Συμπληρώνεται μια ημέρα από την στιγμή όπου δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο απόφασης του ΥΠΕΣ για τα ανώτατα όρια κυβισμού στα κρατικά αυτοκίνητα στο opengov.gr/ypes. Πρόκειται για ένα πρώτο βήμα σε μια μεγάλη προσπάθεια που απαιτείται να γίνει από όλους όσοι έχουν τη βούληση και το ενδιαφέρον να πάνε τη δημοκρατία ένα βήμα παραπέρα από την κλασσική, σε μεγάλο βαθμό προβληματική,  αντιπροσωπευτική της λειτουργία και θεώρηση. Ο δρόμος προς τη διαβούλευση κάθε θεσμικής εξουσίας με τους πολίτες είναι γεμάτος προκλήσεις. Προκλήσεις που αφορούν κυρίως στους τρόπους με τους οποίους θα ξεπεραστούν τα ποικίλλα εμπόδια που βρίσκονται σε πολλά σημεία της διαδρομής πρός μια πιο ανοικτή διαδικασία παραγωγής πολιτικής.

Ποιά είναι όμως αυτά τα εμπόδια και οι μελλοντικές προκλήσεις για την ελληνική περίπτωση; Μπορούμε να τα χωρίσουμε σε τέσσερις κατηγορίες.

1. Διοικητικά, θεσμικά εμπόδια και προκλήσεις:

Η έντονη πολιτική βούληση για την εισαγωγή αρχών διαφάνειας, διαβούλευσης, συμμετοχής και λογοδοσίας στις διαδικασίες παραγωγής δημόσιας πολιτικής πρέπει να αρχίσει μεθοδικά να αποκτά βάθος. Ένα βασικό εμπόδιο είναι οι εντάσεις που ενσκήπτουν ανάμεσα στους τεχνοκράτες που πλαισιώνουν το επιτελείο ενός υπουργού και στα στελέχη του μόνιμου διοικητικού του μηχανισμού. Κάπως σχηματικά, οι πρώτοι συνήθως καταλογίζουν στους δεύτερους  αντίσταση στις αλλαγές και δυσκολία στην απορρόφηση καινοτομιών. Eνώ οι δεύτεροι κάνουν λόγο για έλλειψη κατανόησης των υπηρεσιακών διαδικασιών και ιδιαιτεροτήτων.

Η άρση αυτού του εμποδίου είναι ίσως από τις σημαντικότερες προκλήσεις αν είναι η ελληνική πολιτική και διοίκηση να περάσουν για τα καλά στο επόμενο επίπεδο. Για να ξεπεραστεί το εμπόδιο, όμως, απαιτείται να αφιερωθεί ποιοτικός χρόνος από τους εν λόγω stakeholders, σε μια προσπάθεια να κατανοήσουν από κοινού τη φύση των επιπτώσεων μιας πιο ανοικτής και συμμετοχικής διαδικασίας λήψης των αποφάσεων. Να κατανοήσουν σε όλο το δυνατό εύρος ότι η εισαγωγή διαδικασιών ανοικτής διαβούλευσης δεν είναι απλά ακόμη ένας νεωτερισμός, αλλά συνιστά διαμοίρασμα της εξουσίας διαμόρφωσης και λήψης αποφάσεων. Ένα διαμοίρασμα της εξουσίας που γίνεται με αντάλλαγμα την προστιθέμενη αξία που κομίζουν στη λήψη αποφάσεων με τις γνώσεις, τις ιδέες και τις προτάσεις τους οι πολίτες.

Άν όχι όλοι, τουλάχιστον κάποιοι από το εν λόγω ανθρώπινο δυναμικό των Υπουργείων πρέπει να αρχίσουν να αποκτούν διαδικτυακή ορατότητα κάποιου είδους. Όχι οποιαδήποτε ορατότητα, αλλά εκείνη που συμβάλει και ανταποκρίνεται κάθε φορά στις ανάγκες της αλληλεπίδρασης της εκάστοστε διοικητικής μονάδας με τους ενδιαφερόμενους πολίτες. Αυτού του είδους η ορατότητα είναι, πρός το παρόν, ενά ζητούμενο πρός αναζήτηση.

2. Κοινωνικά εμπόδια και προκλήσεις:

Είναι έτοιμη και έχει όλη η κοινωνία τις ίδιες ευκαιρίες να συμμετέχει; Η απάντηση είναι σαφώς όχι για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, εξαιτίας των δομικών περιορισμών στην έγκαιρη πληροφόρηση όλων των δυνητικών ενδιαφερομένων. Αλλά και λόγω της ίδιας της δυνατότητας πρόσβασης στο μέσο. Μια λύση για αυτό το πρόβημα, που μάλιστα έχουν προτείνει οι Εθελοντές για την Διαφάνεια, είναι να παρέχουν τα ΚΕΠ ολοκληρωμένες υπηρεσίες διευκόλυνσης της συμμετοχής του πολίτη με τη χρήση πιο συμβατικών από το διαδίκτυο μέσων.

Μια άλλη πρόκληση είναι να κερδίσει η διαδικασία διαβούλευσης την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Κάτι που ως ένα βαθμό θα κριθεί από την ανταπόκριση της διοίκησης στις προτάσεις των πολιτών αλλά και από την ποιότητα που θα έχει, συν τω χρόνω, η μεταξύ τους διάδραση. Σε αυτό το σημείο μένουν πολλά να γίνουν.  Μια ακόμα πρόκληση είναι ότι  η διατύπωση των σχεδίων αποφάσεων και νομικών πράξεων πρέπει να γίνεται σε απλά ελληνικά. Ο στρατηγικός στόχος εδώ είναι να μην αποθαρρύνεται εκ προϊμίου η έκφραση της πλειοψηφίας των πολιτών που δεν κατέχουν την διοικητική ορολογία. Η μέθοδος της διαβούλευσης είναι εξαιρετικά σημαντική. Γι’αυτό πρέπει να υπάρχει ευελιξία στη δοκιμή καθιερωμένων διεθνών πρακτικών, μέσα βέβαια από την κατάλληλη προσαρμογή τους στην ελληνική πραγματικότητα.

3. Τεχνικά και επιχειρησιακά εμπόδια και προκλήσεις

Όπως συμβαίνει και με τις εκτός διαδικτύου διαβουλεύσεις δεν υπάρχει ούτε μια ενιαία μεθοδολογία, μήτε κάποια συγκεκριμένη τεχνολογική πλατφόρμα από τις οποίες να ξεκινήσει κάποιος. Μόνο σε προηγούμενες εμπειρίες και καλές διεθνείς πρακτικές μπορεί να βασιστεί, επιχειρώντας να τις προσαρμόσει, να τις επεκτείνει ή ακόμα και να καινοτομήσει από την αρχή.

Μια επιχειρησιακή πρόκληση αφορά στους τρόπους όπου γνωστοποιούνται και λαμβάνονται υπόψην οι απόψεις που καταγράφονται σε διάφορα σημεία στον παγκόσμιο ιστό, και ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για κάποιο υπό διαβούλευση θέμα. Επομένως, πέρα από την πρόκληση του διαμοιράσματος της εξουσίας που αναφέραμε πιο πάνω, υπάρχει και η πρόκληση κατανόησης του οιωνεί διανεμημένου χαρακτήρα κάθε διαβούλευσης.

4. Θεωρητικά, πολιτιστικά εμπόδια και προκλήσεις

Χωρίς καθόλου να υποτιμάται ο ρόλος της τεχνολογίας, η πραγματική αλλαγή παραδείγματος πρός μια ανοικτή διακυβέρνηση δεν θα συμβεί απλά και μόνο από την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην πολιτική, αλλά μόνον όταν επέλθει ουσιαστική μεταβολή στις συμπεριφορές των επί μέρους stakeholders (πολιτικών, διοίκησης, πολιτών). Για να συμβεί αυτό στη μεγάλη κλίμακα μεσολαβεί πληθώρα ακαδημαϊκών-ερευνητικών αλλά και πολιτιστικών προκλήσεων.

Παραφράζοντας την Ann Macintosh θα αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα ερωτήματα που συνιστούν προκλήσεις για το μέλλον.

  • Πως η ηλεκτρονική συμμετοχή επηρεάζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα μακροπρόθεσμα;
  • Πως, με τι μετρικά, αξιολογούμε την ηλεκτρονική συμμετοχή σε μια διαβούλευση;
  • Με ποιούς, προφανώς δημιουργικούς, τρόπους μπορούμε να ξεπεράσουμε/απαντήσουμε στην ένταση ανάμεσα στην δημοκρατική θεωρία και το σύγχρονο σχεδιασμό, πολιτικής τελικά, τεχνολογίας;

Από το Πόρτο Αλέγκρε, το 1989, έως την σημερινή πληθώρα πρωτοβουλιών ανά τον κόσμο, ο συμμετοχικός προϋπολογισμός έχει εξελιχθεί από μια εναλλακτική ιδέα σε μια δοκιμασμένη πρακτική με καλά αποτελέσματα. Όπως συμβαίνει με όλες τις δυναμικές έννοιες, είναι δύσκολο να ορίσουμε επακριβώς τι είναι.

Επιχειρώντας μια  σύγχρονη αναδιατύπωση της έννοιας, ακόμα ευρύτερη από τον ορισμό της wikipedia, θα λέγαμε ότι Συμμετοχικός Προϋπολογισμός είναι μια διαδικασία απλοποιημένης παρουσίασης των στοιχείων ενός οποιουδήποτε δημόσιου προϋπολογισμού (κρατικού, περιφερειακού, δημοτικού) με πλήρη διαφάνεια ώστε οι πολίτες να παρακολουθούν εύκολα που και πως δαπανάται το δημόσιο χρήμα και έτσι να έχουν ουσιαστική δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων μέσα από ανοικτή διαβούλευση.

Όπως γίνεται αντιληπτό από την παραπάνω απόπειρα ορισμού, υπάρχουν δύο έννοιες κλειδιά που μπαίνουν ΠΡΙΝ από την συμμετοχή που εύλογα κατέχει κεντρική θέση στην έννοια του συμμετοχικού προϋπολογισμού. Αυτές είναι η ‘απλοποίηση’ και η ‘διαφάνεια’. Τα πρωτογενή στοιχεία ενός, κρατικού ας υποθέσουμε, προϋπολογισμού αποτελούν ένα τεράστιο όγκο δεδομένων. Τα δεδομένα για τις δαπάνες υπάρχουν ανά είδος, κρατική υπηρεσία και με μια σειρά από άλλα κριτήρια.

Ωστόσο, η κωδικοποίηση των δεδομένων γίνεται με τέτοιο τρόπο που ναι μεν μπορεί να εξυπηρετεί τις υπηρεσιακές ανάγκες της διοίκησης, όμως απέχει αρκετά από το να βοηθούν τον πολίτη να καταλάβει τη λογική της ροής των χρημάτων ανά τομέα πολιτικής. Επομένως, η διαφάνεια, η απλοποίηση και, σ’ενα άλλο επίπεδο, η προσβασιμότητα είναι βασικές προϋποθέσεις για έναν συμμετοχικό προϋπολογισμό, είτε αυτός είναι σε διεθνή είτε σε εθνική και τοπική κλίμακα.

Με αυτές τις σκέψεις ξεκινάει αυτές τις ημέρες μια νέα πρωτοβουλία των Εθελοντών Διαδικτύου του ΠΑΣΟΚ για τον Συμμετοχικό Προϋπολογισμό. Ανάμεσα σε άλλα, η πρόκληση της εν λόγω δράσης είναι να προσφέρει ένα εργαλείο γνώσης και διαφάνειας για όλους και παράλληλα να ενδυναμώσει τη φωνή ειδικών ομάδων σε όλη την Ελλάδα (δημόσιοι υπάλληλοι, νέοι, φοιτητές, αγρότες κλπ) αναφορικά με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση του δημοσίου χρήματος.

Σε μια κίνηση μάλλον πρωτόγνωρη, για τα μέχρι τώρα ελληνικά πολιτικά πράγματα, ο Γιώργος Παπανδρέου πρότεινε στον επικεφαλής των Οικολόγων Πράσινων κ. Χρυσόγελο να αναλάβει το νεοσύστατο Υπουργείο Περιβάλλοντος. Έχει σημασία ότι αυτή η κίνηση έγινε μετά τη θριαμβευτική επικράτηση στις εκλογές και την επίτευξη άνετης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Δείχνει ότι επρόκειτο για έμπρακτη απόδειξη του ανοίγματος σε ευρύτερες δυνάμεις, παρά για κάποιο κοντόθωρο επικοινωνιακό τέχνασμα. Το πρώτο άνοιγμα λοιπόν έγινε και μάλιστα είχε ουσιαστικό και συμβολικό περιεχόμενο. Ουσιαστικό, γιατί όπως σημειώνει και ο Παναγιώτης Βρυώνης σαφώς ήδη υπάρχουν πολλά σημεία προγραμματικής ταύτισης ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και τους Οικολόγους Πράσινους. Συμβολικό, γιατί η Πράσινη Ανάπτυξη αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή για τη νέα κυβέρνηση.

Η απάντηση των Ο.Π ,όπως όλοι ξέρουμε, ήταν αρνητική και μάλιστα βασίζεται σε ένα αντιφατικό αιτιολογικό. Από τη μια αναφέρουν την απουσία προγραμματικού διαλόγου. Eνώ, από την άλλη, είδαμε σε τηλεοπτική δήλωση τον κ. Χρυσόγελο να επικαλείται την μη παρουσία του κόμματός του στο κοινοβούλιο, για να επηρεάζει από εκεί τις αποφάσεις ,ως σοβαρό λόγο για την άρνηση ανάληψης του Υπουργείου. Άρα, εύλογα μπορούμε να συμπεράνουμε, θυμούμενοι και παλιότερες δηλώσεις περί συνεργασιών σε περίπτωση εισαγωγής τους στη Βουλή και μη αυτοδυναμίας, ότι εάν οι Ο.Π τελικά ήταν στη Βουλή η απουσία προγραμματικού διαλόγου δεν θα τους εμπόδιζε να δεχτούν αυτή ή κάποια άλλη πρόταση.

Ας μη γελιόμαστε, ούτε η έλλειψη κοινοβουλευτικής παρουσίας μήτε το προγραμματικό πλαίσιο είναι οι πραγματικοί λόγοι αυτής της απόφασης. Η στάση των Οικολόγων Πράσινων είναι το αποτέλεσμα της έλλειψης στοιχειώδους ηγεσίας στους κόλπους τους. Είναι προφανές πως κυριάρχησε αβίαστα η άποψη του “Να αποκρούσουμε όπως-όπως την επίθεση φιλίας για να μην ενσωματωθούμε στο ΠΑΣΟΚ, για να μην διαλυθούμε”. Καμία εντύπωση δεν μου κάνουν οι παλαιοαριστερές αποχρώσεις στην επιχειρηματολογία όσων συμφωνούν με το όχι των Οικολόγων. Όμως, τη δεδομένη στιγμνή η συγκεκριμένη στάση μάλλον φαίνεται να διχάζει τον κόσμο των Ο.Π. Κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο.  Ο ρεαλιστής ψηφοφόρος, αυτός που θέλει να δει τα πράγματα να προοδεύουν στην περιβαλλοντική πολιτική, δύσκολα θα συμφωνήσει με τους αντιφατικούς λόγους που επικαλέστηκαν. Δύσκολα θα πεισθεί ότι ήταν αδύνατον ο κ. Χρυσόγελος να εκφράσει από κυβερνητική θέση τη νέα αντίληψη για την Πράσινη Ανάπτυξη και παράλληλα το κόμμα του να συνεχίζει ανεμπόδιστο τις πρωτοβουλίες ανάπτυξης του πολιτικού του χώρου εκτός Βουλής.

Για να θυμηθώ και εγω τον μεγάλο Αλεξανδρινό.”Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε”. Χθές λοιπόν, το ‘Όχι’ ήταν και πάλι η σωστή επιλογή. Μόνο που οι Οικολόγοι Πράσινοι, δυστυχώς είπαν το λάθος όχι. Αρνήθηκαν την  ανάληψη κυβερνητικής θέσης για το Υπουργείο Περιβάλλοντος, ενώ έπρεπε να πούν όχι σε μια φοβική, βαθιά συντηρική και ψευτοκινηματική αντίληψη που τελικά καθηλώνει κάθε ευρύτερη προοδευτική προοπτική.

Μια φορά και έναν καιρό, όταν ελλείψει τηλεόρασης η μετάδοση των εκλογικών αποτελεσμάτων γινόταν από το ραδιόφωνο, κάποιοι πατεράδες έβαζαν τα παιδιά τους να κρατούν σημειώσεις των ποσοστών που έλεγε ο εκφωνητής. Αργότερα,  όταν εγκαταστάθηκε για τα καλά η τηλεόραση στα νοικοκυριά η βραδυά των εκλογών άλλαξε ριζικά. Οι νέοι αποδεσμεύθηκαν από  το πληκτικό έργο της καταγραφής και όλη η οικογένεια πλέον παρακολουθούσε με άνεση τους πίνακες του Υπουργείου Εσωτερικών.

Λίγο μετά, στο γύρισμα της δεκατίας του 80′ και στις πρώτες αναμετρήσεις της δεκαετίας του 1990, ήρθαν τα πρώτα exit polls που σε συνδυασμό με τις αναλύσεις και εκτιμήσεις του Ηλία Νικολακόπουλου έφεραν νεωτερικό άρωμα στην εμπειρία παρακολούθησης των εκλογικών αποτελεσμάτων. Τα χρόνια πέρασαν. Τα exit polls έγιναν ρουτίνα, με όλες τις επιτυχίες και τις μικρές ή μεγαλύτερες αποτυχίες που τα συνοδεύουν.

Σήμερα, οι τεχνικές μετάδοσης της ροής αποτελεσμάτων είναι ταχύτερες. Εισάγονται νέα αποκεντρωμένα και ασφαλή συστήματα μετάδοσης όπως το SRT που χρησιμοποιήθηκε πιλοτικά φέτος. Για πρώτη φορά μάλιστα, είχαμε σύμπραξη αρκετών εταιριών δημοσκοπήσεων για ένα κοινό exit poll που μεταδόθηκε διακαναλικά, εκτός απο το STAR και το SKAI που το καθένα διενήργησε το δικό του. Όσο περνά ο καιρός ένα πράγμα γίνεται όλο και πιο βέβαιο. H εμπειρία της διενέργειας και της  παρακολούθησης της εκλογικής διαδικασίας αλλάζει, ενώ το διαδίκτυο και οι νέες τεχνολογίες είναι οι παράγοντες που οδηγούν αυτή την αλλαγή.

Ωστόσο, οι τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες. Πράγμα που σημαίνει πως διόλου αυτονότητο είναι πως η τεχνολογία υπηρετεί πάντα με τον καλύτερο τρόπο το δημόσιο συμφέρον σε ό,τι αφορά την οργάνωση και παρουσίαση της εκλογικής διαδικασίας.

Ας δούμε τρια σημεία που δεν τα πρόσεξαν πολλοί:

Πρώτον, για κάποιο λόγο οι τηλεοπτικοί σταθμοί είχαν ταχύτερη πρόσβαση στην πιο πρόσφατη ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων από ό,τι το διαδίκτυο. Η ενημέρωση του διαδικτυακού τόπου http://ekloges.ypes.gr ήταν πολύ πιο αργή, όπως πιθανότατα διαπίστωσαν όσοι παρακολουθούσαν και συνέκριναν, την ίδια στιγμή, τη ροή αποτελεσμάτων από το διαδίκτυο και από κάποιον τηλεοπτικό σταθμό.

Δεύτερον, δεν φαίνεται να έγινε δημόσια διακριτή η ροή των εισερχόμενων αποτελεσμάτων από το σύστημα SRT, καθότι αυτά προφανώς περιέχονταν μόνο στην συνολική ενσωμάτωση. Βέβαια, το SRT βασίστηκε σε κάποιο δείγμα εκλογικών τμημάτων. Όμως, όσο και αν με κάποια παραδοσιακά κριτήρια ωφελιμότητας ακούγεται περιττό,  θα είχε ενδιαφέρον να υπήρχε μια πρόσθετη ροή μόνο από αυτά τα τμήματα. Επίσης, αν δεν κάνω λάθος, για πρώτη φορά γύρω στις 10.00 το βράδυ είδαμε το Υπουργείο Εσωτερικών σε συνεργασία με τη Singular να δίνουν εκτίμηση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος βάση της οποίας (;) έγινε διόρθωση της εκτίμησης του διακαναλικού exit poll. Θα είχε επίσης μεγάλο ενδιαφέρον να γραφόντουσαν κάπου δημόσια μερικές γραμμές για τη μεθοδολογία που προέκυψε αυτή η εκτίμηση.

Τρίτον, κάποια exit polls, συγκεκριμένα το διακαναλικό, πήγαν ελαφρώς καλύτερα πιάνοντας οριακά το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ (στο ανώτερο όριο του διαστήματος) χάνοντας όμως το πραγματικό ποσοστό της ΝΔ (απόκλιση 1 μονάδα από το κατώτερο όριο του διαστήματος), ενώ κάποια άλλα όπως της Public Issue για το ΣΚΑΙ έπεσαν έξω και για τα δύο μεγάλα κόμματα.  Δύο μέρες μετά τις εκλογές και τα αναλυτικά στοιχεία από τα exit polls δεν είναι δημοσιευμένα πουθενά. Πιθανώς να χρειαστεί να περιμένουμε κάποιες μέρες ακόμα, για να τα δούμε σε κάποιο έντυπο αφιέρωμα εφημερίδας για τις εκλογές. Όμως αυτό δεν είναι το θέμα.

Το θέμα είναι πως εκσυχρονίζουμε συνολικά την εμπειρία της εκλογικής διαδικασίας ώστε να υπηρετεί καλύτερα το δημόσιο συμφέρον. Ένα ανοικτό μοντέλο υλοποίησης των επι μέρους συστατικών που αποτελούν την εμπειρία της εκλογικής διαδικασίας είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα σ’αυτή την κατεύθυνση. Αυτό που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι ότι δεν χρειάζεται αναγκαστικά να κοιτάξουμε πολύ μακριά για να δούμε ιδέες και κάποια πρώτα παραδείγματα.

Η εκλογή προέδρου στο ΠΑΣΟΚ το 2007 έδειξε πως μέσα από μια ανοικτή διαδικασία μπορεί να δημιουργηθεί ένα αξιόπιστο σύστημα διαπίστευσης ψηφοφόρων και μετάδοσης αποτελεσμάτων.

Η προσπάθεια αποστολής και σε πραγματικό χρόνο απεικόνισης των αποτελεσμάτων από εκλογικούς αντιπροσώπους του ΠΑΣΟΚ στις πρόσφατες εκλογές, με όλα της τα προβλήματα, έδειξε την πρακτική αξία των ανοικτών συστημάτων στη συμμετοχή και τη διαφάνεια.

Η διαδικτυακή συζήτηση που είχα κάποτε με τον Γιάννη Μαυρή για τη μεθοδολογία και τη διαφάνεια στις δημοσκοπήσεις είναι ακόμα επίκαιρη καθώς η ζήτηση για ανοικτά δημόσια δεδομένα από δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις διαδίδεται ευρύτερα.

Ενώ αναμένεται η δημοσίευση πιο αναλυτικών στοιχείων από το διακαναλικό exit poll που διενήργησαν από κοινού εταιρείες δημοσκοπήσεων, μπορούμε να βγάλουμε κάποια βασικά συμπεράσματα για τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009.

Πρώτον: Το ΠΑΣΟΚ πέτυχε μια θριαμβευτική νίκη. Σε αυτές τις εκλογές συνέβη αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν landslide. Είχαμε δηλαδή ένα σαρωτικό εκλογικό κύμα που ανέβασε το εθνικό ποσοστό του ΠΑΣΟΚ στο 44% (άνοδος +5,7% από το 2007) και συρρίκνωσε κυριολεκτικά τη ΝΔ στο ιστορικά χαμηλό 33,5% (πτώση 8% από το 2007).  Η έκταση της διαφοράς των 10,4% ποσοστιαίων μονάδων οφείλεται στην απευθείας μετατόπιση ψηφοφόρων της ΝΔ πρός το ΠΑΣΟΚ που υπολογίζεται αρκετά πάνω από το 10% των ψηφοφόρων της του 2007. Το 44% είναι το 4ο υψηλότερο εθνικό του ποσοστό του ΠΑΣΟΚ στις 13 εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης.

Δεύτερον: Η δομή του εκλογικού αποτελέσματος, τόσο στην επικράτεια όσο και στις εκλογικές περιφέρειες,  μοιράζεται κοινά στοιχεία τόσο με το 1981 όσο και με το 1993. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της ομοιότητας με το 1981 είναι η Ά Αθήνας στην οποία το ΠΑΣΟΚ είχε να έρθει πρώτο κόμμα από τότε. Το 1993, όπως είπαμε μια ημέρα πριν τις χθεσινές εκλογές, ήταν ένας καλός συμβουλευτικός οδηγός για την προσέγγιση του αποτελέσματος του 2009. Έχοντας το 1993 ως βάση και συνεκτιμόντας, λίγο αυθαίρετα, την πολιτική δυναμική και πραγματικά εκλογικά αποτελέσματα από τις πρόσφατες Ευρωεκλογές και προηγούμενες αναμετρήσεις κάναμε το Σάββατο μια εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος που με μικρές αποκλίσεις επιβεβαιώθηκε. Oι αποκλίσεις από τα πραγματικά ποσοστά του ΠΑΣΟΚ (0,9%), του ΚΚΕ (0,5%), του ΛΑΟΣ (0,4%), του ΣΥΡΙΖΑ (0,6%) και των ΛΟΙΠΩΝ (0,6%) είναι σε αρκετές περιπτώσεις (ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ) μικρότερες από τη μέση τιμή της εκτιμώμενης δύναμης των κομμάτων που έδωσε το διακαναλικό exit poll. Σε αυτή τη σύγκριση εξαιρείται το ποσοστό της ΝΔ στο οποίο όλοι έπεσαν έξω, προφανώς αδυνατώντας να πιστέψουν την έκταση της απόρριψής της από τους εκλογείς.

Τρίτον, ο δικομματισμός με την πολιτική αλλά και την εκλογική έννοια αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ως η βασική σταθερή αρχή του μεταπολιτευτικού συστήματος. Παρά τα όσα έχουν κατά καιρούς γραφτεί και ειπωθεί σε διάφορες αναλύσεις η πολιτική εναλλαγή  μονοκομματικών κυβερνήσεων στην εξουσία λειτουργεί από το 1974 σταθερά και με βάση μικρότερους ή μεγαλύτερους σε διάρκεια κύκλους κυριαρχίας. Μόνη εξαίρεση το 1989-1990 λόγω της ιδιομορφίας του τότε εκλογικού νόμου. Ναί, φέτος ο δικομματισμός έφτασε στο ιστορικά χαμηλό όριο του 77,3% μειωμένος κατά 2,3% από το προηγούμενο αρνητικό του ‘ρεκόρ’ το 1996 (79,6%). Ναι, για πρώτη φορά από το 1974 παρατηρείται μια φθορά του δικομματισμού σε δύο συνεχόμενες αναμετρήσεις. Αυτή όμως η φθορά δεν είναι καθόλου προδιαγεγραμένο αυτή τη στιγμή αν θα εξελιχθεί στο μέλλον γραμμικά ή αν και πάλι θα διακοπεί από την ανάκαμψη του δικομματισμού, όπως ακριβώς συνέβη στις εκλογές του 2000. Τότε που τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ έφτασαν το 86,5% το οποίο αποτελεί σχεδόν την ιστορικά καλύτερη επίδοση του δικομματισμού καθώς απέχει μόλις 0,1% από το αξεπέραστο σκορ των πιο πολωμένων εκλογών της μεταπολίτευσης, εκείνων του 1985. Το κλειδί για την εκτίμηση της μελλοντικής δυναμικής του δικομματισμού βρίσκεται, που αλλού(;), στις πραγματικές πολιτικές επιδόσεις των δυο μεγάλων κομμάτων στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίοδο που μόλις ανοίγει και στις απαντήσεις που θα πάρουμε στα δυο ερωτήματα που βρίσκονται στο τέλος αυτού του ποστ .

Τέταρτον, φαίνεται πως η συμπεριφορά του ελληνικού εκλογικού σώματος περνά σε μια νέα φάση, αυτή των συχνών και ραγδαίων μεταστροφών στις επιλογές του. Η χρησιμότητα του εργαλείου της κομματικής και πραταξιακής ταύτισης ολοένα μειώνεται βάζοντας έτσι μια νέα και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποιοτική παράμετρο στον πολιτικό σχεδιασμό των επιτελείων. Η περιόδος που ξεκινά είναι, αν μη τι άλλο, γεμάτη προκλήσεις  που θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε σε δύο  ερωτήματα.

Ερώτημα πρώτο: Σε τι βαθμό θα καταφέρει το ΠΑΣΟΚ να εφαρμόσει το πρόγραμμά του σε βασικές περιοχές πολιτικής όπως η ανάταξη της οκονομίας, η αναμόρφωση του κράτους, η πράσινη ανάπτυξη , η κοινωνική πολιτική, η διεθνής παρουσία της Ελλάδας πετυχαίνοντας σχετικά γρήγορα μικρές ή μεγαλύτερες νίκες που θα απαντούν στις προσδοκίες του κόσμου που το εμπιστεύθηκε;

Ερώτημα δεύτερο: Μέχρι την εκλογή νέου προέδρου, αλλά κυρίως μετά από αυτήν, θα διαχειριστεί η κεντροδεξιά παράταξη την ιστορική αυτή ήττα με τρόπο που να βρεί το νήμα των λάθος επιλογών και να τις αναδείξει στο φως μιας σοβαρής ιδεολογικής συζήτησης που έχει χρόνια να γίνει στους κόλπους της;

Λίγες ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες θα μοιραστώ την προσωπική μου εκτίμηση για το αυριανό εκλογικό αποτέλεσμα. Τα ποσοστά που δίνω ουδεμία σχέση έχουν με δημοσκόπηση και ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας γνωστής στατιστικής μεθόδου. Είναι αποκλειστικά μια εκλογική εκτίμηση που βασίζεται σε μια παραδοχή από την νεότερη εκλογική ιστορία και στη συνεκτίμηση κάποιων μάλλον κοινώς αποδεκτών στοιχείων της πολιτικής δυναμικής των κομμάτων.

Η παραδοχή είναι ότι το εκλογικό αποτέλεσμα του 1993 χρησιμεύει ως έτος βάσης για την εκτίμηση των ποσοστών των κομμάτων στις αυριανές εκλογές. Ο λόγος επιλογής του 1993 και όχι, για παράδειγμα του 1981 ή ακόμα ακόμα του 2000, είναι μια θεμελιώδης πιστεύω ομοιότητα ανάμεσα στο 1993 και το 2009. Το γεγονός δηλαδή της επιστροφής του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ύστερα από 4,5 και 5,5 χρόνια αντίστοιχα.

Πάμε στην εκτίμηση. ΠΑΣΟΚ 43%, ΝΔ 36%, ΚΚΕ 7%, ΛΑΟΣ 6%, ΣΥΡΙΖΑ 4%, ΛΟΙΠΑ 4%

Έχω επίγνωση ότι κάθε εκλογικό αποτέλεσμα διαμορφώνεται μέσα από πολυκύμαντες διαπαραταξιακές (από ΝΔ σε ΠΑΣΟΚ και αντίστροφα) και ενδοπαραταξιακές (Από κόμματα της αριστεράς πρός το ΠΑΣΟΚ και αντίστροφα και από δεξιά κόμματα πρός τη ΝΔ και αντίστροφα) μετατοπίσεις ψηφοφόρων. Όμως στηρίζω την παραπάνω εκτίμηση στην παραδοχή ότι η διαφορά των 4 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ της δύναμης του ΠΑΣΟΚ το 1993 και του 2009 θα επιμεριστεί σε ΚΚΕ (περίπου +2% στην δύναμη του 5% που είχε το 1993), στον ΣΥΡΙΖΑ (περίπου +1% στο σχεδόν 3% που έλαβε ο ΣΥΝ το 1993) και 1% στα ΛΟΙΠΑ κόμματα. Αντίστοιχα, η ΝΔ θα λάβει σημαντικά μικρότερο ποσοστό από το 1993 καθώς σε αντίθεση με νεοσύστατη τότε ΠΟΛΑΝ, τώρα έχει στα δεξιά της ένα συγγενές ανταγωνιστικό κόμμα που δείχνει να έχει εγκαθιδρυθεί για τα καλά ως παράγοντας του κομματικού συστήματος.

Σε αυτή την προεκλογική περίοδο των εκλογών του Οκτωβρίου του 2009 έχω κάποιους περίεργους λόγους να αισθάνομαι καλύτερα συγκριτικά με άλλες αντίστοιχες περιόδους στο παρελθόν. Οι λόγοι της ευαρέσκειας αφορούν περιέργως τους τρόπους με τους οποίους παρακολουθώ την προεκλογική εκστρατεία.

Άλλες χρονιές, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων και ενδιαφέροντος, διάβαζα καθημερινά δυο εφημερίδες. Την Κυριακή έπαιρνα τρείς ενώ παρακολουθούσα ανελλειπώς δελτία ειδήσεων και πολιτικές εκπομπές. Τώρα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Σπανίως διαβάζω πλέον την έντυπη έκδοση κάποιας καθημερινής εφημερίδας. Την Κυριακή αγοράζω μια και το κάνω σχεδόν με το ζόρι. Τα δελτία ειδήσεων κρατούν πια την προσοχή μου εντελώς αποσπασματικά και απρόβλεπτα.

Παρόλαυτα αισθάνομαι  πιο κριτικά ενημερωμένος από ποτέ χωρίς μάλιστα να έχω αποκλείσει περιεχόμενο από τα ΜΜΕ. Διαβάζω καθημερινά τις ροές ενημέρωσης (RSS Feeds) από τέσσερις διαφορετικές εφημερίδες όχι μόνο  σε γραφείο και  σπίτι, αλλά και όπου αλλού επιθυμώ μέσω του blackberry. Στο facebook, στο friendfeed και το twitter βρίσκω καθημερινά όχι απλά ενδιαφέρον πρωτότυπο περιεχόμενο, αλλά και αναμετάδοση ιστοριών, άρθρων και βίντεο από ραδιοτηλεοπτικά και έντυπα μέσα. Αυτό είναι ένα μέρος του περιεχομένου, το πιο ενδιαφέρον ίσως, που για να το καταναλώσεις απευθείας θα χρειαζόσουν ώρες παρακολούθησης για κάτι που σπάνια θα σε κάνει σοφότερο. Ενίοτε μάλιστα τυχαίνει να αλληλεπιδρώ άμεσα με ενεργούς στο διαδίκτυο συντάκτες σε ενδιαφέρουσες συζητήσεις.

Μια άλλη αναμφίβολα θετική όψη αυτής της προεκλογικής περιόδου είναι ο ήπιος τρόπος που εκτυλίσσεται επικοινωνιακά. Είμαστε πρός το τέλος της πρώτης από τις τέσσερις εβδομάδας και οι δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις είναι αισθητά λιγότερες από ό,τι  ήταν πρίν μόλις μερικούς μήνες στις Ευρωεκλογές. Τηλεοπτικά σποτάκια δεν έχει τύχει ακόμα να δώ να παίζουν στη ροή προγράμματος παρά μόνο στο διαδίκτυο. Αφίσες, φυλλάδια και λοιπό προεκλογικό υλικό σε δρόμους και πλατείες ακόμη δεν έχει εμφανιστεί, ενώ το ΠΑΣΟΚ δεσμεύτηκε μεταξύ άλλων για ‘πράσινη καμπάνια΄.

Θα είχε ενδιαφέρον αν και τα παραδοσιακά ΜΜΕ ανταποκρίνονταν σοβαρά στις απαιτήσεις των καιρών και ξέφευγαν από το επαναλαμβανόμενο και αρκετά κουραστικό πλέον μοτίβο που καλύπτουν τις προεκλογικές εκστρατείες. Η διάσταση ανάμεσα  στο συχνά παραπολιτικό σχόλιο του δημοσιογράφου και της πραγματικής  είδησης, τα παράθυρα με τις ομιλούσες κεφαλές, τα πάνελς με τηλεγενείς πολιτικούς, δημοσιογράφους και κάθε λογής ειδικούς, γίνονται ένα ολοένα και πιο απωθητικό προϊόν. Η αλλαγή μοντέλου βέβαια είναι κάτι που δεν γίνεται εύκολα από τη μέρα στην άλλη. Ας γίνει όμως αφορμή αυτή η προεκλογική περίοδος για μια κάποια νέα αρχή στο κοντινό μέλλον.

Τα πολιτικά κόμματα σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, ιδιαίτερα τα αποκαλούμενα ‘κόμματα εξουσίας’, είναι οργανισμοί που ιστορικά καλούνται να αλλάζουν διαρκώς για να προσαρμόζουν την οργάνωση και τη λειτουργία τους στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του ευρύτερου περιβάλλοντός τους. Αυτή η αένεη προσαρμογή των κομμάτων υπόκειται σε ποικίλλες συνέχειες και ασυνέχειες που φαίνεται να είναι σε άμεση συνάρτηση με τη διάρκεια του εκλογικού κύκλου.

Οι πιο καινοτόμες και ριζοσπαστικές αλλαγές στα κόμματα, ανεξάρτητα από την πολιτική οικογένεια στην οποία ανήκουν, τείνουν να συμβαίνουν πολύ περισσότερο στα χρόνια που βρίσκονται στην αντιπολίτευση παρά όταν κυβερνούν.

Οι ουσιαστικές βάσεις ώστε το Εργατικό κόμμα της Μ. Βρετανίας να γίνει το Νέο Εργατικό κόμμα τέθηκαν όσο ακόμα διένυε τα πέτρινα χρόνια στην αντιπολίτευση.  Αντίστοιχα, στις ΗΠΑ, οι Ρεπουμπλικάνοι μετά την πρόσφατη κυβερνητική εναλλαγή με τους Δημοκρατικούς του Ομπάμα χωρίς χρονοτριβές ξεκίνησαν την ανασυγκρότηση του κόμματός τους ευθύς αμέσως.

Στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ από το 2004 έως σήμερα έχει προχωρήσει σε σειρά αλλαγών με σημαντικότερη όλων την άμεση ανοικτή εκλογή του προέδρου από τα μέλη και τους φίλους με τον εκλογικό κατάλογο να παραμένει ανοικτός έως και την ώρα διεξαγωγής της ψηφοφορίας. Το ίδιο χρονικό διάστημα, οι διάφορες προσπάθειες αξιοποίησης του διαδικτύου και των νέων τεχνολογιών για την δημιουργία ενός μοντέλου ‘ανοικτού κόμματος’ είναι επίσης ενδεικτικές του συμπεράσματος ότι η πιο δυναμική φάση στη ζωή ενός κόμματος, σε ό,τι αφορά το ίδιο ως οργανισμό μη αφομοιωμένο από την κυβερνητική λογική και λειτουργία, συμβαίνει όσο δεν κυβερνά.

Θα έχει ενδιαφέρον αν το παραπάνω συμπέρασμα μπορεί να τεκμηριωθεί με περισσότερα εμπειρικά δεδομένα και από άλλες χώρες.  Όσο όμως και αν ακούγεται αναμενόμενο και λογικό , άλλο τόσο οι κομματικές ηγεσίες δεν πρέπει να θεωρήσουν πως πρόκειται για κάποια φυσική και αναπότρεπτη πορεία των πραγμάτων. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα σε αυτή την κατεύθυνση το δίνει ο Μπαράκ Ομπάμα όταν μετεξέλιξε την καμπάνια του για την προεδρία από “Obama for President” σε “Organizing for America” ώστε οι υποστηρικτές του να αναλαμβάνουν δράσεις προώθησης της πολιτικής του στην κοινωνία.

Αργά ή γρήγορα, κάποια στιγμή το ΠΑΣΟΚ θα έρθει ξανά στην εξουσία. Τότε το στοίχημα θα είναι, εκτός από τη διαχείριση της διακυβέρνησης και την υλοποίηση των πολιτικών του δεσμεύσεων, κατά πόσο θα μπορεί να δωθεί συνέχεια, γιατί όχι και με μεγαλύτερη ένταση, στις καινοτομίες τις κομματικής λειτουργίας που ξεκίνησαν από τα χρόνια της πρόσφατης αντιπολίτευσης.

Αφορμή για αυτό το άρθρο στάθηκε η ανάγνωση της ομιλίας του Γιώργου Παπανδρέου στο θερινό πανεπιστήμιο της La Rochelee στη Γαλλία από την οποία παραθέτω το παρακάτω σχετικό απόσπαμα:

Χρησιμοποιούμε το διαδίκτυο, για να δούμε πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε διαδικτυακές κοινότητες. Περισσότερες συζητήσεις με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, περισσότερη συμμετοχή των γυναικών, των νέων και των μεταναστών.Νέες μορφές διαβούλευσης και συμμετοχή στην πλατφόρμα του κόμματος μας. Και εμφανώς προσπαθούμε να αλλάξουμε τη δομή του κόμματός μας, κάτι το οποίο τα περισσότερα από τα σοσιαλιστικά μας κόμματα, ιδιαίτερα της Ευρώπης, έχουν ακολουθήσει, από ένα πολύ συχνά κομμουνιστικό μοντέλο κόμματος, πολύ ιεραρχικό, πολύ γραφειοκρατικό και πολύ μονολιθικό.

Το καλοκαίρι του 2009 το ΠΑΣΟΚ έχει κερδίσει τις ευρωεκλογές με διαφορά 4,5%  και προηγείται στις δημοσκοπήσεις ενώ η εκλογή προέδρου της δημοκρατίας είναι την ερχόμενη άνοιξη. Ακριβώς πρίν από δέκα χρόνια, το 1999, ήταν η ΝΔ που είχε κερδίσει τις ευρωεκλογές με 3,1%. Τότε, είχε κάποιο προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις και η εκλογή του ΠτΔ απείχε, όπως τώρα, και πάλι μερικούς μήνες.

Φαινομενικά οι δυό συγκυρίες είναι πανομοιότυπες. Ωστόσο, υπάρχουν τουλάχιστον τρία στοιχεία που συντείνουν στη διαπίστωση ότι, παρότι παρεμφερείς ως πολιτικές διαδρομές πρός τις εθνικές εκλογές, η κατάληξή αυτή τη φορά θα είναι διαφορετική.

Πρώτον: Η σύγκριση της στάσης της σημερινής και της τότε αντιπολίτευσης απέναντι στο ενδεχόμενο χρήσης της δυνατότητας του Συντάγματος για πρόκληση εκλογών εξαιτίας της αποτυχίας εκλογής από την Βουλή του ΠτΔ. Το ΠΑΣΟΚ το 2009 έχει έγκαιρα και σαφώς ξεκαθαρίσει τι και γιατί θα πράξει. Έχει επανειλημένα, ήδη πρίν από τις ευρωεκλογές, δηλώσει ότι θα στηρίξει τον Κάρολο Παπούλια, εφόσον το επιθυμεί, για μια δεύτερη θητεία αλλά μόνον αφού προηγηθούν εκλογές με οποιονδήποτε τρόπο έως το Μάρτιο του 2010.

Αντίθετα, το καλοκαίρι του 1999 η στάση του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κ. Καραμανλή ήταν αρκετά διαφορετική. Ενώ το συνταγματικό όριο της διεξαγωγής εκλογών το καλοκαρι του 1999 ήταν, έτσι και αλλιώς, βραχύτερο από το σημερινό, ο Καραμανλής δεν άνοιξε τα χαρτιά του για το άν θα στηρίξει ή όχι τον Στεφανόπουλο παρά μόνο στα τέλη Δεκεμβρίου και υπό το φώς αποθαρρυντικών για το κόμμα του δημοσκοπήσεων.

Δεύτερον: Η σύγκριση των κυβερνητικών πεπραγμένων και των προσδοκιών του εκλογικού σώματος από κυβέρνηση και αντιπολίτευση το 1999 και το 2009 αντίστοιχα. Το 1999 η χώρα είχε διεθνές κύρος, υπήρχε ο εθνικός στόχος της ένταξης στην ΟΝΕ και το όραμα της πραγματικής σύγκλισης, υπήρχαν μεγάλα έργα υποδομών σε εξέλιξη, η προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων, η διαπραγμάτευση για την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. Η αντιπαραβολή των πιο πάνω με την σημερινή κατάσταση είναι καταλυτική καθώς ίσως η κεντρική αιτία όλων των αδυναμιών και προβλημάτων από τη διακυβέρνηση της ΝΔ να είναι ότι ποτέ δεν είχε κάποιο εθνικό στόχο και ένα συνεκτικό σχέδιο για να υλοποιήσει. Σε αντιδιαστολή με τη ΝΔ του 1999, το ΠΑΣΟΚ του 2009 έχει από καιρό καταθέσει το σχέδιό του για τη χώρα το οποίο τίθεται σε διαρκή επεξεργασία και διαβούλευση για την περαιτέρω εμβάθυνσή του.

Τρίτον: Η σύγκριση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ ως κόμματα. Η ΝΔ είναι κόμμα παλαιότερης γενιάς. Η επικοινωνιακή πολιτική έχει διαχρονικά, από την εποχή του Σπηλιώτοπουλου έως την περίοδο Ρουσόπουλου αλλά και μετά, την πρωτοκαθεδρία στις αποφάσεις. Ιδιαίτερη ιδεολογική επεξεργασία, σύνθεση απόψεων και ενδιαφέρουσες διεργασίες στα πέριξ του χώρου της κεντροδεξιάς απουσιάζουν. Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου από το 2004, όχι χωρίς λάθη και επίπονες διαδικασίες, έχει προχωρήσει από την αυτοκριτική, στην ανασυγκρότησή και την παραγωγή προοδευτικής πολιτικής. Έχει δημιουργήσει θεσμούς και πρακτικές που σύμφωνα με νέους ευρωπαίους πολιτικούς όπως ο ΥΠΕΞ της Μ.Βρετανίας David Miliband, αποτελούν παράδειγμα πρός μίμηση και σημείο αναφοράς στην προσπάθεια διεξόδου από την κακοδαιμονία και άλλων σοσιαλιστικών κομμάτων.

Αν κάθε προβλήμα με δημόσιο ενδιαφέρον το αντιμετωπίζαμε ως μια ευκαιρία ανεύρεσης καλύτερων λύσεων με τη συμβολή εκείνων που άμμεσα ή έμμεσα αφορά, τότε ίσως κάποια στιγμή κάνουμε κάποια βήματα μακριά από την πολιτική κακοδαιμονία που μας στοιχειώνει.

Το θέμα των δημοσκοπήσεων, μας αρέσει – δεν μας αρέσει, έχει τη σημασία του για την ποιότητα της δημόσιας ζωής στην εποχή της μεταδημοκρατίας και αφορά όλους τους βασικούς παίκτες του συστήματος πολιτικής επικοινωνίας της χώρας μας:

  • Οι Κυβερνήσεις, τα κόμματα και οι πολιτικοί τις συμβουλεύονται για να χαράξουν το σχεδιασμό της στρατηγικής τους και με βάσει αυτές ελέγχουν ανά πάσα στιγμή την ορθότητα επί μέρους κινήσεων και πρωτοβουλιών τους
  • Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης θα έπρεπε να  τις χρησιμοποιούν περισσότερο για την πληθώρα των ευρημάτων με τα οποία οι έρευνες μπορούν να τεκμηριώσουν διαφορετικές όψεις των θεμάτων της επικαιρότητας παρά ως ένα, μάλλον περιορισμένης αποτελεσματικότητας, εργαλείο προπαγάνδας για τη χειραγαγώγηση της κοινής γνώμης.
  • Οι πολίτες αποκτούν ένα μέτρο σύγκρισης των ατομικών τους απόψεων για το α’ ή β’ θέμα με την κοινή γνώμη και ανάλογα μπορεί είτε να ενισχύσουν την δική τους γνώμη, είτε να βρούν αφορμή να την επανεξετάσουν ή ακόμα και μείνουν παγερά αδιάφοροι.

Η επαναφορά της απαγόρευσης δημοσιοποίησης των δημοσκοπήσεων 15 ημέρες πρίν την διενέργεια των εκλογών είναι λάθος. Όχι τόσο για το ίδιο το περιεχόμενο της ρύθμισης που υπό άλλες συνθήκες, αν και προσωπικά διαφωνώ, θα μπορούσε να αποδειχθεί σωστό. Όσο για τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλεται. Χωρίς καμία απολύτως διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης αυτή η ρύθμιση δηλώνει προχειρότητα, βιασύνη και σκοπιμότητα. Από τη θέση της κυβέρνησης είναι φανερό πως στο σκεπτικό της απόφασης τεκμαίρουν, με ισχυρή δόση αυθαιρεσίας, τη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων μερών.

Το μόνο σίγουρο είναι πως κάποια στιγμή το θέμα πρέπει να τεθεί σε δημόσια ανοικτή διαβούλευση.  Τότε με διαφάνεια όλοι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν την άνεση του χρόνου για να διατυπώσουν τεκμηριωμένες απόψεις  πρός όποια κατεύθυνση κρίνουν.

@almel στο Twitter

a

del.icio.us

 

Νοεμβρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30