5 λόγοι για να γίνει debate

Κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση ο Αλέξης Τσίπρας προκάλεσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε τηλεοπτικό διάλογο για τη συμφωνία των Πρεσπών. Η ΝΔ αρνείται ένα τέτοιο debate σε αυτή τη χρονική συγκυρία και παραπέμπει στην προεκλογική περίοδο. Εδω υποστηρίζω ότι υπάρχουν τουλάχιστον 5 λόγοι για τους οποίους είναι καλό για τους πολίτες, τους θεσμούς, την εξυγίανση του δημόσιου διαλόγου να γίνει αυτό το debate:

  1. Όσο και να έχει φθαρεί η τηλεόραση, παραμένει ένα υπέροχο μέσο μαζικής ενημέρωσης του κοινού και ένα πρόγραμμα δομημένου διαλόγου όπως το ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών για ένα κορυφαίο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής θα βοηθήσει τον κόσμο να σχηματίσει πιο ολοκληρωμένη άποψη
  2. Πράγματι τα debates των πολιτικών αρχηγών είθισται να διεξάγονται σε προεκλογική περίοδο, καιρός είναι να θεσμοθετηθούν ως συχνότερος μηχανισμός δημόσιας λογοδοσίας σε μη προεκλογική περίοδο
  3. Όλοι συμφωνούν ότι η μορφή διεξαγωγής των προεκλογικών debates προσφέρει ελάχιστες γνώσεις και συγκινήσεις αλλά άφθονα χασμουρητά. Τα κομματικά επιτελεία στη χώρα μας είναι κατά κανόνα συντηρητικά και διστάζουν να υιοθετήσουν ένα πιο ζωντανό αντιπαραθετικό μοντέλο συζήτησης όπως π.χ σε Βρετανία, Γαλλία, Αμερική υπό το καθεστώς φόβου λίγες μέρες πριν την κάλπη. Τώρα που δεν βρισκόμαστε σε αμιγώς προεκλογική περίοδο είναι ευκαιρία να αλλάξει και αυτό.
  4. Να γίνουν δυο debates. Ένα στο ΣΚΑΙ με τον πρωθυπουργό και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και ένα στην ΕΡΤ με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς των δημοκρατικών κομμάτων. Επιτέλους να τελειώσουμε με την ντροπή του εμπάργκο.
  5. Η τελευταία φορά που θυμάμαι ηγέτη να αποφεύγει τηλεοπτική αντιπαράθεση με τον πολιτικό του αντίπαλο ήταν η περίπτωση άρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, με την τότε ΝΔ  να το εκμεταλλεύεται δημιουργώντας το διαφημιστικό με την αδειανή καρέκλα. Αυτή η αντιστροφή είναι ειρωνεία για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Advertisements

Τι χτύπησε η βόμβα στον ΣΚΑΪ;

Πρωτοσέλιδο της Καθημερινής 18/12/2018

Στο σημερινό εξώφυλλο της Καθημερινής, την επομένη της βομβιστικής επίθεσης στα γραφεία της εφημερίδας και του ΣΚΑΪ, εμφανίζονται σε μια πανοραμική ομαδική φωτογραφία οι εργαζόμενοί της. Το μήνυμα είναι σαφές και ισχυρό:

Είμαστε εδώ. Δεν φοβόμαστε. Συνεχίζουμε.

Οι εργαζόμενοι της εφημερίδας

Δυνατή εικόνα. Πόσο πιο διαπεραστικό θα ήταν το μήνυμα της καταδίκης αν σε μια τέτοια φωτογραφία μπορούσαν να χωρέσουν εργαζόμενοι από όλα τα ΜΜΕ και πολιτικοί από όλα τα κόμματα. Γιατί η χθεσινή επίθεση δεν ήταν μόνο απέναντι στο συγκεκριμένο συγκρότημα αλλά στην ελευθεροτυπία συνολικά.  Η τρομοκρατική επίθεση στο συγκρότημα ΣΚΑΪ – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ήταν μια στιγμή για να δείξει το πολιτικό, μηντιακό και κοινωνικό σώμα τα δημοκρατικά του αντανακλαστικά απέναντι σε εκείνους που το πολεμούν με πραγματικά και όχι…λεκτικά πυρά. Θα ήταν βάλσαμο αν το βράδυ μετά την επίθεση τα πανελλαδικής εμβέλειας κανάλια αναμετέδιδαν σε εθνικό δίκτυο το σήμα του ΣΚΑΪ σε ένα τηλεμαραθώνιο υπεράσπισης της δημοκρατίας και της ελευθερίας της έκφρασης. Ένα συνεργατικό τηλεμαραθώνιο στον οποίο θα συμμετείχαν πολιτικοί εκπρόσωποι όλων των αποχρώσεων, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και πολίτες. Όμως το πολιτικό και μηντιακό σώμα υπονομεύει συστηματικά, πολύ καιρό ήδη, τα δημοκρατικά του αντανακλαστικά. Ένας τέτοιος τηλεμαραθώνιος ομοθυμίας και ομόνοιας στην υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης είναι αδιανόητο να πραγματοποιηθεί στις σημερινές συνθήκες. Και μόνο η αναφορά σε αυτόν ηχεί σαν άσχετο κρυόπλαστο ανέκδοτο. Τόσο έχουμε αποξενωθεί από τον πραγματικό πολιτικό διάλογο όπου δεν μπορούμε να σταθούμε στην ίδια πλευρά της συζήτησης όταν το ουσιαστικό θέμα είναι η προάσπιση των δημοκρατικών θεσμών και όχι η ποιότητα ή η ιδεολογική ταυτότητα του ΣΚΑΪ.

Τις πρώτες ώρες μετά το συμβάν δημοσίευσα μια δημοσκόπηση στους προσωπικούς λογαριασμούς μου σε facebook και twitter. Περισσότεροι από 9 στους 10 απ’ όσους απάντησαν θεωρούν ότι κόμματα και ΜΜΕ θα αντιδράσουν με τρόπο που θα διχάσει τον κόσμο. Είχαν προφανώς δίκιο καθώς τα εμποτισμένα στη μνησικακία υλικά του διχασμού ήταν από καιρό διαθέσιμα. Από τη μια πλευρά τον τόνο έδωσε ο αρμόδιος για τα ΜΜΕ υπουργός Νίκος Παππάς ο οποίος καταδίκασε την επίθεση ζητώντας να μην τύχει πολιτικής εργαλειοποίησης. Από την άλλη ο ιδιοκτήτης του ΣΚΑΪ έκανε λόγο για στοχοποίηση του σταθμού του από την κυβέρνηση και ηθική αυτουργία. Όλη η δημόσια συζήτηση από χθές διεξάγεται υπό το πρίσμα αυτών των δηλώσεων.

Καμία ομόθυμη καταδίκη λοιπόν.  

Καταδικάζουμε αλλά μην χρησιμοποιήσετε την επίθεση εναντίον μας 

Φωνάζουν από χθές οι κυβερνητικοί 

Η κυβέρνηση στοχοποίησε το ΣΚΑΪ και είναι ηθικός αυτουργός

Φωνάζουν από χθές οι αντικυβερνητικοί

Πόσο επιζήμια για τη δημοκρατία είναι η υιοθέτηση της μιας ή της άλλης στάσης θα έπρεπε να είναι προφανές σε οποιονδήποτε θέλει να λέγεται καλός πολίτης. Τελικά τι χτύπησαν οι βομβιστές: Τον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ με όλο το θετικό κι αρνητικό συμβολικό φορτίο που του αποδίδεται ή την αδυναμία των δημοκρατικών θεσμών να υπερασπιστούν την ίδια τους τη χρησιμότητα;

Η διάκριση Ανοικτού – Κλειστού: Προς ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο

Το βιβλίο του  Alec Ross The Industries of the Future το έχω ήδη κατεβάσει ως δείγμα  στο Kindle και προτίθεμαι σύντομα να το αγοράσω. Παρακολούθησα μια πρόσφατη ομιλία του σε εκδήλωση του Knight Foundation. Ήταν μια παρουσίαση του βιβλίου του προσαρμοσμένη στο κοινό της εκδήλωσης που αποτελούνταν από τοπικές δημοσιογραφικές ομάδες. Το κεντρικό του μήνυμα προς αυτό το κοινό ήταν ότι παρά τον ξέφρενο ρυθμό της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής επανάστασης, η εστίαση για τις καινοτομίες του μέλλοντος πρέπει να ξεκινά από τις μικρές κοινότητες. Συγκεκριμένα τόνισε ότι από σήμερα έως το 2025 υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ για:

  1. Δημοσιογραφία υψηλής ποιότητας
  2. Ενημερωμένο κοινό
  3. Ενεργή κοινωνία πολιτών

Όσα είπε ο Alec Ross ενδιαφέρουν πολλούς περισσότερους από το κοινό  εκείνης της αίθουσας. Πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς, αφού πρόκειται για έναν εξαιρετικά επιδραστικό διανοητή με πλούσιες παραστάσεις. Ήταν υπεύθυνος για την πολιτική τεχνολογικής καινοτομίας της καμπάνιας του Ομπάμα το 2008, ενω αργότερα ανέλαβε θέση συμβούλου καινοτομίας της Χίλαρι Κλίντον όσο ήταν υπουργός εξωτερικών. Τα σημεία της ομιλίας του που σταχυολογώ σε αυτό το ποστ ενδιαφέρουν πολιτικούς ηγέτες (ήδη ο Ματέο Ρέντζι έκανε αναφορά σε ομιλία του), συμβούλους πολιτικής, τεχνοκράτες, επικεφαλείς επιχειρήσεων, ηγέτες της κοινωνίας των πολιτών κλπ.

Πρώτα απ’ όλα είναι απαραίτητο να αντιληφθεί κανείς την κλίμακα της ψηφιοποίησης των πάντων. Το 90% της παγκόσμιας πληροφορίας δημιουργήθηκε μόλις τα τελευταία 2 χρόνια. Με άλλα λόγια το σύνολο της πληροφορίας που δημιουργήθηκε σε αυτόν τον πλανήτη από την εποχή των σπηλαίων έως το 2013, παράγεται πλέον κάθε δύο χρόνια. Σήμερα υπάρχουν 14 δις συνδεδεμένες στο διαδίκτυο συσκευές (υπολογιστές, ταμπλέτες, τηλεοράσεις, κινητά κλπ). Σε λίγα χρόνια, το 2020 θα κυκλοφορούν 40 δις τέτοιες συσκευές. Τα ρομπότ των κόμικς και των παιδικών σειρών της δεκαετίας του 80, το 2020 θα είναι πραγματικότητα. Μπορεί να νομίζουμε ότι ένα ρομπότ θα είναι ένα μάλλον ακοινώνητο, αδέξιο έως σκουντούφλικο πλάσμα, αλλά με την εξέλιξη των αισθητήτων και της cloud ρομποτικής σε λίγα χρόνια θα μπορεί να μπαίνει σε μια γεμάτη αίθουσα και να εντοπίζει που βρίσκεται το άδειο κάθισμα για να κάτσει.

Οι συνέπειες της αλματώδους εξέλιξης της ρομποτικής στις εργασιακές σχέσεις δεν περιμένουν σε ένα ακαθόριστο μέλλον. Βρίσκονται ήδη εδώ. Πρόσφατα η Foxconn, μια εταιρία με 900.000 υπαλλήλους και μεγαλύτερους πελάτες την Apple και τη Samsung, απέλυσε 60.000 εργαζόμενους για να τους αντικαταστήσει με ρομπότ. Είναι προφανές, έχει άλλωστε διαφανεί πολύ πριν από την παραπάνω εξέλιξη, ότι διαμορφώνεται μια νεα ισορροπία περί τα εργασιακά. Πλέον οι θέσεις που κινδυνεύουν λιγότερο είναι όσες έχουν κύριο αντικείμενο τη γνώση χωρίς όμως επαναλαμβανόμενη ρουτίνα.

Στα επόμενα δέκα χρόνια, έως το 2025, η ισχυρή τεχνητή νοημοσύνη σε συνδυασμό με την ρομποτική θα ασκήσουν σημαντική επίδραση στο βιοτικό επίπεδο της μεσαίας τάξης. Σε αυτό το περιβάλλον προκλήσεων, είναι σημαντικό για όλους (πολιτικούς ηγέτες, επιχειρηματίες, στελέχη της κοινωνίας πολιτών) να αντιληφθούν ότι καλούνται να δώσουν τις μάχες του αύριο και όχι του χθές. Σε πολιτικό επίπεδο, όμως, παρατηρείται μια αμοιβαία ριζισπαστικοποίηση τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Αυτή η πολιτική αντίδραση, τουλάχιστον για τις ΗΠΑ, αντανακλά τις ανησυχίες του Αμερικανού της μεσαίας τάξης για το μισθό, την ασφάλιση και τα όποια κεκτημένα νιώθει να απειλούνται από την παγκοσμιοποίηση και θέλει να τα διαφυλάξει.

Ο Alec Ross είναι απολύτως σαφής στο ότι η διάκριση Αριστερά – Δεξιά ανήκει πια στο παρελθόν. Τον 21ο αιώνα η νέα διάκριση είναι Ανοικτό – Κλειστό. Η καινοτομία και η ευημερία έχουν την τάση να συγκεντρώνονται στα κράτη και τις κοινωνίες που είναι Ανοικτά. Ανοικτό σημαίνει πολλά. Πρωτίστως σημαίνει οικονομική κινητικότητα και εγγυήσεις επιτυχίας και ευημερίας για όλους και όχι μόνο για τις κάθε είδους ελίτ. Σημαίνει ανοικτούς θεσμούς, δικαιώματα γυναικών, εθνικών, θρησκευτικών, σεξουαλικών μειονοτήτων.

Γυρίζοντας στα χρόνια της δουλειάς του για το State Department όλο τον κόσμο, o Ross διαβλέπει ότι ανάμεσα στους νέους 20ρηδες και 30ρηδες υπάρχει μια κουλτούρα συναίνεσης για τη σπουδαιότητα των αξιών της ανοικτότητας. Οι νέοι αυτοί επιλέγουν τη χώρα όπου θα ασκήσουν το επάγγελμά τους ανάλογα με το πόσο φιλική είναι στην ανοικτή καινοτομία.

Το ερώτημα προκύπτει αβίαστα σε αυτό το περιβάλλον. Τί να κάνουμε; Ο Ross μας προτρέπει να γίνουμε ισχυροί τροφοδότες ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Στην αγροτική κοινωνία ο γαιοκτήμονας παρείχε γη και την ασφάλεια που έδινε η διαμονή σε αυτή και απαιτούσε αφοσίωση και εργασία. Στη βιομηχανική εποχή ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής προσέφερε εργασία και έδινε πίσω μισθό, σύνταξη, ασφάλεια, παιδεία. Στην ψηφιακή εποχή της πληροφορίας δεν έχουμε κοινωνικό συμβόλαιο. Στη βιομηχανική εποχή, την περίοδο 1800 – 1850, η μια επανάσταση διαδέχονταν την άλλη, η παραγωγή αυξάνονταν αλλά δεν υπήρχε κοινωνική διάχυση της ευημερίας. Σκεφθείτε απλά ότι ο Μάρξ έγραψε το Κεφάλαιο το 1848.

Η πλήρης διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου απαιτεί νέου τύπου ηγεσία. Αυτή, ωστόσο, δεν θα έρθει αναγκαστικά από τον ιδιωτικό τομέα. Οι εταιρίες που είναι προσκολλημένες στη μεγιστοποίηση των αξιών για λογαριασμό των μετόχων τους αδυνατούν να προσανατολιστούν στην ηγεσία που απαιτείται για τη δημιουργία του νέου κοινωνικύ συμβολαίου. Στο πεδίο της πολιτικής διακυβέρνησης επίσης λείπει η απαιτούμενη ηγεσία λόγω του υπερβολικού διχασμού και της πόλωσης. Αντίθετα, αυτοί που – πάντα κατά τον Ross- είναι ιδανικά τοποθετημένοι για να οραματιστούν το νέο κοινωνικό συμβόλαιο είναι οι τοπικοί stakeholders. Αυτές οι ομάδες ενδιαφερομένων σε συνεργασία με κυβερνήσεις και επιχειρήσεις μπορούν να ηγηθούν στη δημιουργία του νέου κοινωνικού συμβολαίου.

Οι υπηρεσίες και τα προϊόντα που προσφέρει ο τομέας των τοπικών stakeholders βρίσκεται στην καρδιά αυτής της προσπάθειας για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Η δημόσια οργή και αγανάκτηση των μεσαίων στρωμάτων φουντώνει λόγω της απώλειας κοινωνικού ερείσματος και της έλλειψης προοπτικής ανάκτησης των απωλειών. Εδω ακριβώς είναι που χρειάζεται μια στρατηγική δια βίου μάθησης με στόχο την αποφυγή της de facto αποστρατείας των 40ρηδων και 50ρηδων λόγω της τεχνολογίας. Μια στρατηγική με τεχνοκρατική προσέγγιση για την απόκτηση και ανάπτυξη νεών δεξιοτήτων και τη διαχείριση κοινοτήτων.

Στο εγγύς μέλλον θα δούμε παντού υβριδικά μοντέλα δημοκρατικού καπιταλισμού. Ειδικά για την Ελλάδα είναι μεγάλος ο πειρασμός να αρχίσει κανείς μια σοβαρή συζήτηση, χωρίς παρωπίδες και τα γυαλιά μιας άλλης εποχής, για το τι κρατάμε, τι πετάμε, τι αλλάζουμε και κυρίως για το τι πρέπει να δημιουργήσουμε από την αρχή. Οι πιθανοί συνδυασμοί και τα μοντέλα είναι αρκετά. Το μόνο πάντως μοντέλο που δεν λειτουργεί πουθενά είναι τα κλειστά οικονομικά συστήματα.

 

Στο άλλο έργο θεατές.

Η κριτική στον τρόπο επιλογής γενικών και ειδικών γραμματέων στα υπουργεία και στελεχών σε διάφορους φορείς του δημοσίου προσλαμβάνει δραματικούς τόνους στο λόγο των ΜΜΕ και της αντιπολίτευσης. Όσοι ασκούν κριτική δίνουν έμφαση σε τρία κυρίως ζητήματα. Πρώτον, στην καθυστέρηση ολοκλήρωσης των διαδικασιών. Δεύτερον, στα προβλήματα που η καθυστέρηση προκαλεί στην εκτελεστική λειτουργία της κυβέρνησης. Τρίτον, στο ότι οι επιλογές που τελικά γίνονται ακυρώνουν τη χρονοβόρα ανοικτή διαδικασία αφού περιλαμβάνουν στελέχη με θητεία είτε σε προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ή και στα κομματικά του όργανα.

Αντιγράφω ένα δείγμα αυτής της κριτικής το οποίο επέλεξα απλά γιατί έτυχε να το σχολιάσω. Έγραψε λοιπόν ο Στάθης στην Ελευθεροτυπία:

Η κυρία Λίνα Μενδώνη, ξανά Γενική Γραμματέας στο Υπουργείο Πολιτισμού, όπου είχε επίσης υπηρετήσει στο παρελθόν, πάλι από την ίδια θέση κατά την περίοδο 1999-2004. Ολοι οι πολιτιστικοί συντάκτες χθες όλων των εφημερίδων μόνον καλά λόγια κι επαίνους είχαν να πουν για την κυρία Μενδώνη.

Γιατί λοιπόν χρειάστηκαν 60 μέρες και η «εξέταση» χιλιάδων βιογραφικών για να γίνει το αυτονόητο;….

στο ίδιο άρθρο λίγο μετά λέει:

απλώς αποδεικνύεται για μιαν ακόμα φορά ότι συχνά οι πιασάρικες κι αβασάνιστες «καινοτομίες» εκβαίνουν μαλθακίες.Προς επίρρωσιν τούτου: το 90% των γενικών γραμματέων που έχουν έως τώρα διορισθεί είναι ΠΑΣΟΚ (και το υπόλοιπο 10% μάλλον ΠΑΣΟΚ φίλοι, ΠΑΣΟΚ συγγενείς, ΠΑΣΟΚ κουμπάροι, ΠΑΣΟΚ επιστήμονες με ντοκτορά ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ εκ ΠΑΣΟΚ, κρυπτοΠΑΣΟΚ και ΠΑΣΟΚ πρασινοφρουροί).

Επειδή η επιφανειακή κριτική γίνεται εύκολα και «βολεύει» άφησα το παρακάτω σχόλιο:

Επειδή συχνά η επίκληση του «λαϊκισμού των άλλων» λειτουργεί και ως προκάλυμμα του λαϊκισμού που ακολουθεί, παρακαλώ αν σας είναι εφικτό, μπείτε στον κόπο να κατατάξετε τις παρακάτω επιλογές με βάση το, κάπως ισοπεδωτικό, ερμηνευτικό σας σχήμα.

– Μαργαρίτα Καραβασίλη (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/karavasili.html)
– Μαρία Στρατηγάκη (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/stratigaki.html)
– Διομήδης Σπινέλλης (https://apps.opengov.gr/sec_cvs/html/spinellis.html)
– Αρθούρος Ζερβός (http://www.foreignpress-gr.com/2009/11/blog-post_5039.html)

Πρόκειται για έναν κυριολεκτικά έντεχνο λαϊκισμό καθώς ο λόγος του Στάθη συνοδεύεται πάντα από, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα, σκίτσα. Αυτό που παρατηρώ,  προφανώς δεν αφορά μόνο τον Στάθη, είναι ότι η κριτική που ασκείται στην ανοικτή διακυβέρνηση έχει μοιρολατρικά στοιχεία.  Διέπεται από μια παραδοχή,  άλλοτε κυνικά φανερή και άλλοτε πιο σιωπηλή,  πως ό,τι και αν γίνει θα είναι τελικά αναπότρεπτη η επανάληψη του ίδιου μεταπολιτευτικού έργου με άλλους πρωταγωνιστές.

Είναι εύκολο και βολικό το κανάκεμα των αδυναμιών και των ελαττωμάτων του λαού. Το δύσκολο είναι να δημιουργηθούν ευνοικές συνθήκες για την αξιοποίηση των προτερημάτων του. Είναι εύκολη και βολική η απαξιωτική κριτική. Το δύσκολο είναι να ερευνήσει κανείς σε βάθος, να συγκρίνει μεθοδικά τι συμβαίνει στον κόσμο και να τεκμηριώσει τις επιλογές του.

Κοινός παρανομαστής της κριτικής είναι η υποτιθέμενη ασυμφωνία μεταξύ των ανοικτών διαδικασιών και της αποτελεσματικότητας. Θυμίζει μάλιστα την σφοδρή  εναντίωση στους θεσμούς και τις διαδικασίες του ανοικτού κόμματος, όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν αξιωματική αντιπολίτευση. Και τότε το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής εστιάζε στην έλλειψη αποτελεσματικότητας και συντονισμού, μέχρι που οι επιλογές του Γιώργου Παπανδρέου δικαιώθηκαν από το αποτέλεσμα των πρόσφατων εθνικών εκλογών.  Μάλιστα έτυχαν διεθνούς αναγνώρισης, αλλά και εγχώριας καθώς και η ΝΔ αρχίζει να εξασκείται.

Παρά το γεγονός ότι και η κλίμακα διαφέρει και το μεγέθος των συσσωρευμένων προβλημάτων της χώρας είναι μεγάλο, πιστεύω πως τελικά η ανοικτή διακυβέρνηση θα δικαιωθεί, από τα αποτελέσματα της φυσικά. Έτσι μάλλον και πάλι θα’ μαστε στο άλλο έργο θεατές.

Εκλογές, Δημοσκοπήσεις και Aνοικτά Συστήματα

Μια φορά και έναν καιρό, όταν ελλείψει τηλεόρασης η μετάδοση των εκλογικών αποτελεσμάτων γινόταν από το ραδιόφωνο, κάποιοι πατεράδες έβαζαν τα παιδιά τους να κρατούν σημειώσεις των ποσοστών που έλεγε ο εκφωνητής. Αργότερα,  όταν εγκαταστάθηκε για τα καλά η τηλεόραση στα νοικοκυριά η βραδυά των εκλογών άλλαξε ριζικά. Οι νέοι αποδεσμεύθηκαν από  το πληκτικό έργο της καταγραφής και όλη η οικογένεια πλέον παρακολουθούσε με άνεση τους πίνακες του Υπουργείου Εσωτερικών.

Λίγο μετά, στο γύρισμα της δεκατίας του 80′ και στις πρώτες αναμετρήσεις της δεκαετίας του 1990, ήρθαν τα πρώτα exit polls που σε συνδυασμό με τις αναλύσεις και εκτιμήσεις του Ηλία Νικολακόπουλου έφεραν νεωτερικό άρωμα στην εμπειρία παρακολούθησης των εκλογικών αποτελεσμάτων. Τα χρόνια πέρασαν. Τα exit polls έγιναν ρουτίνα, με όλες τις επιτυχίες και τις μικρές ή μεγαλύτερες αποτυχίες που τα συνοδεύουν.

Σήμερα, οι τεχνικές μετάδοσης της ροής αποτελεσμάτων είναι ταχύτερες. Εισάγονται νέα αποκεντρωμένα και ασφαλή συστήματα μετάδοσης όπως το SRT που χρησιμοποιήθηκε πιλοτικά φέτος. Για πρώτη φορά μάλιστα, είχαμε σύμπραξη αρκετών εταιριών δημοσκοπήσεων για ένα κοινό exit poll που μεταδόθηκε διακαναλικά, εκτός απο το STAR και το SKAI που το καθένα διενήργησε το δικό του. Όσο περνά ο καιρός ένα πράγμα γίνεται όλο και πιο βέβαιο. H εμπειρία της διενέργειας και της  παρακολούθησης της εκλογικής διαδικασίας αλλάζει, ενώ το διαδίκτυο και οι νέες τεχνολογίες είναι οι παράγοντες που οδηγούν αυτή την αλλαγή.

Ωστόσο, οι τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες. Πράγμα που σημαίνει πως διόλου αυτονότητο είναι πως η τεχνολογία υπηρετεί πάντα με τον καλύτερο τρόπο το δημόσιο συμφέρον σε ό,τι αφορά την οργάνωση και παρουσίαση της εκλογικής διαδικασίας.

Ας δούμε τρια σημεία που δεν τα πρόσεξαν πολλοί:

Πρώτον, για κάποιο λόγο οι τηλεοπτικοί σταθμοί είχαν ταχύτερη πρόσβαση στην πιο πρόσφατη ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων από ό,τι το διαδίκτυο. Η ενημέρωση του διαδικτυακού τόπου http://ekloges.ypes.gr ήταν πολύ πιο αργή, όπως πιθανότατα διαπίστωσαν όσοι παρακολουθούσαν και συνέκριναν, την ίδια στιγμή, τη ροή αποτελεσμάτων από το διαδίκτυο και από κάποιον τηλεοπτικό σταθμό.

Δεύτερον, δεν φαίνεται να έγινε δημόσια διακριτή η ροή των εισερχόμενων αποτελεσμάτων από το σύστημα SRT, καθότι αυτά προφανώς περιέχονταν μόνο στην συνολική ενσωμάτωση. Βέβαια, το SRT βασίστηκε σε κάποιο δείγμα εκλογικών τμημάτων. Όμως, όσο και αν με κάποια παραδοσιακά κριτήρια ωφελιμότητας ακούγεται περιττό,  θα είχε ενδιαφέρον να υπήρχε μια πρόσθετη ροή μόνο από αυτά τα τμήματα. Επίσης, αν δεν κάνω λάθος, για πρώτη φορά γύρω στις 10.00 το βράδυ είδαμε το Υπουργείο Εσωτερικών σε συνεργασία με τη Singular να δίνουν εκτίμηση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος βάση της οποίας (;) έγινε διόρθωση της εκτίμησης του διακαναλικού exit poll. Θα είχε επίσης μεγάλο ενδιαφέρον να γραφόντουσαν κάπου δημόσια μερικές γραμμές για τη μεθοδολογία που προέκυψε αυτή η εκτίμηση.

Τρίτον, κάποια exit polls, συγκεκριμένα το διακαναλικό, πήγαν ελαφρώς καλύτερα πιάνοντας οριακά το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ (στο ανώτερο όριο του διαστήματος) χάνοντας όμως το πραγματικό ποσοστό της ΝΔ (απόκλιση 1 μονάδα από το κατώτερο όριο του διαστήματος), ενώ κάποια άλλα όπως της Public Issue για το ΣΚΑΙ έπεσαν έξω και για τα δύο μεγάλα κόμματα.  Δύο μέρες μετά τις εκλογές και τα αναλυτικά στοιχεία από τα exit polls δεν είναι δημοσιευμένα πουθενά. Πιθανώς να χρειαστεί να περιμένουμε κάποιες μέρες ακόμα, για να τα δούμε σε κάποιο έντυπο αφιέρωμα εφημερίδας για τις εκλογές. Όμως αυτό δεν είναι το θέμα.

Το θέμα είναι πως εκσυχρονίζουμε συνολικά την εμπειρία της εκλογικής διαδικασίας ώστε να υπηρετεί καλύτερα το δημόσιο συμφέρον. Ένα ανοικτό μοντέλο υλοποίησης των επι μέρους συστατικών που αποτελούν την εμπειρία της εκλογικής διαδικασίας είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα σ’αυτή την κατεύθυνση. Αυτό που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι ότι δεν χρειάζεται αναγκαστικά να κοιτάξουμε πολύ μακριά για να δούμε ιδέες και κάποια πρώτα παραδείγματα.

Η εκλογή προέδρου στο ΠΑΣΟΚ το 2007 έδειξε πως μέσα από μια ανοικτή διαδικασία μπορεί να δημιουργηθεί ένα αξιόπιστο σύστημα διαπίστευσης ψηφοφόρων και μετάδοσης αποτελεσμάτων.

Η προσπάθεια αποστολής και σε πραγματικό χρόνο απεικόνισης των αποτελεσμάτων από εκλογικούς αντιπροσώπους του ΠΑΣΟΚ στις πρόσφατες εκλογές, με όλα της τα προβλήματα, έδειξε την πρακτική αξία των ανοικτών συστημάτων στη συμμετοχή και τη διαφάνεια.

Η διαδικτυακή συζήτηση που είχα κάποτε με τον Γιάννη Μαυρή για τη μεθοδολογία και τη διαφάνεια στις δημοσκοπήσεις είναι ακόμα επίκαιρη καθώς η ζήτηση για ανοικτά δημόσια δεδομένα από δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις διαδίδεται ευρύτερα.

Εκλογές Οκτωβρίου 2009. Αφορμή για νέου τύπου ενημέρωση

Σε αυτή την προεκλογική περίοδο των εκλογών του Οκτωβρίου του 2009 έχω κάποιους περίεργους λόγους να αισθάνομαι καλύτερα συγκριτικά με άλλες αντίστοιχες περιόδους στο παρελθόν. Οι λόγοι της ευαρέσκειας αφορούν περιέργως τους τρόπους με τους οποίους παρακολουθώ την προεκλογική εκστρατεία.

Άλλες χρονιές, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων και ενδιαφέροντος, διάβαζα καθημερινά δυο εφημερίδες. Την Κυριακή έπαιρνα τρείς ενώ παρακολουθούσα ανελλειπώς δελτία ειδήσεων και πολιτικές εκπομπές. Τώρα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Σπανίως διαβάζω πλέον την έντυπη έκδοση κάποιας καθημερινής εφημερίδας. Την Κυριακή αγοράζω μια και το κάνω σχεδόν με το ζόρι. Τα δελτία ειδήσεων κρατούν πια την προσοχή μου εντελώς αποσπασματικά και απρόβλεπτα.

Παρόλαυτα αισθάνομαι  πιο κριτικά ενημερωμένος από ποτέ χωρίς μάλιστα να έχω αποκλείσει περιεχόμενο από τα ΜΜΕ. Διαβάζω καθημερινά τις ροές ενημέρωσης (RSS Feeds) από τέσσερις διαφορετικές εφημερίδες όχι μόνο  σε γραφείο και  σπίτι, αλλά και όπου αλλού επιθυμώ μέσω του blackberry. Στο facebook, στο friendfeed και το twitter βρίσκω καθημερινά όχι απλά ενδιαφέρον πρωτότυπο περιεχόμενο, αλλά και αναμετάδοση ιστοριών, άρθρων και βίντεο από ραδιοτηλεοπτικά και έντυπα μέσα. Αυτό είναι ένα μέρος του περιεχομένου, το πιο ενδιαφέρον ίσως, που για να το καταναλώσεις απευθείας θα χρειαζόσουν ώρες παρακολούθησης για κάτι που σπάνια θα σε κάνει σοφότερο. Ενίοτε μάλιστα τυχαίνει να αλληλεπιδρώ άμεσα με ενεργούς στο διαδίκτυο συντάκτες σε ενδιαφέρουσες συζητήσεις.

Μια άλλη αναμφίβολα θετική όψη αυτής της προεκλογικής περιόδου είναι ο ήπιος τρόπος που εκτυλίσσεται επικοινωνιακά. Είμαστε πρός το τέλος της πρώτης από τις τέσσερις εβδομάδας και οι δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις είναι αισθητά λιγότερες από ό,τι  ήταν πρίν μόλις μερικούς μήνες στις Ευρωεκλογές. Τηλεοπτικά σποτάκια δεν έχει τύχει ακόμα να δώ να παίζουν στη ροή προγράμματος παρά μόνο στο διαδίκτυο. Αφίσες, φυλλάδια και λοιπό προεκλογικό υλικό σε δρόμους και πλατείες ακόμη δεν έχει εμφανιστεί, ενώ το ΠΑΣΟΚ δεσμεύτηκε μεταξύ άλλων για ‘πράσινη καμπάνια΄.

Θα είχε ενδιαφέρον αν και τα παραδοσιακά ΜΜΕ ανταποκρίνονταν σοβαρά στις απαιτήσεις των καιρών και ξέφευγαν από το επαναλαμβανόμενο και αρκετά κουραστικό πλέον μοτίβο που καλύπτουν τις προεκλογικές εκστρατείες. Η διάσταση ανάμεσα  στο συχνά παραπολιτικό σχόλιο του δημοσιογράφου και της πραγματικής  είδησης, τα παράθυρα με τις ομιλούσες κεφαλές, τα πάνελς με τηλεγενείς πολιτικούς, δημοσιογράφους και κάθε λογής ειδικούς, γίνονται ένα ολοένα και πιο απωθητικό προϊόν. Η αλλαγή μοντέλου βέβαια είναι κάτι που δεν γίνεται εύκολα από τη μέρα στην άλλη. Ας γίνει όμως αφορμή αυτή η προεκλογική περίοδος για μια κάποια νέα αρχή στο κοντινό μέλλον.

Αν βλέπαμε κάθε πρόβλημα ώς ευκαιρία

Αν κάθε προβλήμα με δημόσιο ενδιαφέρον το αντιμετωπίζαμε ως μια ευκαιρία ανεύρεσης καλύτερων λύσεων με τη συμβολή εκείνων που άμμεσα ή έμμεσα αφορά, τότε ίσως κάποια στιγμή κάνουμε κάποια βήματα μακριά από την πολιτική κακοδαιμονία που μας στοιχειώνει.

Το θέμα των δημοσκοπήσεων, μας αρέσει – δεν μας αρέσει, έχει τη σημασία του για την ποιότητα της δημόσιας ζωής στην εποχή της μεταδημοκρατίας και αφορά όλους τους βασικούς παίκτες του συστήματος πολιτικής επικοινωνίας της χώρας μας:

  • Οι Κυβερνήσεις, τα κόμματα και οι πολιτικοί τις συμβουλεύονται για να χαράξουν το σχεδιασμό της στρατηγικής τους και με βάσει αυτές ελέγχουν ανά πάσα στιγμή την ορθότητα επί μέρους κινήσεων και πρωτοβουλιών τους
  • Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης θα έπρεπε να  τις χρησιμοποιούν περισσότερο για την πληθώρα των ευρημάτων με τα οποία οι έρευνες μπορούν να τεκμηριώσουν διαφορετικές όψεις των θεμάτων της επικαιρότητας παρά ως ένα, μάλλον περιορισμένης αποτελεσματικότητας, εργαλείο προπαγάνδας για τη χειραγαγώγηση της κοινής γνώμης.
  • Οι πολίτες αποκτούν ένα μέτρο σύγκρισης των ατομικών τους απόψεων για το α’ ή β’ θέμα με την κοινή γνώμη και ανάλογα μπορεί είτε να ενισχύσουν την δική τους γνώμη, είτε να βρούν αφορμή να την επανεξετάσουν ή ακόμα και μείνουν παγερά αδιάφοροι.

Η επαναφορά της απαγόρευσης δημοσιοποίησης των δημοσκοπήσεων 15 ημέρες πρίν την διενέργεια των εκλογών είναι λάθος. Όχι τόσο για το ίδιο το περιεχόμενο της ρύθμισης που υπό άλλες συνθήκες, αν και προσωπικά διαφωνώ, θα μπορούσε να αποδειχθεί σωστό. Όσο για τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλεται. Χωρίς καμία απολύτως διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης αυτή η ρύθμιση δηλώνει προχειρότητα, βιασύνη και σκοπιμότητα. Από τη θέση της κυβέρνησης είναι φανερό πως στο σκεπτικό της απόφασης τεκμαίρουν, με ισχυρή δόση αυθαιρεσίας, τη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων μερών.

Το μόνο σίγουρο είναι πως κάποια στιγμή το θέμα πρέπει να τεθεί σε δημόσια ανοικτή διαβούλευση.  Τότε με διαφάνεια όλοι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν την άνεση του χρόνου για να διατυπώσουν τεκμηριωμένες απόψεις  πρός όποια κατεύθυνση κρίνουν.