Πως μετριέται ο λαϊκισμός;

 © johnhain | Pixabay

Η έρευνα του Ινστιτούτου Timpro για τον «Δείκτη Απολυταρχικού Λαϊκισμού», την οποία παρουσιάζει στην Ελλάδα το ΚεΦιΜ, ήρθε να επιβαρύνει το ήδη καταθλιπτικό κλίμα που επικρατεί τον τελευταίο καιρό αναφορικά με τις προοπτικές της δημοκρατικής πολιτικής στην Ελλάδα. Η ζήτηση για απολυταρχικό λαϊκισμό εμφανίζεται πλειοψηφική καθώς όπως αναφέρει η έρευνα, σε δημοσίευμα της Καθημερινής, «η Ελλάδα είναι μία από τις 4 χώρες-μέλη της ΕΕ που η κυβέρνηση αποτελείται μόνο από λαϊκιστές», ενώ τα «λαϊκιστικά» κόμματα συγκέντρωσαν πάνω από το 50% των ψήφων στις τελευταίες εθνικές εκλογές του 2015». Όταν την ίδια στιγμή στην Ευρώπη ο δείκτης απολυταρχικού λαϊκισμού είναι 22,2% εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι εκτός από διεφθαρμένη (Δείκτης Αντίληψης Διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας) και δημοκρατικά ελλειμματική (Economist Democracy Index), η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στον λαϊκισμό και μάλιστα του απολυταρχικού είδους.

Πριν αναφερθώ σε ορισμένες ενστάσεις για την μεθοδολογία του Δείκτη Απολυταρχικού Λαϊκισμού του Timpro, επισημαίνω ότι όταν οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες καταπιάνονται με τη μέτρηση σύνθετων και αρκετά προκλητικών ιδεολογικών φαινομένων όπως ο λαϊκισμός έχουν ή θα έπρεπε να έχουν δύο στενά αλληλένδετους στόχους. Ο πρώτος είναι να προσφέρουν μια όσο το δυνατόν πιο ολιστική κατανόηση του υπό μελέτη φαινομένου έτσι ώστε, και εδώ είναι ο δεύτερος αλληλένδετος στόχος, να προκύπτουν εναργώς οι κατευθύνσεις είτε για τον περιορισμό των αρνητικών του επιδράσεων είτε για τη μεγιστοποίηση των δυνητικών του ωφελειών για το δημόσιο συμφέρον. Με την πιο πάνω συλλογιστική διάβασα τη μεθοδολογία, τα δεδομένα(.xls) και τα πορίσματα της έρευνας αλλά δεν μπορώ να πω ούτε ότι έγινα σοφότερος για την απήχηση του λαϊκισμού ούτε ότι έχω καλύτερη εικόνα για τις διαθέσιμες επιλογές αντιμετώπισης του φαινομένου.

Εν συντομία, ο δείκτης Απολυταρχικού Λαϊκισμού του Timpro καταγράφει την εκλογική απήχηση των κομμάτων τα οποία – βάσει της μεθοδολογίας του- κατατάσσει στα ακραία ή απολυταρχικά κόμματα της αριστεράς και της δεξιάς και αποδίδει σε αυτά τα ποσοστά διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με το ποσοστό των εδρών τους στη Βουλή και το βαθμό συμμετοχής τους στην κυβέρνηση. Έτσι οι ερευνητές του Timpro προσμετρούν τις ψήφους και την κατοχή αξιωμάτων αλλά σημειώνουν ότι αφήνουν εκτός πεδίου την επιρροή των «λαϊκιστικών» κομμάτων στην εφαρμοσμένη πολιτική. Επίσης, οι ερευνητές κατατάσσουν τα κόμματα του απολυταρχικού λαϊκισμού στις κατηγορίες «δεξιά» ή «αριστερά» και «ακραία» ή «απολυταρχικά». Αν ο διαχωρισμός σε αριστερά και δεξιά είναι λίγο πολύ θέμα αυτοπροσδιορισμού, για να χαρακτηριστεί ένα κόμμα απολυταρχικό αρκεί να μπορεί κάποιος να το χαρακτηρίσει αντι-φιλελεύθερο. Για να δώσουμε μερικά παραδείγματα, ο ΣΥΡΙΖΑ σύμφωνα με το Timpro είναι ένα απολυταρχικό αριστερόστροφο λαϊκιστικό κόμμα με ιδεολογία του το σοσιαλισμό και την αντι-παγκοσμιοποίηση, η Χρυσή Αυγή είναι ένα ακραίο εθνικιστικό νεοναζιστικό κόμμα της άκρας δεξιάς, το ΚΚΕ είναι ένα επίσης ακραίο κομμουνιστικό κόμμα της άκρας αριστεράς, οι ΑΝΕΛ είναι ένα απολυταρχικό κόμμα του εθνικού συντηρητισμού.

Με βάση τη μεθοδολογία αυτή τα μόνα ευρωπαϊκά κόμματα που θεωρούν οι ερευνητές ότι δεν είναι λαϊκιστικά είναι τα κεντρώα, κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα. Το γεγονός ότι η εφαρμοσμένη πολιτική βρίσκεται εκτός του πεδίου της έρευνας καθιστά το δείκτη προβληματικό και περιορίζει την αξία του. Ο λαϊκισμός στον λόγο και την πράξη των κομμάτων είναι διάχυτο φαινόμενο που διατρέχει οριζόντια το κομματικό σύστημα. Ας πάρουμε ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα εξόχως λαϊκιστικών πολιτικών θέσεων κομμάτων της εγχώριας πολιτικής σκηνής. Πόσο φιλελεύθερη ήταν η διολίσθηση της ΝΔ στον ακραίο εθνικιστικό λόγο κατά τις δημόσιες συζητήσεις για τη συμφωνία των Πρεσπών; Δεν είναι καραμπινάτος λαϊκισμός η διαφαινόμενη μείωση κατά 50% του ανταποδοτικού τέλους της ΕΡΤ μόλις γίνει κυβέρνηση η ΝΔ ώστε να ελαφρυνθεί ο ελληνικός λαός από τη χρηματοδότηση της δημόσιας τηλεόρασης; Ή μήπως δεν είναι γνήσιος συνωμοσιολογικός λαϊκισμός οι αναφορές του ΚΙΝΑΛ για το ρόλο του Σόρος στο Μακεδονικό;

Προφανώς και είναι. Ωστόσο, το ραντάρ της συγκεκριμένης έρευνας είναι προβληματικό γιατί αφήνει εκτός πεδίου την εφαρμοσμένη πολιτική. Υπάρχουν πολλά αυταρχικά κόμματα που στη θητεία τους ψήφισαν νόμους για την απόδοση ιθαγένειας σε μετανάστες, για το σύμφωνο συμβίωσης, για την αναδοχή και υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια; Με ποιό σκεπτικό η ψήφος των πολιτών που έδωσαν αυτή την εντολή θεωρείται ότι αυξάνει τη ζήτηση για απολυταρχικό λαϊκισμό; Γιατί αν εμμέσως πλην σαφώς θέλουν να μας πουν ότι για να αναχαιτιστεί ο λαϊκισμός, ο οποίος είναι σύνθετο ζήτημα που δεν χωρά μονοσήμαντες ερμηνείες, αρκεί οι πολίτες να επιλέξουν με την ψήφο τους κεντρώα, φιλελεύθερα, κεντροδεξιά ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα η πραγματικότητα τους διαψεύδει.

Advertisements

4 + 1 ερωτήματα για την κυβέρνηση μειοψηφίας

Επανήλθε το σενάριο για κυβέρνηση μειοψηφίας μετά τη βέβαιη αποχώρηση των ΑΝΕΛ από την κυβέρνηση σε περίπτωση που υπερψηφιστεί από τη Βουλή η συμφωνία των Πρεσπών. Επειδή μέσα στο γενικότερο κλίμα πόλωσης και σύγχυσης που επικρατεί εκφράζονται υπερβολές και φόβοι που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, θα επιχειρήσω να θέσω και να απαντήσω 3 +1 ερωτήματα για την κυβέρνηση μειοψηφίας. Πάμε λοιπόν:

Τι είναι;

Κυβέρνηση μειοψηφίας έχουμε όταν ένα κόμμα ή συνασπισμός ή συμμαχία κομμάτων κυβερνά χωρίς να έχει την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Το φαινόμενο της κυβέρνησης μειοψηφίας εμφανίζεται είτε αμέσως μετά τις εκλογές – όπως συνέβη το 2017 στη Μεγάλη Βρετανία, είτε στη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου μετά από πτώση της κυβέρνησης – όπως στην Ισπανία το 2018 ή και στο Βέλγιο όπου η κυβέρνηση έχασε την πλειοψηφία. Μια κυβέρνηση μειοψηφίας παραμένει στην εξουσία για όσο διάστημα κατορθώνει να υπερψηφίζει νομοσχέδια με την υποστήριξη ή την ανοχή κομμάτων και βουλευτών στη Βουλή υπό την προϋπόθεση ότι η μη εμπιστοσύνη της Βουλής δεν διαπιστώνεται σε ψηφοφορία για πρόταση δυσπιστίας. Σε αυτό το ενδεχόμενο η κυβέρνηση μειοψηφίας πέφτει και σχηματίζεται νέα από την παρούσα ή την επόμενη Βουλή.

Είναι νόμιμη;

Απολύτως. Αυτή τη στιγμή κυβερνήσεις μειοψηφίας έχουμε ακόμα στις πιο προηγμένες φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες όπως η Δανία στην οποία οι περισσότερες κυβερνήσεις από το 1982 είναι τέτοιου τύπου. Στην μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν έχει εμφανιστεί ακόμα κυβέρνηση μειοψηφίας. Ωστόσο, το Σύνταγμά μας στο άρθρο 84 για την αρχή της δεδηλωμένης, στην παράγραφο 6, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο κυβέρνησης μειοψηφίας καθώς προβλέπει ότι η πρόταση εμπιστοσύνης μπορεί να γίνει αποδεκτή αν συγκεντρώσει έστω και 120 ψήφους. Σε αυτό το σημείο η λογική του Συντάγματος τάσσεται υπέρ της κυβερνητικής σταθερότητας.

Είναι πιθανή;

Περισσότερο από ποτέ άλλοτε στο παρελθόν καθώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αποχώρησης των ΑΝΕΛ και της διαφαινόμενης υπερψήφισης της συμφωνίας των Πρεσπών σε Σκόπια και Αθήνα. Βέβαια, λόγω του πρωθυπουργοκεντρικού πολιτικού συστήματος η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει στον κ. Τσίπρα. Επομένως το αν οδηγηθούμε σε κυβέρνηση μειοψηφίας θα εξαρτηθεί από τη στάθμιση για τον καταλληλότερο χρόνο των εκλογών που θα κάνει ο πρωθυπουργός.

Είναι επικίνδυνη;

Ας σταματήσει κάποτε ο πλειοδοτικός διαγωνισμός κινδυνολογίας. Οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν υπονομεύονται από την τυπική εφαρμογή των Συνταγματικών διατάξεων. Η λειτουργία των θεσμών υποσκάπτεται από την καθημερινή δηλητηρίαση του πολιτικού κλίματος με δραματοποιημένες, υπερβολικές και εμπρηστικές δηλώσεις που διχάζουν τους πολίτες, τροφοδοτούν τον αριστερό και δεξιό λαϊκισμό και τελικά εμπεδώνουν την κρίση εμπιστοσύνης στη δημοκρατία προς όφελος των πραγματικών της εχθρών.

Ποιόν συμφέρει;

Η εύκολη απάντηση είναι τον Τσίπρα. Ο πρωθυπουργός, κατά τα φαινόμενα, θα ξεφορτωθεί τον Καμμένο και τους ΑΝΕΛ. Θα παρατείνει τη διάρκεια ζωής μιας νέας και – πιθανώς- προοδευτικότερης σύνθεσης κυβέρνησης  μέχρι το φθινόπωρο εφόσον το επιθυμεί. Θα επιχειρήσει να καταστεί ο ίδιος το επίκεντρο κάθε προσπάθειας ανασυγκρότησης των δυνάμεων μιας αντιδεξιάς παράταξης για την επόμενη μέρα των εκλογών. Ναι; Όχι ακριβώς. Τα τελευταία δείγματα γραφής στη λειτουργία της κυβέρνησης από τα πιο σημαντικά όπως η διαχείριση κρίσεων (Φωτιά στο Μάτι), τα μεσαίας σημασίας (χρίσμα σε μέτριους και αμιγώς κομματικούς υποψηφίους στους Δήμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης) έως τα χαμηλής σημασίας ζητήματα (επίσκεψη Τσίπρα στο μετρό Θεσσαλονίκης) έχουν απογοητεύσει και σπείρει τις αμφιβολίες και στους ίδιους του τους οπαδούς. Επομένως δεν είναι καθόλου βέβαιο σε τι θα ωφελήσει η παράταση ζωής μιας κυβέρνησης που εκφυλίζεται χωρίς συμμάχους, και δίχως την πλειοψηφική ευχέρεια να νομοθετεί.

Η απατηλή γοητεία του αντιΣΥΡΙΖΑ porn

outrage1

Τον τελευταίο καιρό ακούμε επιχειρήματα ενάντια σε μια μόδα που προσλαμβάνει διαστάσεις μαζικής υστερίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αναφέρομαι στην τάση περιγραφής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με τα μελανότερα δυνατά χρώματα. Σύμφωνα με τις σχετικά ηπιότερες περιγραφές -γιατί γράφονται και τέρατα- ο ΣΥΡΙΖΑ απεργάζεται συστηματικά την κατάλυση του κράτους δικαίου. Ενορχηστρώνει μεθοδικά την εγκαθίδρυση αυταρχικού καθεστώτος. Αποτελείται από αμετανόητους νεο-κρυφο-παλαιο ή σκέτο κομμουνιστές, οι οποίοι επιχειρούν συνειδητά να αποσχίσουν την Ελλάδα από το δυτικό σύστημα διεθνούς συνεργασίας και να τη μετατρέψουν σε ένα υβρίδιο ανατολικο-λατινο-πρωηνσοβιετικής λαϊκής δημοκρατίας της νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η πρώτη προτεραιότητα κάθε δημοκρατικού πολίτη οφείλει να είναι η ταχύτερη δυνατή πτώση της κυβέρνησης. Μόνο η διαρκής καταγγελία των βλαβών που προκαλεί κάθε επιπλέον ημέρα παραμονής της στην εξουσία θεωρείται ότι εξυπηρετεί το στόχο της πτώσης. Η στήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης προβάλει ως η μόνη και συχνά αναντίρρητη προοπτική. Κάθε άλλη προτεραιότητα, όπως για παράδειγμα η οικοδόμηση του Κινήματος Αλλαγής με διακριτή πρόταση απέναντι στον μικρό δικομματισμό, στιγματίζεται ως ανεπαρκής και ανεπίκαιρη απέναντι στη μεγάλη ιδέα της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ.

Δυο πρόσφατα άρθρα, του Ν. Μαραντζίδη εδώ και του Ξ. Κοντιάδη εδώ, απαντούν στη μόδα δαιμονοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ. Μέσα από το πρίσμα της πολιτικής ανάλυσης εξηγούν το εσφαλμένο της τακτικής. Ο μεν Μαραντζίδης δίνει έμφαση στις παθογένειες της τακτικής του “να φύγουν αυτοί και θα τα βρούμε”. Ενώ ο Κοντιάδης καταλήγει ότι η πόλωση της δαιμονοποίησης έχει τα αντίθετα αποτελέσματα, αφού η κυβέρνηση τρέφεται από τα υλικά της. Οι αναλύσεις αυτές είναι βάσιμες και αρκετά πειστικές. Ωστόσο, αρκετά ερωτήματα παραμένουν. Τι είναι αυτό που κάνει την υπερβολική αγανάκτηση για τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ελκυστική στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε αρκετά ΜΜΕ; Γιατί οι αγανακτισμένοι δεν απαιτούν μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας η οποία θα λυτρώσει τη χώρα από τα δαιμόνια που την κατατρέχουν;

Αισθάνομαι ότι πρέπει να αναζητήσουμε βοήθεια από την κοινωνική ψυχολογία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για να απαντήσουμε. Η χώρα συμπληρώνει δεκαετία σε καθεστώς οικονομικής κρίσης χωρίς να είναι καθόλου ορατή στον μελλοντικό ορίζοντα η περίοδος που πολλές νέες δουλειές θα δημιουργηθούν, που οι επιχειρήσεις δεν θα αντιμετωπίζονται με φορολογική εχθρότητα, που η εργασία όλων θα ανταμείβεται δίκαια, που οι θεσμοί θα κερδίσουν ξανά την εμπιστοσύνη των πολλών. Το φταίξιμο για αυτή την κατάσταση πρέπει να επιμεριστεί στις κυβερνήσεις της τελευταίας εικοσαετίας αναλογικά με τα επίσημα στοιχεία απολογισμού των πεπραγμένων και των παραλείψεών τους. Ωστόσο, η ευθύνη να σκεφτούμε, να διαμορφώσουμε, να επιλέξουμε και εν τέλει να υλοποιήσουμε το σχέδιο που πραγματικά θα μας βγάλει από την κρίση δεν ανήκει μόνο στους εκάστοτε κυβερνώντες. Ανήκει πρωτίστως στις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις και σε κάθε πολίτη που θέλει να αλλάξει τη μοίρα του.

Η σημερινή κυβέρνηση έχει αποτύχει παταγωδώς στην εκπλήρωση των προσδοκιών και των εξαγγελιών της. Αυτά μπόρεσε κι αυτά έπραξε. Το φταίξιμο της αποτυχίας είναι όλο δικό της. Η αποτυχία θα την ακολουθεί και όταν θα έχει πια παραδώσει την ευθύνη της διακυβέρνησης. Όμως, η αλλαγή της χώρας προς το καλύτερο δεν είναι αποκλειστική υπόθεση της εκάστοτε εν ενεργεία κυβέρνησης. Μεγάλη ευθύνη έχουν και οι υπόλοιπες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, τα ΜΜΕ και οι πολίτες που πλέον έχουν φωνή στο επιδραστικό πεδίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Και εδώ υπάρχει ένα λεπτό σημείο. Όποιοι ζωγραφίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ με τα μελανότερα χρώματα δεν εστιάζουν την κριτική τους μόνο σε κάποια συγκεκριμένη αποτυχία. Φυσικά και έχουν ως αφορμή μια πράξη ή ένα γεγονός. Αλλά μεταφέρουν το φταίξιμο για όλα τα μελλοντικά δεινά, που κατά τις εκτιμήσεις τους θα συμβούν στο μέλλον και με άλλες κυβερνήσεις, ξανά πίσω στο κόμμα βελζεβούλ.

Το αντιΣΥΡΙΖΑ porn στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει γίνει μόδα. Σαν είδος περιεχομένου το αντιΣΥΡΙΖΑ porn είναι μια ειδική κατηγορία του outrage porn. Η συνταγή είναι απλή, το μοτίβο επαναλαμβανόμενο και ο τόνος  κλιμακώνεται. Μια απόφαση ή δήλωση μέλους της κυβέρνησης προσβάλει κάποιους. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και κάποια ΜΜΕ ξεκινάει ένα γαϊτανάκι θυματοποίησης ολόκληρης της χώρας σαν να έχει πέσει στα νύχια μοχθηρού θηρίου. Σε συνθήκες ακραίας πόλωσης οι λέξεις δημιουργούν δύο φανταστικούς, αντιπαρατιθέμενους κόσμους. Από τη μια μεριά οι σατανάδες του ΣΥΡΙΖΑ και από την άλλη τα θύματά τους σε θέση άμυνας να υπερασπίζονται τον δίκαιο αγώνα για την πτώση του. Αυτή η σκιαμαχία προσφέρει την πρόσκαιρη ευχαρίστηση της ηθικής αγανάκτησης και ικανοποίησης σε όσους επιδίδονται σε τέτοιες δραστηριότητες. Όμως η γοητεία του αντιΣΥΡΙΖΑ porn είναι απατηλή για δυο λόγους: α) επειδή η θυματοποίηση της χώρας και των πολιτών της αποσπά την προσοχή από τα πραγματικά τους προβλήματα και β) επειδή συντελεί στην αποποίηση της ευθύνης που έχουμε όλοι (κόμματα, επιχειρήσεις, οργανισμοί, πολίτες) για τη συζήτηση, τη διαμόρφωση, την επιλογή και την υλοποίηση της πορείας εξόδου από το καθεστώς της πολύπλευρης κρίσης.