επανήλθε το σενάριο για κυβέρνηση μειοψηφίας μετά τη βέβαιη αποχώρηση των ΑΝΕΛ από την κυβέρνηση σε περίπτωση που υπερψηφιστεί από τη Βουλή η συμφωνία των Πρεσπών. Επειδή μέσα στο γενικότερο κλίμα πόλωσης και σύγχυσης που επικρατεί εκφράζονται υπερβολές και φόβοι που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, θα επιχειρήσω να θέσω και να απαντήσω 3 +1 ερωτήματα για την κυβέρνηση μειοψηφίας. Πάμε λοιπόν:

Τι είναι;

Κυβέρνηση μειοψηφίας έχουμε όταν ένα κόμμα ή συνασπισμός ή συμμαχία κομμάτων κυβερνά χωρίς να έχει την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Το φαινόμενο της κυβέρνησης μειοψηφίας εμφανίζεται είτε αμέσως μετά τις εκλογές – όπως συνέβη το 2017 στη Μεγάλη Βρετανία, είτε στη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου μετά από πτώση της κυβέρνησης – όπως στην Ισπανία το 2018 ή και στο Βέλγιο όπου η κυβέρνηση έχασε την πλειοψηφία. Μια κυβέρνηση μειοψηφίας παραμένει στην εξουσία για όσο διάστημα κατορθώνει να υπερψηφίζει νομοσχέδια με την υποστήριξη ή την ανοχή κομμάτων και βουλευτών στη Βουλή υπό την προϋπόθεση ότι η μη εμπιστοσύνη της Βουλής δεν διαπιστώνεται σε ψηφοφορία για πρόταση δυσπιστίας. Σε αυτό το ενδεχόμενο η κυβέρνηση μειοψηφίας πέφτει και σχηματίζεται νέα από την παρούσα ή την επόμενη Βουλή.

Είναι νόμιμη;

Απολύτως. Αυτή τη στιγμή κυβερνήσεις μειοψηφίας έχουμε ακόμα στις πιο προηγμένες φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες όπως η Δανία στην οποία οι περισσότερες κυβερνήσεις από το 1982 είναι τέτοιου τύπου. Στην μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν έχει εμφανιστεί ακόμα κυβέρνηση μειοψηφίας. Ωστόσο, το Σύνταγμά μας στο άρθρο 84 για την αρχή της δεδηλωμένης, στην παράγραφο 6, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο κυβέρνησης μειοψηφίας καθώς προβλέπει ότι η πρόταση εμπιστοσύνης μπορεί να γίνει αποδεκτή αν συγκεντρώσει έστω και 120 ψήφους. Σε αυτό το σημείο η λογική του Συντάγματος τάσσεται υπέρ της κυβερνητικής σταθερότητας.

Είναι πιθανή;

Περισσότερο από ποτέ άλλοτε στο παρελθόν καθώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αποχώρησης των ΑΝΕΛ και της διαφαινόμενης υπερψήφισης της συμφωνίας των Πρεσπών σε Σκόπια και Αθήνα. Βέβαια, λόγω του πρωθυπουργοκεντρικού πολιτικού συστήματος η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει στον κ. Τσίπρα. Επομένως το αν οδηγηθούμε σε κυβέρνηση μειοψηφίας θα εξαρτηθεί από τη στάθμιση για τον καταλληλότερο χρόνο των εκλογών που θα κάνει ο πρωθυπουργός.

Είναι επικίνδυνη;

Ας σταματήσει κάποτε ο πλειοδοτικός διαγωνισμός κινδυνολογίας. Οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν υπονομεύονται από την τυπική εφαρμογή των Συνταγματικών διατάξεων. Η λειτουργία των θεσμών υποσκάπτεται από την καθημερινή δηλητηρίαση του πολιτικού κλίματος με δραματοποιημένες, υπερβολικές και εμπρηστικές δηλώσεις που διχάζουν τους πολίτες, τροφοδοτούν τον αριστερό και δεξιό λαϊκισμό και τελικά εμπεδώνουν την κρίση εμπιστοσύνης στη δημοκρατία προς όφελος των πραγματικών της εχθρών.

Ποιόν συμφέρει;

Η εύκολη απάντηση είναι τον Τσίπρα. Ο πρωθυπουργός, κατά τα φαινόμενα, θα ξεφορτωθεί τον Καμμένο και τους ΑΝΕΛ. Θα παρατείνει τη διάρκεια ζωής μιας νέας και – πιθανώς- προοδευτικότερης σύνθεσης κυβέρνησης  μέχρι το φθινόπωρο εφόσον το επιθυμεί. Θα επιχειρήσει να καταστεί ο ίδιος το επίκεντρο κάθε προσπάθειας ανασυγκρότησης των δυνάμεων μιας αντιδεξιάς παράταξης για την επόμενη μέρα των εκλογών. Ναι; Όχι ακριβώς. Τα τελευταία δείγματα γραφής στη λειτουργία της κυβέρνησης από τα πιο σημαντικά όπως η διαχείριση κρίσεων (Φωτιά στο Μάτι), τα μεσαίας σημασίας (χρίσμα σε μέτριους και αμιγώς κομματικούς υποψηφίους στους Δήμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης) έως τα χαμηλής σημασίας ζητήματα (επίσκεψη Τσίπρα στο μετρό Θεσσαλονίκης) έχουν απογοητεύσει και σπείρει τις αμφιβολίες και στους ίδιους του τους οπαδούς. Επομένως δεν είναι καθόλου βέβαιο σε τι θα ωφελήσει η παράταση ζωής μιας κυβέρνησης που εκφυλίζεται χωρίς συμμάχους, και δίχως την πλειοψηφική ευχέρεια να νομοθετεί.

Τι χτύπησε η βόμβα στον ΣΚΑΪ;

Πρωτοσέλιδο της Καθημερινής 18/12/2018

Στο σημερινό εξώφυλλο της Καθημερινής, την επομένη της βομβιστικής επίθεσης στα γραφεία της εφημερίδας και του ΣΚΑΪ, εμφανίζονται σε μια πανοραμική ομαδική φωτογραφία οι εργαζόμενοί της. Το μήνυμα είναι σαφές και ισχυρό:

Είμαστε εδώ. Δεν φοβόμαστε. Συνεχίζουμε.

Οι εργαζόμενοι της εφημερίδας

Δυνατή εικόνα. Πόσο πιο διαπεραστικό θα ήταν το μήνυμα της καταδίκης αν σε μια τέτοια φωτογραφία μπορούσαν να χωρέσουν εργαζόμενοι από όλα τα ΜΜΕ και πολιτικοί από όλα τα κόμματα. Γιατί η χθεσινή επίθεση δεν ήταν μόνο απέναντι στο συγκεκριμένο συγκρότημα αλλά στην ελευθεροτυπία συνολικά.  Η τρομοκρατική επίθεση στο συγκρότημα ΣΚΑΪ – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ήταν μια στιγμή για να δείξει το πολιτικό, μηντιακό και κοινωνικό σώμα τα δημοκρατικά του αντανακλαστικά απέναντι σε εκείνους που το πολεμούν με πραγματικά και όχι…λεκτικά πυρά. Θα ήταν βάλσαμο αν το βράδυ μετά την επίθεση τα πανελλαδικής εμβέλειας κανάλια αναμετέδιδαν σε εθνικό δίκτυο το σήμα του ΣΚΑΪ σε ένα τηλεμαραθώνιο υπεράσπισης της δημοκρατίας και της ελευθερίας της έκφρασης. Ένα συνεργατικό τηλεμαραθώνιο στον οποίο θα συμμετείχαν πολιτικοί εκπρόσωποι όλων των αποχρώσεων, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και πολίτες. Όμως το πολιτικό και μηντιακό σώμα υπονομεύει συστηματικά, πολύ καιρό ήδη, τα δημοκρατικά του αντανακλαστικά. Ένας τέτοιος τηλεμαραθώνιος ομοθυμίας και ομόνοιας στην υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης είναι αδιανόητο να πραγματοποιηθεί στις σημερινές συνθήκες. Και μόνο η αναφορά σε αυτόν ηχεί σαν άσχετο κρυόπλαστο ανέκδοτο. Τόσο έχουμε αποξενωθεί από τον πραγματικό πολιτικό διάλογο όπου δεν μπορούμε να σταθούμε στην ίδια πλευρά της συζήτησης όταν το ουσιαστικό θέμα είναι η προάσπιση των δημοκρατικών θεσμών και όχι η ποιότητα ή η ιδεολογική ταυτότητα του ΣΚΑΪ.

Τις πρώτες ώρες μετά το συμβάν δημοσίευσα μια δημοσκόπηση στους προσωπικούς λογαριασμούς μου σε facebook και twitter. Περισσότεροι από 9 στους 10 απ’ όσους απάντησαν θεωρούν ότι κόμματα και ΜΜΕ θα αντιδράσουν με τρόπο που θα διχάσει τον κόσμο. Είχαν προφανώς δίκιο καθώς τα εμποτισμένα στη μνησικακία υλικά του διχασμού ήταν από καιρό διαθέσιμα. Από τη μια πλευρά τον τόνο έδωσε ο αρμόδιος για τα ΜΜΕ υπουργός Νίκος Παππάς ο οποίος καταδίκασε την επίθεση ζητώντας να μην τύχει πολιτικής εργαλειοποίησης. Από την άλλη ο ιδιοκτήτης του ΣΚΑΪ έκανε λόγο για στοχοποίηση του σταθμού του από την κυβέρνηση και ηθική αυτουργία. Όλη η δημόσια συζήτηση από χθές διεξάγεται υπό το πρίσμα αυτών των δηλώσεων.

Καμία ομόθυμη καταδίκη λοιπόν.  

Καταδικάζουμε αλλά μην χρησιμοποιήσετε την επίθεση εναντίον μας 

Φωνάζουν από χθές οι κυβερνητικοί 

Η κυβέρνηση στοχοποίησε το ΣΚΑΪ και είναι ηθικός αυτουργός

Φωνάζουν από χθές οι αντικυβερνητικοί

Πόσο επιζήμια για τη δημοκρατία είναι η υιοθέτηση της μιας ή της άλλης στάσης θα έπρεπε να είναι προφανές σε οποιονδήποτε θέλει να λέγεται καλός πολίτης. Τελικά τι χτύπησαν οι βομβιστές: Τον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ με όλο το θετικό κι αρνητικό συμβολικό φορτίο που του αποδίδεται ή την αδυναμία των δημοκρατικών θεσμών να υπερασπιστούν την ίδια τους τη χρησιμότητα;

Η απατηλή γοητεία του αντιΣΥΡΙΖΑ porn

outrage1

Τον τελευταίο καιρό ακούμε επιχειρήματα ενάντια σε μια μόδα που προσλαμβάνει διαστάσεις μαζικής υστερίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αναφέρομαι στην τάση περιγραφής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με τα μελανότερα δυνατά χρώματα. Σύμφωνα με τις σχετικά ηπιότερες περιγραφές -γιατί γράφονται και τέρατα- ο ΣΥΡΙΖΑ απεργάζεται συστηματικά την κατάλυση του κράτους δικαίου. Ενορχηστρώνει μεθοδικά την εγκαθίδρυση αυταρχικού καθεστώτος. Αποτελείται από αμετανόητους νεο-κρυφο-παλαιο ή σκέτο κομμουνιστές, οι οποίοι επιχειρούν συνειδητά να αποσχίσουν την Ελλάδα από το δυτικό σύστημα διεθνούς συνεργασίας και να τη μετατρέψουν σε ένα υβρίδιο ανατολικο-λατινο-πρωηνσοβιετικής λαϊκής δημοκρατίας της νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η πρώτη προτεραιότητα κάθε δημοκρατικού πολίτη οφείλει να είναι η ταχύτερη δυνατή πτώση της κυβέρνησης. Μόνο η διαρκής καταγγελία των βλαβών που προκαλεί κάθε επιπλέον ημέρα παραμονής της στην εξουσία θεωρείται ότι εξυπηρετεί το στόχο της πτώσης. Η στήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης προβάλει ως η μόνη και συχνά αναντίρρητη προοπτική. Κάθε άλλη προτεραιότητα, όπως για παράδειγμα η οικοδόμηση του Κινήματος Αλλαγής με διακριτή πρόταση απέναντι στον μικρό δικομματισμό, στιγματίζεται ως ανεπαρκής και ανεπίκαιρη απέναντι στη μεγάλη ιδέα της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ.

Δυο πρόσφατα άρθρα, του Ν. Μαραντζίδη εδώ και του Ξ. Κοντιάδη εδώ, απαντούν στη μόδα δαιμονοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ. Μέσα από το πρίσμα της πολιτικής ανάλυσης εξηγούν το εσφαλμένο της τακτικής. Ο μεν Μαραντζίδης δίνει έμφαση στις παθογένειες της τακτικής του “να φύγουν αυτοί και θα τα βρούμε”. Ενώ ο Κοντιάδης καταλήγει ότι η πόλωση της δαιμονοποίησης έχει τα αντίθετα αποτελέσματα, αφού η κυβέρνηση τρέφεται από τα υλικά της. Οι αναλύσεις αυτές είναι βάσιμες και αρκετά πειστικές. Ωστόσο, αρκετά ερωτήματα παραμένουν. Τι είναι αυτό που κάνει την υπερβολική αγανάκτηση για τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ελκυστική στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε αρκετά ΜΜΕ; Γιατί οι αγανακτισμένοι δεν απαιτούν μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας η οποία θα λυτρώσει τη χώρα από τα δαιμόνια που την κατατρέχουν;

Αισθάνομαι ότι πρέπει να αναζητήσουμε βοήθεια από την κοινωνική ψυχολογία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για να απαντήσουμε. Η χώρα συμπληρώνει δεκαετία σε καθεστώς οικονομικής κρίσης χωρίς να είναι καθόλου ορατή στον μελλοντικό ορίζοντα η περίοδος που πολλές νέες δουλειές θα δημιουργηθούν, που οι επιχειρήσεις δεν θα αντιμετωπίζονται με φορολογική εχθρότητα, που η εργασία όλων θα ανταμείβεται δίκαια, που οι θεσμοί θα κερδίσουν ξανά την εμπιστοσύνη των πολλών. Το φταίξιμο για αυτή την κατάσταση πρέπει να επιμεριστεί στις κυβερνήσεις της τελευταίας εικοσαετίας αναλογικά με τα επίσημα στοιχεία απολογισμού των πεπραγμένων και των παραλείψεών τους. Ωστόσο, η ευθύνη να σκεφτούμε, να διαμορφώσουμε, να επιλέξουμε και εν τέλει να υλοποιήσουμε το σχέδιο που πραγματικά θα μας βγάλει από την κρίση δεν ανήκει μόνο στους εκάστοτε κυβερνώντες. Ανήκει πρωτίστως στις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις και σε κάθε πολίτη που θέλει να αλλάξει τη μοίρα του.

Η σημερινή κυβέρνηση έχει αποτύχει παταγωδώς στην εκπλήρωση των προσδοκιών και των εξαγγελιών της. Αυτά μπόρεσε κι αυτά έπραξε. Το φταίξιμο της αποτυχίας είναι όλο δικό της. Η αποτυχία θα την ακολουθεί και όταν θα έχει πια παραδώσει την ευθύνη της διακυβέρνησης. Όμως, η αλλαγή της χώρας προς το καλύτερο δεν είναι αποκλειστική υπόθεση της εκάστοτε εν ενεργεία κυβέρνησης. Μεγάλη ευθύνη έχουν και οι υπόλοιπες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, τα ΜΜΕ και οι πολίτες που πλέον έχουν φωνή στο επιδραστικό πεδίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Και εδώ υπάρχει ένα λεπτό σημείο. Όποιοι ζωγραφίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ με τα μελανότερα χρώματα δεν εστιάζουν την κριτική τους μόνο σε κάποια συγκεκριμένη αποτυχία. Φυσικά και έχουν ως αφορμή μια πράξη ή ένα γεγονός. Αλλά μεταφέρουν το φταίξιμο για όλα τα μελλοντικά δεινά, που κατά τις εκτιμήσεις τους θα συμβούν στο μέλλον και με άλλες κυβερνήσεις, ξανά πίσω στο κόμμα βελζεβούλ.

Το αντιΣΥΡΙΖΑ porn στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει γίνει μόδα. Σαν είδος περιεχομένου το αντιΣΥΡΙΖΑ porn είναι μια ειδική κατηγορία του outrage porn. Η συνταγή είναι απλή, το μοτίβο επαναλαμβανόμενο και ο τόνος  κλιμακώνεται. Μια απόφαση ή δήλωση μέλους της κυβέρνησης προσβάλει κάποιους. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και κάποια ΜΜΕ ξεκινάει ένα γαϊτανάκι θυματοποίησης ολόκληρης της χώρας σαν να έχει πέσει στα νύχια μοχθηρού θηρίου. Σε συνθήκες ακραίας πόλωσης οι λέξεις δημιουργούν δύο φανταστικούς, αντιπαρατιθέμενους κόσμους. Από τη μια μεριά οι σατανάδες του ΣΥΡΙΖΑ και από την άλλη τα θύματά τους σε θέση άμυνας να υπερασπίζονται τον δίκαιο αγώνα για την πτώση του. Αυτή η σκιαμαχία προσφέρει την πρόσκαιρη ευχαρίστηση της ηθικής αγανάκτησης και ικανοποίησης σε όσους επιδίδονται σε τέτοιες δραστηριότητες. Όμως η γοητεία του αντιΣΥΡΙΖΑ porn είναι απατηλή για δυο λόγους: α) επειδή η θυματοποίηση της χώρας και των πολιτών της αποσπά την προσοχή από τα πραγματικά τους προβλήματα και β) επειδή συντελεί στην αποποίηση της ευθύνης που έχουμε όλοι (κόμματα, επιχειρήσεις, οργανισμοί, πολίτες) για τη συζήτηση, τη διαμόρφωση, την επιλογή και την υλοποίηση της πορείας εξόδου από το καθεστώς της πολύπλευρης κρίσης.

Ο Μπαράκ Ομπάμα στην Ελλάδα: Ένας προσωπικός απολογισμός.

Ας μου επιτραπεί ένας άλλου τύπου απολογισμός της οκταετούς θητείας του Μπαράκ Ομπάμα στο πιο ισχυρό πολιτικό αξίωμα του πλανήτη. Θα κάνω ένα προσωπικό και σε μεγάλο βαθμό συντεχνιακό απολογισμό της πολύπλευρης επίδρασης του χαρισματικού αυτού παγκόσμιου ηγέτη. Άκουσα πρώτη φορά για τον απερχόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2007, όταν ως Γερουσιαστής του Ιλινόι συνέστησε διερευνητική επιτροπή για την εκδήλωση της πρόθεσης να είναι υποψήφιος για το χρίσμα των δημοκρατικών στην προεδρική εκλογή του επόμενου έτους. Ανακοίνωσε τη βούληση να διεκδικήσει το χρίσμα με ένα βιντεάκι πρώτα στο YouTube. Ακόμα θυμάμαι τη στιγμή που το παρακολούθησα. Είχα μείνει έκθαμβος. Ένας σχετικά άγνωστος νέος αφροαμερικανός αντί να καλέσει κάποιο κανάλι, επέλεξε να χρησιμοποιήσει ένα ανερχόμενο μέσο κοινωνικής δικτύωσης για να δημοσιοποιήσει τη σημαντικότερη είδηση της έως τότε καριέρας του. Το μέσο ήταν για άλλη μια φορά το μήνυμα. Ο λόγος που εξέπεμπε ενσωμάτωσε ένα αίτημα ανανέωσης κι αλλαγής του πολιτικού παραδείγματος και του περιεχομένου της πολιτικής. Ο συνδυασμός επιλογής μέσου κι ενός λόγου φρέσκου, αιχμηρού και με βαθιές πεποιθήσεις με έκανε να αρχίζω να παρακολουθώ τις επόμενες κινήσεις του αναφέροντας στο μπλόγκ μου ό,τι έβρισκα ενδιαφέρον.

barack

Η καμπάνια του Ομπάμα για την προεδρία το 2008 άλλαξε μια για πάντα της θέση των τεχνολογιών του διαδικτύου στους κανόνες της πολιτικής επικοινωνίας. Αμφισβήτησε στην πράξη την πρωτοκαθεδρία της τηλεόρασης. Αξιοποίησε τη δύναμη των κοινωνικών δικτύων κι έδωσε ρόλο και λόγο στους πολλούς υποστηρικτές από τη βάση.Έδειξε πως ο κεντρικός σχεδιασμός της επικοινωνιακής στρατηγικής μπορεί να συνδυαστεί με τη μερική απώλεια κεντρικού ελέγχου του μηνύματος που συνεπάγεται το άνοιγμα στο από τη φύση του αποκεντρωμένο διαδίκτυο. Στις ελληνικές εκλογές του Σεμπτεμβρίου του 2007, ένα χρόνο πριν την εμβληματική καμπάνια Yes We Can του 2008, οι όροι της προεκλογικής πολιτικής επικοινωνίας υπαγόρευαν μια επιφυλακτική κι αμήχανη στάση απέναντι στο διαδίκτυο. Τότε δίναμε πραγματικό αγώνα στην ομάδα Πληροφορικής και Νέων Τεχνολογιών του ΠΑΣΟΚ για τη διεκδίκηση πόρων και μεγαλύτερου ρόλου για το διαδίκτυο στην προεκλογική εκστρατεία. Τίποτα απο αυτά που σήμερα βλέπετε κάθε μέρα στις σελίδες των κομμάτων στο facebook  και το twitter δεν ήταν αυτονόητο τότε. Απεναντίας, για όλα ήθελες έγκριση από τον ίδιο τον υπεύθυνο του εκλογικού αγώνα. Έπρεπε να πάω με το λάπτοπ στο γραφείο του Λαλιώτη να εγκρίνει τα διαφημιστικά μπάνερ που θα έπαιζαν σε πολυσύχναστα portals κι εφημερίδες παρά το ότι ήταν ήδη συμφωνημένο ότι θα ακολουθούσαν πιστά την αισθητική και το μήνυμα που χαράχτηκε κεντρικά.

Πολλά άλλαξαν στις επόμενες εθνικές εκλογές, το 2009, κι αφού είχε προηγηθεί ο Ομπάμα το 2008. Ο τομέας επικοινωνίας του κόμματος και η ομάδα νέων τεχνολογιών στελεχώθηκαν με νέους και διαδικτυακά ικανούς ανθρώπους. Είχαν πλέον κάποιους πόρους και – το σημαντικότερο όλων –  την ίδια εντολή με πολλά άλλα κομματικά επιτελεία ανά τον κόσμο. «Κάντε το όπως ο Ομπάμα». Εντάξει, δεν είχαμε στις τάξεις μας στελέχη που εργάζονταν στην Google και το Facebook για να φτιάξουμε τα campaign engines και τα Dashboards του Ομπάμα. Πειραματιστήκαμε όμως αρκετά. Ανανεώσαμε τη διαδικτυακή εικόνα του κόμματος. Ενδυναμώσαμε με οδηγίες και εργαλεία εκλογικού αγώνα στελέχη σε όλη την Ελλάδα. Καλλιεργήσαμε κοινότητες εθελοντών. Δημιουργήσαμε μέσα από ανοικτά διαδικτυακά καλέσματα ομάδες εργασίας για την περαιτέρω επεξεργασία πολιτικών προτάσεων για το κυβερνητικό έργο στον τομέα της διαφάνειας. Τη βραδυά των εκλογών οι εκλογικοί αντιπρόσωποι έστελναν άμεσα από δική μας εφαρμογή για κινητά τα αποτελέσματα από τα εκλογικά κέντρα και έτσι είχαμε απο νωρίς εικόνα για τη διαφορά των 10 μονάδων που τα περισσότερα exit polls δεν προέβλεψαν.

Η πρώτη πράξη του Ομπάμα μόλις μπήκε επίσημα ως πρόεδρος στον Λευκό Οίκο στις αρχές του 2009 είχε τεράστιο συμβολισμό και διεθνή απήχηση. Εξέδωσε την Οδηγία για τη Διαφάνεια και την Ανοικτή Διακυβέρνηση προς όλους τους επικεφαλείς των δημόσιων υπηρεσιών.

Η κυβέρνησή μου δεσμεύεται να δημιουργήσει ένα επίπεδο ανοιχτότητας στη διακυβέρνηση που να μην έχει προηγούμενο. Θα εργαστούμε μαζί για τη διασφάλιση της δημόσιας εμπιστοσύνης και την καθιέρωση ενός συστήματος διαφάνειας, δημόσιας συμμετοχής και συνεργασίας. Η Ανοιχτότητα θα ισχυροποιήσει τη δημοκρατία μας και θα προάγει την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης.

Δυο μόλις μήνες μετά, στα τέλη Μαρτίου του 2009 όπως έχω γράψει ξανά, καταχωρήσαμε το όνομα χώρου opengov.gr για να το χρησιμοποιήσουμε για τις πολιτικές ανοικτής διακυβέρνησης  από τις πρώτες κιόλας ώρες μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009. Το Σεπτέμβριο του 2011 στο περιθώριο διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών ιδρύθηκε η Συμμαχία για την Ανοικτή Διακυβέρνηση. Μια παγκόσμια πολυμερής πρωτοβουλία 70 κρατών και των αντίστοιχων τοπικών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών με στόχο την προώθηση της διαφάνειας, την ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών, την καταπολέμηση της διαφθοράς και την αξιοποίηση των τεχνολογικών καινοτομιών για τη βελτίωση της διακυβέρνησης. Αν στη σημερινή Ελλάδα έχει κάπως διασωθεί η ατζέντα και η κουβέντα για την ανοικτή διακυβέρνηση αυτό οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη συμμετοχή της Ελλάδας στην OGP από το 2012, στην ανάληψη αυτοδεσμεύσεων σε διετή σχέδια δράσης που αυτή συνεπάγεται, και φυσικά στο πλαίσιο συνεργασίας που ενθαρρύνει η OGP μεταξύ στελεχών της κυβέρνησης, της δημόσιας διοίκησης και κάθε είδους ενδιαφερόμενων από την κοινωνία των πολιτών.

Είναι όλα ρόδινα και άμεμπτα στη θητεία Ομπάμα; Όχι βέβαια. Κοιτάζοντας μακροσκοπικά τα δεδομένα της συνολικής εικόνας, η Αμερική που παραδίδει στον Τράμπ είναι καλύτερη από εκείνη που παρέλαβε ο ίδιος από τον Μπους το νεώτερο. Ωστόσο, στη μικρή κλίμακα όπως είναι η πολιτική για την ανοικτή διακυβέρνηση, παρά τη μεγάλη κληρονομιά, τις καλές πρακτικές, τη διεθνή διάχυση των εννοιών της ανοιχτότητας δεν θα ήταν και τόσο άδικο να πω ότι σε όρους ουσιαστικής επίδρασης στην πραγματική ζωή των πολιτών πέρασε κάτω από τον πήχυ των φιλόδοξων αρχικών προσδοκιών που με τόσο πάθος και πεποίθηση δημιούργησε και ενέπνευσε ο ίδιος στα πρώτα του βήματα. Αρκεί να θέσουμε σε οποιοδήποτε πολίτη το ερώτημα: «Έχεις πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειάζεσαι για να συμμετέχεις ενεργά στη διαμόρφωση των αποφάσεων που σε αφορούν και η συμμετοχή σου αυτή να λαμβάνεται υπόψη από τους ασκούντες την εξουσία;». Οι απαντήσεις δεν θα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές και αυτό οφείλεται στους στόχους που έχουν οι σχεδιαστικές προδιαγραφές των εφαρμογών ανοικτής διακυβέρνησης. Το «ξέπλυμα του ανοικτού – open washing», δηλαδή ο βαυκαλισμός πολιτικών  περιορισμένης φιλοδοξίας με το επίχρισμα των, υποτίθεται αξιακά ουδέτερων, εννοιών της διαφάνειας και της συμμετοχής, είναι ότι χειρότερο μπορεί να συμβεί στην προσπάθεια για αποτελεσματική και αποδοτική δημοκρατία. Η κληρονομιά Ομπάμα είναι μεγάλη και οι αδυναμίες της χτυπητές. Αν είναι ιάσιμες θα το δούμε.