Κεντροαριστερά χωρίς αριστερούς;

Η ψυχολογία του απατημένου εραστή

Η πρόσκληση των 58 για την κεντροαριστερά περιέχει αρκετό κέντρο και σχεδόν καθόλου αριστερά. Το νέο εγχείρημα δείχνει να κληρονομεί αυτούσια την οπτική του σημερινού ΠΑΣΟΚ απέναντι στην αριστερά. Μια οπτική εντελώς ξένη προς τις ιστορικές καταβολές του χώρου και τόσο μίζερη που σε κάποιες εκδηλώσεις της μοιάζει περισσότερο με την αντιφατική στάση ενός εγκατελειμένου πρώην εραστή προς το αντικείμενο του διακαούς του πόθου παρά με πολιτική συμπεριφορά. Όπου εγκατελειμένος εραστής φανταστείτε τη σχιζοειδή φύση του σημερινού ΠΑΣΟΚ. Ενός κόμματος που στις ευρωεκλογές εκλέγει δεν εκλέγει 2 ευρωβουλευτές, συμμετέχει ενεργά στην πιο δεξιά κυβέρνηση της μεταπολίτευσης συνεργαζόμενο με την ιστορικά συντηρητικότερη – στα όρια της αυταρχικής άκρας δεξιάς – ΝΔ και παρόλα αυτά συνεχίζει να παρακολουθεί ατάραχο να βαθαίνει το χάσμα αμοιβαίας κατανόησης με πολλές χιλιάδες πρώην φίλους του που πια ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ.

Ας θυμηθούμε ορισμένα στιγμιότυπα.

Στο debate των πολιτικών αρχηγών στις εκλογές του 2007 ο Αλέκος Αλαβάνος, τότε αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, είχε μια πολύ καλή εμφάνιση κερδίζοντας τις εντυπώσεις. Σε εκείνες τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα πήγε άσχημα, ειδικά στις μεγάλες περιφέρειες των αστικών κέντρων του λεκανοπεδίου. Ενδεχομένως, θα τα πήγαινε ακόμα καλύτερα αν ο κ. Αλαβάνος έσπαγε το ταμπού ζητώντας ψήφο ανατροπής των συσχετισμών για ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών από την αριστερά. Κάτι που έκανε ευθέως ο διάδοχός του Αλέξης Τσίπρας στην προεκλογική περίοδο του 2012 τινάζοντας την μπάνκα στον αέρα, όταν βέβαια οι πολιτικές συνθήκες το ευνούσαν ακόμα περισσότερο. Πριν την εκλογική του μεγέθυνση, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ένα μόνιμο μοτίβο απέναντι στο κραταιό τότε ΠΑΣΟΚ. Απευθυνόταν μόνο στον κόσμο του ζητώντας συμπόρευση χωρίς να αφήνει περιθώρια για άλλες συζητήσεις σύγκλισης σε επίπεδο ηγεσιών. Τακτική  απολύτως λογική για ένα μικρό κόμμα της αριστεράς που ήθελε να εξασφαλίσει μια πιο άνετη είσοδο στο κοινοβούλιο χωρίς να δείχνει ούτε ίχνος φλέρτ με την ηγεμονική παρουσία του ΠΑΣΟΚ που μια ζωή του στερούσε στελέχη, επιρροή και ποσοστά.

Άλλα δεδομένα ίδια μεγέθη;

Η σημερινή κατάταξη των δυο κομμάτων στη Βουλή και τις δημοσκοπήσεις έχει αντιστρέψει πλήρως την κατάσταση. Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αξιωματική αντιπολίτευση και στις δημοσκοπήσεις εμφανίζεται να διεκδικεί με καλούς οιωνούς την πρωτιά στις ερχόμενες εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2012 απώλεσε πάνω από το 70% της δύναμης που είχε το 2009 ενώ στις σημερινές δημοσκοπήσεις κοντεύει να χάσει τους μισούς ψηφοφόρους από το ιστορικό χαμηλότερο του 12%. Ποιά είναι η στάση του σημερινού ΠΑΣΟΚ απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ με αυτά τα δεδομένα; Είναι μια στάση πλήρους άρνησης αυτής της πραγματικότητας. Από τη μια απευθύνεται περιστασιακά με περίσσιο διδακτισμό αλλά απερίσκεπτα, χωρίς ενδελεχή μελέτη ποιοτικών ερευνών,  στον κόσμο που ψήφισε ή σκέπτεται να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη διατηρεί με ζήλο μια εχθρική στάση απέναντι στην ηγεσία και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα. Για να μη χάσουμε τη μεγάλη εικόνα αρκεί να θυμηθούμε ότι οι “καλύτερες” με διαφορά εμφανίσεις του Βενιζέλου στη Βουλή είναι όταν επιτίθεται στον Τσίπρα.

Μόνη εξήγηση η ελπίδα ξεφουσκώματος

Θα ήταν άδικο να πούμε ότι μια τέτοια στάση στερείται έστω κάποιας λογικής. Πράγματι ο ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύεται να πείσει ότι μια κυβέρνηση δική του θα είναι καλύτερη για τη χώρα και τους πολίτες από τη σημερινή. Το αποδεικνύουν η θολή του εικόνα σε κρίσιμα στρώματα ψηφόφορων, οι επαμφοτερίζουζες θέσεις και η μετέωρη προσπάθεια του αρχηγού του να συμβιβάζει τα ασυμβίβαστα. Η καθήλωση των δημοσκοπικών ποσοστών και η απουσία νικηφόρας δυναμικής φαίνεται ότι καλλιεργούν τη στρατηγική άποψη ότι η ενδυνάμωση αυτού του κόμματος είναι ένα πλασματικό φαινόμενο μιας αντίδρασης που στερείται πολιτικών στοιχείων.  Κάπως έτσι στο ΠΑΣΟΚ είναι σα να πιστεύουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ όπως φούσκωσε θα ξεφουσκώσει και οι πολίτες θα επιστρέψουν. Αν η απόρριψη του ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται σε μια ενδόμυχη αθώα ελπίδα ή σε κάποια κυνική επιθυμία ξεφουσκώματός του, τα πράγματα είναι σοβαρά.

Η αλήθεια Μπουτάρη

Ο Γιάννης Μπουτάρης είναι πολιτικός της σκεπτόμενης πράξης. Χθές στον “Αθήνα 984” (16/10) έθεσε χωρίς περιστροφές το ζήτημα ότι κεντροαριστερά χωρίς αριστερούς δεν γίνεται. Σε αυτή τη φάση ήταν αδύνατον να ικανοποιηθεί το αίτημα Μπουτάρη να περιλαμβάνονται στους 58 και συριζαίοι ως προσκαλώντες. Όμως ήταν λάθος να μην υπάρχει στοχευμένη πρόσκληση στο ΣΥΡΙΖΑ και εξηγούμαι: Η πρόσκληση μπορούσε να απευθύνεται στην επιτροπή εργασίας από πανεπιστημιακούς που με απόφαση Τσίπρα συστάθηκε από τον Φεβρουάριο του 13’ και να έχει αντικείμενο την προετοιμασία προγραμματικών συγκλίσεων σε θέματα μεταρρυθμίσεων στη δομή και λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Εάν σε αυτή τη συγκυρία δεν μπορεί κανείς από τους 58 να κάτσει στο ίδιο τραπέζι με (τυχαία τα ονόματα) τον Ηλία Νικολακόπουλο, τον Χριστόφορο Βερναρδάκη και το Δημήτρη Χριστόπουλο, τα πράγματα είναι πιο σοβαρά από ό,τι νομίζουμε.

Μην αγγίζετε τον κάκτο;

Εύχομαι όλα να πάνε σύμφωνα με τους καλύτερους υπολογισμούς των 58, να λάβουν τη στήριξη που προσμένουν, να γίνει η Ιδρυτική Συνδιάσκεψη, να οριστούν διαδικασίες έτσι ώστε στις ευρωεκλογές και τις δημοτικές το σχήμα να έχει όνομα, επικεφαλής στο ευρωψηφοδέλτιο και στοιχειωδώς επεξεργασμένες θέσεις. Φοβάμαι όμως ότι τα παραπάνω θα είναι πολύ λίγα και θα έχουν έρθει πολύ αργά και κατανοώ πόσο επίπονη και καθόλου αυτονόητη θα είναι η κατάκτησή τους. Υπάρχει απροθυμία και άρνηση όχι να βρεθεί από τώρα η λύση αλλά ακόμα και να αποτελέσουν αντικείμενο προετοιμασίας τα πιο κρίσιμα θέματα για το αύριο του χώρου όπως η ηγεσία, ο τρόπος εκλογής, η δομή του νέου σχήματος, η στρατηγική του απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση και η πολιτική συμμαχιών. Αυτά αντιμετωπίζονται ως ακανθώδη θέματα και παραπέμπονται στο μέλλον. Το πρόβλημα είναι ότι ο χρόνος και ο τρόπος αντιμετώπισής τους συναρτώνται από το βαθμό επιτυχίας του εγχειρήματος ενω συμβαίνει ήδη το αντίστροφο. Είναι, δηλαδή, η έλλειψη προσέγγισης σε αυτά τα θέματα που θα γεννά συνεχώς προβλήματα και θα θέτει εμπόδια κάθε φορά που θα προκύπτει ένα οποιοδήποτε θέμα πολιτικής στο οποίο το σχήμα θα πρέπει να επιδεικνύει στοιχειωδώς ομοιόμορφα αντανακλαστικά.

Τα κόμματα και η δημοκρατία χρειάζονται επαγγελματίες

Σαν σήμερα 2 Μαΐου το 2007, ξεκίνησε η επαγγελματική μου συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ. Είναι αλήθεια οτι πριν να περάσω το κατώφλι της Χαριλάου Τρικούπη για να συναντήσω τους μελλοντικούς μου συνεργάτες δεν περίμενα ποτέ οτι θα εργαζόμουν σε πολιτικό κόμμα. Ασχολούμαι επαγγελματικά με την πολιτική επικοινωνία και το Διαδίκτυο για περισσότερο απο 10 χρόνια. Κάποτε σαν στέλεχος εταιρείας δημοσκοπήσεων και επικοινωνίας είχα επισκεφθεί τα γραφεία του κόμματος και είχα μάλιστα εργαστεί για λογαριασμό του ΠΑΣΟΚ σε συγκεκριμένα έργα. Ωστόσο, επαναλαμβάνω, αν και είχα τα τυπικά προσόντα (σπουδές πολιτικής επιστήμης και μεταπτυχιακά στις μαζικές επικοινωνίες) σχεδόν απέκλεια το ενδεχόμενο να εργαστώ σε κόμμα.

Οι λόγοι για αυτό ήταν τότε προφανείς. Καταρχάς, ποτέ δεν είχα άμεση ή έμμεση αναφορά σε κανένα πολιτικό στέλεχος. Είναι γνωστό στους παροικούντες οτι για να πιάσεις δουλειά σε κόμμα, αν δεν αποσπαστείς απο άλλη θέση που ήδη κατέχεις στο δημόσιο, ο συνήθης κανόνας είναι να σε φέρει κάποιος πολιτικός. Τότε, επίσης, δεν υπήρχε ιδιαίτερη ορατότητα των ανθρώπων που εργάζονταν σε κόμματα, όχι οτι σήμερα υπάρχει βέβαια, και η εικόνα που είχα στερεοτυπικά σχηματίσει δεν προέβαλλε καμία θελκτική προοπτική.

Σιγά, σιγά αυτή η στερεοτυπική εικόνα άλλαξε. Αρχικά ήταν ένας φίλος και συνάδελφος που κάποια στιγμή εργάστηκε εκει. Ηταν αρχές του 2005 όταν μου μιλούσε για την αναδιοργάνωση που επιχειρούσε ο Παπανδρέου και για την αναζήτηση ανθρώπων που ειδικεύονται στην πολιτική χρήση του Διαδικτύου. Επειδή ήταν ακριβώς το αντικείμενό μου και λόγω της εκτίμησης στο φίλο και συνάδελφο κάποια στιγμή έστειλα βιογραφικό. Συναντήθηκα με τον υπεύθυνο του τμήματος Διαδικτύου, Πληροφορικής και Νέων Τεχνολογιών και τον τότε γενικό διευθυντή, όπου ήταν και οι αποδέκτες του βιογραφικού, αλλά θέλετε λίγο οτι τα κόμματα δεν έχουν τυπικές διαδικασίες διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού με follow up, λίγο η τρέλα της προετοιμασίας για τις δημοτικές εκλογές η υπόθεση κάπου κόλλησε. Λίγους μήνες μετά, ξεκίνησα το προσωπικό μου blog όπου έγραφα για θέματα πολιτικής, νέων τεχνολογιών και δημοσκοπήσεων. Ηταν η περίοδος των προκριματικών για το χρίσμα των δημοκρατικών στις ΗΠΑ και η καμπάνια του, τότε άγνωστου και εντελώς αουτσάιντερ, Ομπάμα μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον ήδη απο την αναγγελία της υποψηφιότητάς του μέσω YouTube. Τα post που έγραφα τα προωθουσα με email σε φίλους και κάποια απο αυτά και στον Θόδωρο Καρούνο, υπεύθυνο του τμήματος πληροφορικής. Τη δεύτερη φορά που με κάλεσαν δεν υπήρξε κόλλημα και κάπως έτσι, πριν απο ακριβώς 6 χρόνια, έγινα συνεργάτης του ΠΑΣΟΚ.

Η συνεργασία σταμάτησε άδοξα, αλλά για καλό, πριν λίγο καιρό. Απο την εμπειρία και τα υλικά αυτών των χρόνων θα μπορούσα να γράψω δυο διατριβές, άλλες τόσες συντομότερες πραγματείες για επαγγελματίες της πολιτικής ενώ έχω υποσχεθεί ήδη να συμβάλλω σε σχετικό μυθιστόρημα ενός φίλου. Η συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ ήταν μια συναρπαστική επαγγελματική εμπειρία γεμάτη προκλήσεις, συγκινήσεις, απογοητεύσεις, πολλές ήττες, μικρές νίκες στα σημεία ύστερα απο ανορθόδοξο παιχνίδι στα όρια, όμορφες αποτυχίες και κάτι λατρεμένες, ταπεινές και εύθραυστες επιτυχίες στις οποίες είχα την τύχη και την τιμή να συμμετέχω μαζί με μερικούς άλλους αφανείς ήρωες.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον ενθουσιασμό των πρώτων μηνών όταν η βιωματική πλέον εμπλοκή στη λειτουργία του κόμματος όχι απλά ανέτρεψε αλλά συνέτριψε πλήρως την προηγούμενη αντίληψη ότι μια τέτοια δουλειά δεν είναι “κανονική”. Είχα βέβαια την τύχη να εργάζομαι σε ένα τμήμα όπου η ανοικτή συνεργασία, το μοίρασμα της γνώσης, ο μηνιαίος προγραμματισμός εργασιών και ο απολογισμός ήταν οι κανόνες.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την περίοδο της αντιπολίτευσης, πριν το Κίνημα αποκτήσει δημοσκοπικό ρεύμα και σφίξει κάπως η κεντρική επικοινωνιακή πειθαρχία, που είχαμε την ελευθερία με πολιτική κάλυψη στο ανώτερο δυνατό επίπεδο να πειραματισθούμε με νέες μορφές συμμετοχής και διαλόγου. Η διαβούλευση για το κυβερνητικό Πρόγραμμα το 2007 και ιδιαίτερα το wikipolitics.gr για τον συνεργατικό, τύπου crowdsourcing, κοινοβουλευτικό έλεγχο ταράξαν για μια στιγμή τα κομματικά νερά, εκτιμήθηκαν απο ειδικούς, ερευνητές και λίγους ανθρώπους που συμμετείχαν.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τους εθελοντές Διαδικτύου με τους οποίους παλέψαμε για τη διάχυση των εφαρμογών του Διαδικτύου και του μοντέλου της ανοικτότητας σε όλες τις οργανώσεις και τα στελέχη ανα την Ελλάδα συχνά κάτω από αντίξοες και άγονες συνθήκες. Προσπαθήσαμε για την ψηφιακή εγγραμματοσύνη ενός κομματικού μηχανισμού που μας αντιμετώπιζε συγκαταβατικά κοιτώντας μας κατά καιρούς σαν… ούφο με πράσινο σκουφο. Ευτυχώς που μαζικοποιήθηκε το Facebook και μερικοί θα κατάλαβαν, στο περίπου, τι έλεγαν κάποτε οι εθελοντές Διαδικτύου.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το απόγευμα τον Μάρτιο του 2009 όταν σε ένα brainstorming περπατώντας με τον Γιώργο τη διαδρομή Εξάρχεια-Ευελπίδων σκέφθηκαμε και καταχωρήσαμε το όνομα χώρου opengov.gr σαν πρόταση που θα φιλοξενούσε, όταν το κόμμα θα γινόταν κυβέρνηση, τις πολιτικές που επεξεργαζόμασταν με ομάδα εθελοντών στο πλαίσιο της επιτροπής για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συγκίνηση και το ρίγος που ένιωθα, την πρώτη εβδομάδα μετα τις εκλογές του 2009 κάθε που έμπαινα στο Μέγαρο Σταθάτου, για συναντήσεις της ομάδας ηλεκτρονικής διακυβέρνησης του γραφείου του πρωθυπουργού, με την αίσθηση της εντολής του κόσμου που ψήφισε για να εφαρμόσουμε τις πολιτικές για τη διαφάνεια και τη διαβούλευση που σχεδιάσαμε και προτείναμε στο εκλογικό σώμα.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το δημιουργικό χάος που ζήσαμε στις δημοτικές του 2010 και που τελικά καρποφόρησε σχεδόν απο το πουθενά με την εκλογή του Καμίνη.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τους φίλους και συνεργάτες που απέκτησα σε αυτα τα χρόνια.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την κόρη μου που πανηγύριζε τρέχοντας και φωνάζοντας σε όλο το σπίτι “ο μπαμπάς ήρθε μέρα” οταν κάποτε γύρισα “νωρίς” στο σπίτι ύστερα απο ένα μακρύ σερί που επέστρεφα και ήταν νύχτα.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγκαλιά της Άννας μόλις άνοιγε η πόρτα το βράδυ μετά το τέλος κάθε εκλογικής αναμέτρησης.

Είμαι ευγνώμων που είχα την τύχη να  κάνω αυτη τη δουλειά και προτρέπω ανεπιφύλακτα όλους όσοι έχουν τα προσόντα και τη θέληση να ασχοληθούν επαγγελματικά με την πολιτική και τα κόμματα να δοκιμάσουν, ειδικά τώρα. Οι πιθανότητες για αυτό που στην προηγμένη δύση αποκαλούν “success story” σε αυτόν εδω τον τόπο δεν είναι με το μέρος μας, αλλά αξίζει. Τα κόμματα και η δημοκρατία χρειάζονται επαγγελματίες.

ΥΣ. Σκεφτόμουν να γράψω περίπου τα παραπάνω εδω και λίγο καιρό, αλλά για κάποιο λόγο το ανέβαλλα. Το έναυσμα μου το έδωσαν η Τζίνα Μοσχολιού  με τα όσα ανέφερε, σε δυο συνεχόμενες πρόσφατες εκπομπές της στον Αθήνα 984 (τα podcasts εδω κι εδω) για την ανάγκη επαγγελματισμού στα κόμματα καυτηριάζοντας την υποκρισία που περισσεύει στο θέμα της χρηματοδότησης των κομμάτων και ο Κωνσταντίνος Αλεξάκος με το ποστ του για την χρηματοδότηση των κομμάτων σε αδιαφανές κράτος.

Ευδοκιμεί σήμερα ένα Κόμμα Μεταρρυθμιστικού Κέντρου;

Σε μεγάλο βαθμό η συζήτηση για τη δημιουργία ενός κόμματος του κέντρου είναι αποτέλεσμα της αναζήτησης κομματικής αντιπροσώπευσης κάποιων μάλλον μετριοπαθών ελίτ οι οποίες, πρός το παρόν, δεν είναι ικανοποιημένες από τις τρέχουσες διαδικασίες ανασύνθεσης του κομματικού συστήματος της μεταπολίτευσης.

Το ουσιαστικό πρόβλημα για την τύχη ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν είναι η υπέρβαση των επι μέρους φιλοδοξιών και ιδεολογικών αποχρώσεων ούτε η σύνθεση των διαφορετικών τάσεων σε ένα ενιαίο κόμμα όπως συχνά λέγεται. Το πρόβλημα είναι ότι ο ζωτικός πολιτικός χώρος για ένα κόμμα του μεταρρυθμιστικού κέντρου είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ήδη κατειλειμμένος από τα 3 κόμματα της συγκυβέρνησης.  

Ας θεωρήσουμε, ως υπόθεση εργασίας,  ότι τα θέματα της ηγεσίας και του αξιακού προγραμματικού πλαισίου θα επιλυθούν άμεσα κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στους πρώτους μήνες του 2013 θα έχουμε ήδη ένα νέο κόμμα, ας το ονομάσουμε ΚΜΚ (Κόμμα Μεταρρυθμιστικού Κέντρου). Το ΚΜΚ θα βρίσκεται στο κέντρο του πολιτικού φάσματος, τα στελέχη του θα εμφανίζονται σε συζητήσεις στην τηλεόραση και σε κάποιες δημοσκοπήσεις η δύναμή του θα βρίσκεται πάνω-κάτω στο κατώφλι του 3%. Το ΚΜΚ θα είναι ένα μικρό πολυσυλλεκτικό κόμμα που θα συνδυάζει κεντροδεξιές και κεντροριστερές πολιτικές τη στιγμή που ο πολυσυλλεκτισμός όπως τον ξέραμε έχει εξαντλήσει τη χρησιμότητά του. Ένα τέτοιο μικρό κόμμα καθώς θα πλησιάζουν οι ερχόμενες εκλογές θα δέχεται τεράστια αμφίπλευρη πίεση. Θα συμπιεστεί όχι από την πόλωση όπως λέγεται αλλά από μια ΝΔ που θα μοιάζει όλο και λιγότερο με αυτή που ξέραμε πρίν τον Μάιο του 2012 καθώς θα επιχειρεί να συγκροτήσει τον κεντροδεξιό μεταρρυθμιστικό πόλο. Επίσης θα δέχεται πιέσεις από τον κεντροαριστερό μεταρρυθμιστικό πόλο την ηγεμονία του οποίου δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή αν θα έχει το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ ή κάποιο άλλο σχήμα από αυτά τα δύο κόμματα. Υπό αυτές τις συνθήκες θα είναι αμφίβολο αν θα κατορθώσει να είναι στην επόμενη Βουλή.

Μπορεί οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί η τρικομματική κυβέρνηση και εκείνες που επαγγέλονται ξεχωριστά καθένα από τα κόμματα που την αποτελούν να μην είναι ακριβώς το “cup of tea” των ελίτ που επιδιώκουν ένα ΚΜΚ. Αυτό όμως έχει ελάχιστη σημασία για την τύχη ενός ΚΜΚ η οποία δεν ευνοείται υπό τις παρούσες συνθήκες. Η Ελλάδα του 2013 δεν είναι Εσθονία όπου μετά την ανεξαρτητοποίησή της από τη ΕΣΣΔ δημιουργήθηκε από το μηδέν ένα κομματικό σύστημα όπου τα δύο πρώτα κόμματα είναι το κλασικά φιλελεύθερο Εσθονικό Μεταρρυθμιστικό Κόμμα και το κεντρώο Εσθονικό Κεντρώο Κόμμα. Δεν είναι ούτε Ιταλία όπου μετά τα σκάνδαλα στις αρχές τις δεκαετίας του 90’ κατέρρευσε πραγματικά και όχι εκλογικά το μεταπολεμικό κομματικό σύστημα. Στη δεύτερη Ιταλική δημοκρατία εξαφανίστηκαν τα έως τότε κόμματα  και ο ατελής διπολισμός ανάμεσα στο Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα και την Κομμουνιστική Αριστερά έδωσε τη θέση του σε ένα ελάχιστα πιο πλουραλιστικό σύστημα με σαφή διπολικά χαρακτηριστικά ανάμεσα στην κεντροδεξιά Forza Italia του Μπερλουσκόνι και τις κατα καιρούς κεντροαριστερές συμμαχίες.
Στην Ελλάδα του 2013 το κομματικό σύστημα της μεταπολίτευσης βρίσκεται σε διαδικασία ανασύνθεσης. Τα παλιά κόμματα (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) είναι ακόμα ζωντανά και ανασυντίθενται ενώ παλιοί (ΣΥΡΙΖΑ) και νέοι παίκτες (ΔΗΜΑΡ) έχουν ήδη καταγεγραμμένες δυνάμεις και εξελίσσονται γρήγορα. Σε ένα τέτοιο σκηνικό ακόμα και το ιδανικότερο ΚΜΚ, όπως αυτό της υπόθεσης εργασίας μας, θα είναι ο αδύναμος κρίκος.

Ψάχνοντας σε νότες. Ενατενίζοντας την ψηφιακή πολιτική

Το ΠΑΣΟΚ έχει, τα τελευταία χρόνια, εκφράσει προτάσεις μέσα απο διαφορετικά όργανα (Τομείς Πολιτικής, Ομάδα Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης) και έχει υλοποίησει σχετικές δράσεις κυρίως μέσα στη διετία 2010 και 2011. Οι προτάσεις και τα έργα αυτά είναι διατυπωμένα και υπάρχουν γύρω μας, σε δικτυακούς τόπους και πλατφόρμες, λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σε ψηφιακούς, καθημερινούς χώρους.

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μαίου δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας της θέσης των ψηφοφόρων τόσο απέναντι στα διλήμματα που έθεσε προεκλογικά το ΠΑΣΟΚ όσο και απέναντι στα πεπραγμένα του συνόλου της κυβερνητικής του θητείας: “ξανασκεφτείτε το σύνολο των στρατηγικών σας και πως αυτές τοποθετούνται στο νέο πλαίσιο που και εμείς συνδιαμορφώνουμε”.

Άρα οι απαντήσεις που θα πρέπει να δοθούν για τη στρατηγική στις ΤΠΕ θα πρέπει να έλθουν απο ένα κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, το οποίο όμως αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει. Και επειδή τέτοιες απαντήσεις δεν είναι δυνατό να διαμορφωθούν τώρα, καλύτερο είναι να μπουν τα ερωτήματα και οι αρχές που θα αποτελέσουν τα θεμέλια ώστε, κάποια στιγμή, να μπορέσει το ΠΑΣΟΚ να ξαναεκφράσει τα νέα δυναμικά κοινωνικά στρώματα. Τα “νέα” στην περίπτωση αυτή δεν αφορούν μόνο ως προς την ηλικία αλλά κυρίως και πρωτίστως στις νοοτροπίες, στη διάθεση για καινοτομία στην παραγωγή, στην κουλτούρα συμμετοχής σε διαδικασίες, στη διαθεσιμότητα προσφοράς στο δημόσιο συμφέρον.

Αλλά ακόμα και αυτή η αρχική άσκηση έχει ως προϋπόθεση τη δημιουργία ικανού, πολιτικού, χώρου και χρόνου, για την ανανέωση του στελεχιακού δυναμικού σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης και παραγωγής πολιτικής. Η επόμενη φάση της όποιας στρατηγικής ΤΠΕ δε μπορεί να αγνοεί την ανάγκη αυτή αλλά οφείλει να δημιουργεί τους αναγκαίους αυτούς χώρους: μέσα απο συζητήσεις, δράσεις και συνεργασίες για τα θέματα που την αφορούν.

Μπορούν οι όποιες παρεμβάσεις για τις ΤΠΕ να μην είναι διεθνείς και διευρωπαϊκές; Ποια είναι τα κινήματα που διαμορφώνουν τις δράσεις στις οποίες θέλουμε να συμβάλλουμε και να συμμετέχουμε με τις προτάσεις μας; Ποια είναι τα μηνύματα γύρω μας που εμείς θέλουμε να ερμηνεύσουμε και να ενδυναμώσουμε τοπικά; Αλλά πριν τα ερωτήματα αυτά, υπάρχει ίσως ένα άλλο: είμαστε στην ίδια συχνότητα με τα στρώματα εκείνα που αυτή τη στιγμή επιχειρούν να συνδιαμορφώνουν τα προβλήματα και τις λύσεις ταυτόχρονα;

Ας προσπαθήσουμε να ξανακούσουμε τις νότες που θα μας βοηθήσουν να συντονιστούμε με τα όσα συμβαίνουν ή που δε συμβαίνουν, ακόμα, γύρω μας. Πολύ σύντομα θα λέγαμε ότι, εφόσον και οι ψηφιακές τεχνολογίες διαμορφώνουν και διαμορφώνονται απο αντίστοιχα κινήματα, θα πρέπει να ακούσουμε προσεκτικά τις νότες αυτές, που δε φοβούνται το χρέος αλλά ξέρουν να δημιουργούν διεξόδους συμβίωσης με αυτό, που ζητούν λιγότερο έλεγχο και προστασία αλλά ενισχύουν τη συμμετοχή και τη συνεργασία.

Στην προσπάθεια αυτή ας απαλλαγούμε απο την ανάγκη να ακολουθήσουμε κινήματα που μιλούν ακατάπαυστα, ή αυτά που κατέχουν κάποια αλήθεια. Οι ψηφιακές τεχνολογίες είναι τόσο ενσωματωμένες στη καθημερινότητά μας ώστε να μπορούν, από την ίδια τους της φύση, να συμπλέκουν αντιφάσεις και διλήμματα. Οι ΤΠΕ θολώνουν τα διανοητικά όρια του ψηφιακού με το πραγματικό. Δημιουργούν υβριδικά πλαίσια δράσης και εμπειρίας του πολιτικού. Μας προκαλούν ως πολιτικούς δρώντες να αλλάξουμε καθώς τα υφιστάμενα εργαλεία κατανοήσης και ερμηνείας του πολιτικού και του κοινωνικού δεν είναι τόσο επίκαιρα όσο νομίζαμε. Μας ενδιαφέρουν τα κινήματα και οι άνθρωποι που κινούνται στα όρια όλων εκείνων των δομών και διαδικασιών που ψάχνουν να αλλάξουν χωρίς όμως, και είναι κομβικής σημασίας να γίνει κατανοητή αυτή η διαφορά, να εγγυώνται το τελικό τους αποτέλεσμα. Η υπόσχεση πρέπει να είναι ότι στην πορεία θα ακούσουμε κάτι ενδιαφέρον, αλλά η κάποια λύση πιθανότητα θα έρχεται απο κάποιον άλλον. Η ακόμα καλύτερα, μαζί με κάποιον άλλο…

* Γράψαμε αυτό το κείμενο με τον Θανάση Π., ενατενίζοντας όσα συζητάμε σχεδόν καθημερινά και άλλα που έχουμε γράψει παλιότερα στο http://egov.pasok.gr/, στο http://ethelontes.pasok.gr/diafaneia/
ή ακόμα και στα http://www.egovplan.gr/ και http://egovict.blogspot.com/

 

To ταϊμλάιν του ΠΑΣΟΚ

Πριν από λίγες εβδομάδες το Ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα (PSOE) υπέστη τη χειρότερη ήττα της ιστορίας του. H εκλογική του επίδοση δεν ξεπέρασε το κατώφλι του 29,5%, ποσοστό που είχε αποσπάσει το 1979 στις πρώτες εκλογές μετά την πτώση του Franco. Οι εκτιμήσεις για την πρωτοφανή καθίζηση της επιρροής του ποικίλουν. Άλλες την αποδίδουν στις λάθος πολιτικές που γιγάντωσαν την ανεργία. Κάποιες άλλες εστιάζουν στην ατολμία ανάληψης ακόμα πιο ριζικών μέτρων λιτότητας. Κοινός τόπος, σε κάθε περίπτωση, είναι η παντελής αδυναμία των Ισπανών σοσιαλιστών να επεξεργαστούν και να υλοποιήσουν ένα αποτελεσματικό σχέδιο διαχείρισης της οικονομικής κρίσης που να περιορίζει τις συνεχείς απώλειες θέσεων εργασίας.

Στη μεγάλη εικόνα, η κατάσταση που έχει περιέλθει το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει συγκρίσιμες αναλογίες με εκείνη του συγγενικού Ισπανικού κόμματος. Σήμερα, ενάμιση χρόνο από την εισαγωγή της χώρας στον τριμερή μηχανισμό στήριξης, το ΠΑΣΟΚ φυλλορροεί εκλογικά με τις δυνητικές του απώλειες να κατευθύνονται σχεδόν προς όλο το κομματικό φάσμα, κυρίως όμως προς την αριστερά. Αν επαληθευτούν οι δημοσκοπήσεις στην πρόθεση ψήφου και στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος, η απήχηση του ΠΑΣΟΚ προσεγγίζει στα επίπεδα του 1974 (13,6%) ή, στο πιο ευνοϊκό σενάριο, σε εκείνα του 1977 (25,3%).

Κάπου εδώ, όμως, ας αφήσουμε για λίγο τις αναγωγές της προοπτικής του ΠΑΣΟΚ στις συνέπειες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, στη δυναμική της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και στις δυνατότητες της εγχώριας κεντροαριστεράς. Άλλωστε, όπως απέδειξαν οι περιπτώσεις της Πορτογαλίας, της Ισπανίας αλλά και της Ιταλίας, η δυσμενής εκλογική και πολιτική μοίρα των μονοκομματικών κυβερνήσεων σε αυτή τη συγκυρία της κρίσης είναι η ίδια, ανεξάρτητα από την πολιτική οικογένεια στην οποία ανήκουν.

Πέρα από τις διαδικασίες αλλαγής ηγεσίας η πορεία ανασυγκρότησης, και όχι απλά εκλογικής ανάκαμψης, του ΠΑΣΟΚ στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα θα προσδιοριστεί από την επίδραση δυο δομικών παραγόντων.

Ο πρώτος παράγοντας έχει να κάνει με το είδος του κόμματος, την ίδια του τη λειτουργία και φυσικά με το στελεχιακό δυναμικό που με τη δράση και τις πρακτικές του αντιπροσωπεύει το κόμμα σε εθνικό και, ανά περίπτωση, σε τοπικό επίπεδο. Η διαδικασία άμεσης εκλογής του προέδρου από τη βάση εισήχθηκε το 2004, επιβεβαιώθηκε το 2007 και συνοδεύτηκε από ένα νέο διακριτό σύνολο πολιτικών αξιών και πρακτικών όπως, μεταξύ άλλων, είναι η συμμετοχή, η διαβούλευση, η λογοδοσία, η διαφάνεια. Αν είναι να περιγράψει κανείς αυτές τις πολιτικές πρακτικές εν συντομία θα έλεγε πως αποτελούν την ατζέντα της ανοικτότητας(openness). Η άμεση εκλογή προέδρου από τη βάση σαφώς και είναι μια κορυφαία στιγμή. Αρκεί να θυμηθούμε το καλό κλίμα και την αναλαμπή θετικής προσδοκίας όπου προκάλεσε και τις δύο φορές παρά τη δυσμενή συγκυρία όπου έλαβε χώρα. Μην ξεχνάμε ότι το 2004 η εκλογή προέδρου έλαβε χώρα σε συνθήκες εντεινόμενης φθοράς από την ενδεκαετή συνεχή κυβερνητική θητεία, ενώ το 2007 μετά από μια δεύτερη συνεχόμενη εκλογική ήττα. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί η άμεση εκλογή του προέδρου για να κάνουμε λόγο για ανοικτό κόμμα. Για να είμαστε ακριβείς, η άμεση εκλογή προέδρου και μερικές ανεφάρμοστες διατάξεις του καταστατικού περί προκριματικών εκλογών για την ανάδειξη υποψήφιων βουλευτών, ευρωβουλευτών και του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας περί τοπικών δημοψηφισμάτων είναι τα μόνα θεσμικά κατοχυρωμένα πλην όμως ελάχιστα και συνεπώς μετέωρα βήματα προς ένα κόμμα που θα λειτουργεί συμμετοχικά με διαφάνεια και λογοδοσία.

Στην πράξη, όλα αυτά τα χρόνια, οι προσωπικοί μηχανισμοί, οι τοπικές ομάδες, η πελατειακή λογική, οι συγκεντρωτικές γραφειοκρατικές πρακτικές και η μικροπολιτική εξακολουθούν να λειτουργούν ως είχαν. Οι αρχές και αξίες της διαβούλευσης, της διαφάνειας, της λογοδοσίας που εύστοχα συνοψίστηκαν στο κεντρικό μήνυμα “πρώτα ο πολίτης” έγιναν κτήμα μόνο ενός εξαιρετικά περιορισμένου αριθμού στελεχών στα ηγετικά κλιμάκια, συγκίνησαν ένα μέρος της βάσης, δημιούργησαν ελπίδα και κινητοποίησαν φρέσκο δυναμικό που συνεχίζει να κινείται εκτός των κομματικών ορίων, αλλά έως εκεί. Η μεγάλη πλειοψηφία των στελεχών ουδέποτε προσπάθησε ειλικρινά να ενσωματώσει στην πολιτική τους δράση τέτοιες αξίες. Ο παραδοσιακός κομματικός μηχανισμός τις αντιμετώπισε άλλοτε με απάθεια και αδιαφορία, άλλοτε εχθρικά ή, ακόμα χειρότερα, μέσα από ένα ψευδεπίγραφο εναγκαλισμό τους σε ρητορικό επίπεδο. Επί της ουσίας, αυτού του είδους η τακτικίστικη οικειοποίηση ακύρωσε αυτές τις πολιτικές αξίες έως το σημείο να τις καταστήσει ένα σύντομο ανέκδοτο για όσους ξέρουν….

Συνεπώς, καμία απορία δεν προκαλεί το ότι η συζήτηση για το ανοικτό κόμμα δεν σημείωσε πρόοδο παρά το γεγονός ότι κατά καιρούς διατυπώθηκαν ενδιαφέρουσες προτάσεις από ενεργούς πολίτες. Προτάσεις όπως η διενέργεια μικρών θεματικών συνεδρίων που σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα θα καλούνταν να αποφασίσουν για ειδικά θέματα ανά έτος. Όπως η θεσμική θωράκιση της δυνατότητας συμμετοχής των μελών στη διαδικασία διαμόρφωσης και λήψης των αποφάσεων μέσα από διαβούλευση. Όπως η δυνατότητα διαρκούς συμμετοχής των ΜΚΟ στις διαδικασίες εσωτερικής διαβούλευσης με σεβασμό στους διακριτούς ρόλους και στην αυτονομία της δράσης τους.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο παράδοξο σημείο να είναι η ανοικτή διακυβέρνηση(opengov), με την ηλεκτρονική διαβούλευση σε σχέδια νόμου και το πρόγραμμα Διαύγεια με την ανάρτηση όλων των κυβερνητικών και διοικητικών πράξεων στο Διαδίκτυο, πολύ πιο μπροστά από ό,τι έχει εφαρμόσει το κόμμα η κυβέρνηση του οποίου τις υλοποίησε. Η πολλές φορές χαοτική απόσταση και οι διαφορετικές ταχύτητες αναφορικά με την προώθηση της ατζέντας της ανοικτότητας ανάμεσα στην ηγεσία και τον παραδοσιακό κομματικό μηχανισμό προφανώς δεν έρχονται δίχως συνέπειες. Ίσως η βασικότερη όλων να είναι το βαθύ, και πλέον εξαιρετικά δύσκολο να επανορθωθεί, ρήγμα στην αξιοπιστία του κόμματος έναντι του εκλογικού σώματος που του εμπιστεύθηκε τη διακυβέρνηση.

Ο δεύτερος δομικός παράγοντας για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ είναι η πολιτική και ιδεολογική του συγκρότηση. Βεβαίως το καυτό ερώτημα αφορά στην πλατφόρμα που θα παρουσιάσει στις προσεχείς εκλογές αλλά και στη στρατηγική με την οποία θα την προβάλει πριν και μετά από αυτές. Ασφαλώς πριν φθάσει κανείς σε προγραμματική πλατφόρμα πρέπει να προηγηθεί απολογισμός του κυβερνητικού έργου και αυτοκριτική για τα λάθη και τις παραλείψεις. Ο σωστός απολογισμός και η γενναία εκτίμηση των λαθών πρέπει να οδηγούν σε συγκεκριμένες δράσεις υπεράσπισης και προβολής των θετικών αλλά και θεραπείας των παθογενειών. Κάτι τέτοιο είναι sine qua non προϋπόθεση για την επιβίωση της παράταξης.

Για να επιστρέψουμε στην ατζέντα της ανοικτότητας, ο απολογισμός θα ήταν σήμερα μια λιγότερο επώδυνη υπόθεση αν γινόταν τμηματικά από την αρχή της κυβερνητικής θητείας. Αν για παράδειγμα κάποιο κομματικό όργανο είχε αναλάβει την πρωτοβουλία, σε συνεργασία όπου χρειαζόταν με την κυβέρνηση, να παρακολουθεί και να καταγράφει ανοικτά στο Διαδίκτυο το κυβερνητικό έργο σε σχέση με το προεκλογικό πρόγραμμα ανά τομέα πολιτικής. Αν στον ίδιο Διαδικτυακό τόπο είχε αποκωδικοποιηθεί το διαβόητο μνημόνιο κατ’ αντιστοιχία με το προεκλογικό πρόγραμμα ώστε να γίνει σαφές τι ήταν στο γράμμα, τι στο πνεύμα και τι ακριβώς ήταν εντελώς ξένο με τη φιλοσοφία του προγράμματος. Αν μέσα από όλη αυτή την κατεξοχήν πολιτική εργασία γινόταν ένας συνεχής διάλογος μέσα και έξω από το οργανωμένο ΠΑΣΟΚ σήμερα ο απολογισμός θα είχε διανύσει ήδη μια πορεία. Επειδή όμως αυτά προϋποθέτουν ένα κόμμα που οργανώνεται και λειτουργεί τελείως διαφορετικά από όσα ισχύουν, τώρα πρέπει να πιάσουμε από την αρχή την άκρη του νήματος.

Ευελπιστούμε πως εύκολα ή δύσκολα το νήμα των τελευταίων ετών θα ξετυλιχθεί. Άλλωστε, με όλες τις ασυνέχειες, τις τομές και τις παλινδρομήσεις της διαδρομής από το 1981, το νήμα του έργου της διετίας 09-11 αποτελεί μέρος μιας πολιτικής χρονογραμμής με σημαντικούς σταθμούς. Με όρους τουϊτερ (twitter), θα λέγαμε πως η χρονογραμμή, το λεγόμενο ταϊμλάιν, του ΠΑΣΟΚ αποτελείται από μεγάλους και πασίγνωστους σταθμούς όπως ενδεικτικά είναι το ΕΣΥ, το ΑΣΕΠ, οι μεταρρυθμίσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση, η ΟΝΕ, η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. Αποτελείται όμως και από μερικούς μικρούς, σχετικά άγνωστους στο ευρύ κοινό και ενίοτε παραγνωρισμένους σταθμούς από δράσεις που σε ανύποπτο χρόνο άνοιξαν νέους χώρους. Ο εθελοντισμός στο Διαδίκτυο μέσα από εν πολλοίς δοκιμαστικού τύπου πλατφόρμες συμμετοχικής πολιτικής διεύρυνε, έστω στιγμιαία, τον κύκλο των υποκειμένων και των Κινημάτων με τα οποία μπορούσε να συνομιλεί το ΠΑΣΟΚ. Το ίδιο και το γεγονός της απόδοσης δικαιώματος ψήφου σε μετανάστες κατόχους κάρτας διαμονής στις εσωκομματικές εκλογές. Όμως, τέτοιες μικρές παρεμβάσεις τείνουν να υποτιμούνται με το επιχείρημα ότι παρεκκλίνουν από τα μεγάλα διακυβεύματα της κεντρικής ατζέντας.

Γυρίζουμε, για λίγο, πάλι στη μεγάλη εικόνα. Σήμερα, που το διεθνικό πολιτικό και τα εγχώρια κομματικά συστήματα αναζητούν την τεχνογνωσία για να ανακτήσει η Πολιτική ένα ζωτικό μέρος της διευθυντικής της ικανότητας έναντι των χρηματαγορών, είναι περισσότερο ρευστό από ποτέ το ποια θέματα ανήκουν στα κεντρικά διακυβεύματα ενός κόμματος που οφείλει να είναι παρόν σε δυο παράλληλες μάχες. Η μια μάχη αφορά στη διάσωση της Ελλάδας, τη διόλου αυτονόητη παραμονή της στο Ευρώ και στον πυρήνα του ευρωπαϊκού θεσμικού συστήματος. Η άλλη παράλληλη μάχη αφορά στην εκ βάθρου ανασυγκρότησή του ΠΑΣΟΚ ώστε να γίνει εκ νέου επίκαιρο και να είναι χρήσιμος ως πολιτικός φορέας. Ο βαθμός δυσκολίας και των δύο μαχών προσαυξάνεται από το γεγονός ότι η παγκόσμια κρίση βρήκε την Ελλάδα με συσσωρευμένες παθογένειες αναφορικά με τον επιχειρησιακό εκσυγχρονισμό του κρατικού-διοικητικού της μηχανισμού και χρονίζουσες εκκρεμότητες σχετικά με το προσανατολισμό και τη διάρθρωση του παραγωγικού της μοντέλου. Σε αυτό το περίπλοκο και αχαρτογράφητο πλαίσιο δράσης το ΠΑΣΟΚ πρέπει να δημιουργήσει πρακτικές συλλογικής ηγεσίας, να πάρει υπεύθυνα θέση μιλώντας και εξηγώντας στον κόσμο το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο που προτείνει, να συνθέσει μια νέα αφήγηση εντός της οποίας να μπορούν με απλά λόγια να συνεκφέρονται θέματα από την ολοκλήρωση της συμφωνίας για το PSI έως τη συμβολή των τοπικών του οργανώσεων σε δράσεις αλληλεγγύης όπως είναι η εθελοντική οικοδιδασκαλία στο #tutorpool, κλπ…

To ταϊμλάιν του ΠΑΣΟΚ θα είναι υβριδικό.

Θεόδωρος Καρούνος
Αλέξανδρος Μελίδης,
Θανάσης Πρίφτης

Σημ: Μια συντετμημένη έκδοση του ίδιου άρθρου δημοσιεύεται στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ.

Όλου του κόσμου οι Jobs *

* Το παρακάτω άρθρο το γράψαμε συνεργατικά με τον Θόδωρο Καρούνο και δημοσιεύεται στην τρέχουσα έντυπη έκδοση του The Book’s Journal.

Τον τελευταίο καιρό παρακολουθούμε να εκτυλίσσεται ένας ιδιότυπος, πλην όμως ακήρυκτος, παγκόσμιος διαγωνισμός. Αντικείμενό του είναι η αποτίμηση της συνεισφοράς του πρόσφατα εκλιπόντος Steve Jobs στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών και στις ζωές των ανθρώπων που τις χρησιμοποιούν. Στην πλειονότητά τους οι αποτιμήσεις αναφέρονται στο όραμα και τις καινοτομίες του ιδρυτή της Apple καθώς επίσης και σε εμπειρικές ιστορίες από τη χρήση των πλέον δημοφιλών προϊόντων της εταιρίας. Όπως συχνά συμβαίνει με χαρισματικές προσωπικότητες που ξεσηκώνουν πάθη, τις αναφορές αυτού του είδους δεν άργησαν να διαδεχθούν αποτιμήσεις για τις “σκοτεινές” πλευρές του προσωπικού του στυλ διοίκησης και αναλύσεις για επί μέρους όψεις του επιχειρηματικού του στρατηγικού προσανατολισμού που υποτίθεται ότι μετριάζουν, αν δεν επιχειρούν να ακυρώσουν, τη συνολική του εικόνα.

Πέρα από κάθε κοινότοπη υπερβολή, ο Steve Jobs υπήρξε πράγματι ένας πρωτοπόρος της ψηφιακής εποχής που σκέφθηκε κόντρα στο ρεύμα και έφερε ριζικές αλλαγές στην πληροφορική, τη μουσική και την κινητή τηλεφωνία.  Ο τρόπος αντίληψης και η προσήλωσή του στο να κάνει απλές και φιλικές σε όλους τις καινοτομίες στο λογισμικό, τις συσκευές και στα αντίστοιχα περιβάλλοντα χρήσης,  θα αποτελούν σταθερή πηγή έμπνευσης για τις μελλοντικές επινοήσεις των επερχόμενων γενιών. Ιδιαίτερα σήμερα, όπου η διέξοδος από την οικονομική κρίση είναι ένα παγκόσμιο ζητούμενο, η καινοτομία στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και της εκπαίδευσης του πολίτη είναι μονόδρομος.

Ανεξάρτητα από το πρόσημο που φέρουν οι κρίσεις και οι επικρίσεις μας, νομίζω πως είναι η σωστή διάγνωση του ευρύτερου περιβάλλοντος που επέτρεψε να ανθήσει το ταλέντο και να καρποφορήσουν οι προσπάθειες του Steve Jobs που έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον να στρέψει κανείς την προσοχή του. Οι ιδέες, το ταλέντο, το όραμα, η έμμονη δημιουργικότητα όσο και αν είναι αναγκαίες δεν είναι και ταυτόχρονα ικανές συνθήκες για τέτοιας παγκόσμιας κλίμακας επιχειρηματική επιτυχία. Καμία ανακάλυψη δεν συμβαίνει σε επιστημονικό και κοινωνικό κενό. Κανένα ανθρώπινο επίτευγμα δεν είναι απροϋπόθετο.
Για παράδειγμα, το πρωτότυπο ποντίκι για υπολογιστή εφευρέθηκε σε εργαστήριο του Stanford το 1963 και κατοχυρώθηκε ως πατέντα στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Αν αναζητήσει κανείς τα κίνητρα του εφευρέτη του ποντικιού, του Αμερικανού Douglas Engelbart, θα δει ότι είχε εστιάσει την καριέρα του στο να βελτιώσει τον κόσμο που ζούμε μέσα από την αξιοποίηση της συλλογικής ανθρώπινης ευφυίας και έχοντας παράλληλα τη βαθιά πεποίθηση ότι οι υπολογιστές μπορούν να συνδράμουν αποφασιστικά σε αυτή την κατεύθυνση. Όλα αυτά μας φέρνουν στο νου κάτι από την αύρα απ’ όσα διαβάζουμε αυτό τον καιρό για τον Jobs. Πράγματι, σήμερα είναι αυταπόδεικτη η αξία που έχει το ποντίκι. Δεν υπάρχει χρήστης που να μην εκλαμβάνει ως αυτονόητη την αίσθηση  του ελέγχου που του δίνει κατά την αλληλεπίδρασή του με τον υπολογιστή. Ωστόσο, τον καιρό που πρωτοανακαλύφθηκε και για αρκετά χρόνια μετά, η αξία του ποντικιού όχι μόνο δεν εκλαμβάνονταν ως αυτονόητη, αλλά ήταν εξαιρετικά αμφίβολη. Αυτό έπαψε να ισχύει μόνο όταν η Apple κυκλοφόρησε τον Macintosh στα μέσα της δεκαετίας του 1980 συνοδεία της επικαιροποιημένης έκδοσης του Lisa mouse. Προφανώς και ήταν η apple που πιστώθηκε τη διείσδυση και την αποδοχή του ποντικιού. Έχει όμως σημασία να κατανοήσουμε ότι τελικά καμία καινοτομία δεν προκύπτει όσο απρόοπτα φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με την διεπαφή – Graphical User Interface – που επιτρέπει στους χρήστες να αλληλεπιδρούν με υπολογιστή μέσα από ένα περιβάλλον γραφικών αντί με το να  δίνουν εντολές με κείμενο. Όπως και με το mouse, παρά το γεγονός ότι ήταν και πάλι ο Engelbart που συνέβαλε στα πρώτα βήματα και παρόλο που το Xerox Alto  ήταν o πρώτος προσωπικός υπολογιστής που λειτουργούσε με ποντίκι και οθόνη γραφικών, ήταν ξανά ο Jobs που διείδε την επιχειρηματική αξία και επένδυσε το ταλέντο του στο να καινοτομήσει εξελίσσοντας αυτές τις πρώιμες, και εμπορικά ανεκμετάλλευτες όπως αποδείχθηκε, ανακαλύψεις.

Έχει μεγάλη σημασία να θυμόμαστε ότι είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της οικονομίας των ΗΠΑ που παρείχαν το πλαίσιο στον Steve Jobs για να μεγαλουργήσει. Μια οικονομία με επάρκεια φυσικών και ανθρώπινων πόρων, εξαιρετικά ανεπτυγμένες υποδομές, υψηλή παραγωγικότητα, τεράστια καταναλωτική ζήτηση και συνεχείς επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία. Στο ίδιο πλαίσιο δραστηριοποιούνται και πολλοί άλλοι επιχειρηματίες από όλο τον κόσμο και φυσικά και Έλληνες.  Είναι αυτά τα θετικά χαρακτηριστικά της οικονομίας των ΗΠΑ που φωτίζουν καλύτερα τη διαδοχική εξέλιξη των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών του Steve Jobs.

Οι ιδέες και το όραμα για τεχνολογική καινοτομία στη μουσική βιομηχανία, την κινητή τηλεφωνία, τις μικροπληρωμές, τους υπολογιστές ταμπλέτες όπως το iPad δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο. Θα μπορούσε και κάποιος Ευρωπαίος επιχειρηματίας να είχε παρόμοιες ιδέες και όραμα. Είναι άραγε η έλλειψη ιδεών, οράματος και θέλησης που εξηγεί γιατί το iPad ή ακόμα και το facebook δεν έγιναν στην Ευρώπη; Είναι μήπως τυχαίο που στην Ευρώπη δημιουργήθηκε, για παράδειγμα, η Nokia και όχι η Apple; Κάτι τέτοιο δεν είναι τυχαίο άλλα σχετίζεται άμεσα με τη φύση της οικονομίας και της κοινωνίας που περιβάλει την επιχειρηματικότητα στις αντίστοιχες χώρες. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ακόμα το γεγονός ότι ο Jobs είχε κατά νου να σχεδιάσει κάτι σαν το iPad πολλά χρόνια πριν αυτό τελικά κυκλοφορήσει στην αγορά.  Γνώριζε από πρίν ότι η κατάλληλη τεχνολογία θα ήταν διαθέσιμη αρκετά χρόνια μετά την αρχική του σύλληψη. Κάπως έτσι άλλαξε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Ένα παιδί που σήμερα ασκείται στα μαθηματικά παίζοντας με μια ταμπλέτα τύπου iPad, που αξιοποιεί συνεργατικά εργαλεία με την παρότρυνση του δάσκαλου ή και του γονέα, αντιλαμβάνεται ήδη με άλλο μάτι τη μαθησιακή διαδικασία. Διαβλέπει νέους ρόλους και ευκαιρίες που αναδύονται. Οι καινοτομίες του μέλλοντος θα είναι γέννημα θρέμμα τέτοιων παιδιών και της παγκόσμιας οικονομίας στην οποία θα πλοηγούνται σαν άλλοι Jobs του κόσμου.

Θεόδωρος Καρούνος, Ερευνητής, ΝETMODE, ΕΜΠ,  http://www.karounos.gr/blog/

Αλέξανδρος Μελίδης,  Πολιτικός επιστήμονας,  http://almelidis.wordpress.com

Η Ελλάδα στον επιταχυντή.

Εάν αυτό τον καιρό ασχολείσαι έστω λίγο με τα πολιτικά το έχεις καταλάβει. Το χάσμα ανάμεσα σε όσους ασκούν οποιασδήποτε μορφής δημόσια εξουσία και στα υποκείμενα αυτής, τους πολίτες, βαθαίνει με ταχύ ρυθμό. Τα αίτια είναι γνωστά. Όλα τα αίτια, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο, έχουν αναλυθεί και συζητιούνται με κάθε ευκαιρία εξαντλητικά. Η οικονομική κρίση με τη συνοδεία της αναπόφευκτης ύφεσης όξυνε την προϊούσα κρίση αντιπροσώπευσης. Η όξυνση της κρίσης αντιιπροσώπευσης είναι δίχως προηγούμενο. Ας αναλογιστούμε μόνο ότι για πρώτη φορά οι πολίτες αυθόρμηττα αναγνωρίζουν στα κόμματα και τους πολιτικούς το τρίτο κατά σειρά μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας, μετά το οικονομικό και την ανεργία που συνηθώς καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις. (Δες Βαρόμετρο Οκτωβρίου 2011 publicissue).

Το χάσμα φαντάζει αγεφύρωτο από όσα ακούμε να λέγονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συζητήσεις. Δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνουμε εφήμερους χαρακτηρισμούς, ανιστόρητες καταδίκες, απαξιωτικά επίθετα και ύβρεις. Αν είστε στο twitter ή και στο facebook τα βλέπετε να ρέουν σε αφθονία σε κάθε timeline και news feed. Το “σύστημα Ελλάδα” που ξέραμε τόσα χρόνια βιώνει τα τελευταία και πιο επώδυνα στάδια των νοσημάτων που ταλαιπώρησαν επί δεκαετίες μέχρι τελικής εξάντλησης τη χώρα.  Μην τρέφουμε άλλο αυταπάτες. Τα νοσήματα είναι καταληκτικά. Κάπου εδώ, όμως, τελειώνουν οι μεταφορές των όρων της ιατρικής επιστήμης στο κοινωνικό πεδίο. Η νοσούσα χώρα δεν θα καταλήξει κυριολεκτικά. Υπάρχει επόμενη μέρα για την Ελλάδα. Ακριβώς για αυτό είναι που δεν βοηθά σε τίποτα απολύτως να ασχολείται κάποιος ούτε με την καταδίκη των υπαιτίων αλλά ούτε και με τον συνετισμό όσων διαρτύρονται. Καταδίκες και συνετισμός, συνετισμός και καταδίκες από όποια αφετηρία και αν απορρέουν και όπως και αν εκφέρονται υφολογικά είναι οι δύο όψεις του ίδιου φαινομένου. Του φαινομένου της ακινησίας στην παραγωγή ιδεών και πρωτοβουλιών που θα μας βγάλουν από το τέλμα.

Ωστόσο, ήδη πολλοί αναρωτιώνται: Άν δεν καταδικαστούν παραδειγματικά οι υπαίτιοι πολιτικοί, επιχειρηματίες, τραπεζίτες, φοροφυγάδες και κάθε είδους παρανομούντες πως θα μεταβούμε στην επόμενη μέρα; Κάποιοι άλλοι αμέσως θα αντιτείνουν: Σε τι θα διαφέρει η επόμενη με την προηγούμενη μέρα αν δεν συνετιστούμε όλοι μας αναστοχαζόμενοι ο καθένας το δικό του μερίδιο ευθύνης σε όλο αυτό; Εύλογα ερωτήματα στα οποία δεν χωρούν εύκολες απαντήσεις για δύο κυρίως λόγους. Ο χρόνος είναι ο πρώτος λόγος. Χρειάζεται χρόνος για την πολιτική και κοινωνική απομόνωση των υπευθύνων προσώπων και, ας μην ξεχνιώμαστε, συμπεριφορών. Αυτό επιβάλουν οι στοιχειώδεις κανόνες του κράτους δικαίου. Χρόνος και μάλιστα περισσότερος χρειάζεται για να αναστοχαστεί διεξοδικά ο καθένας τον παλιό και νέο ρόλο του. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στο πόσο αργόσυρτη είναι η μεταβολή παγιωμένων νοοτροπιών.

Η πολυπλοκότητα είναι ο δεύτερος λόγος που κάνει δύσκολη την εύρεση σωστών απαντήσεων στα πιο πάνω ερωτήματα. Είναι άλλο πράγμα να ασχολείσαι με τα πολιτικά γενικώς και άλλο να γνωρίζεις από πολιτική. Η πολιτική στην εποχή της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης είναι πολύπλοκη. Είναι αντικειμενικά δύσκολο για όσους δεν έχουν οι ίδιοι θέσεις πολιτικής ευθύνης ή που έστω δεν είναι κοντά  σε ανθρώπους με τέτοιες θέσεις να κατανοήσουν πλήρως τα εργαλεία και τους μηχανισμούς της. Μην μας μπερδεύει το γεγονός ότι το πολιτικό ρεπορτάζ στο υβριδικό σύστημα μέσων ενημέρωσης τρέχει σχεδόν κάθε λεπτό της ώρας παρέχοντας συνεχή ενημέρωση για τα πολιτικά δρώμενα. Επίσης, ας μην παρασυρόμαστε από την αυξημένη ορατότητα που αποφέρει η παρουσία στα social media των κυβερνήσεων, των πολιτικών, των κομμάτων και εν γένει των δημοσίων προσώπων. Όσο και αν η ενημέρωση γίνεται σε πραγματικό χρόνο, όσο αυθεντικά και αν οι πολιτικοί μας ανοίγονται στη διαδραστική επικοινωνία, η επαφή του πολίτη με το πολιτικό σύστημα παραμένει διαμεσολαβημένη. Είναι μοιραίο η χαλαρή επίγνωση της διαμεσολαβημένης σχέσης με το πολιτικό να δημιουργεί στρεβλώσεις στο δημόσιο σύστημα επικοινωνίας. Αναμενόμενο είναι οι στρεβλώσεις αυτές να συντηρούνται. Όλοι οι παίκτες του συστήματος, υπουργοί, βουλευτές, πολιτευτές, δημοσιογράφοι, ΜΜΕ, επαγγελματίες της επικοινωνίας,  πολίτες, οργανώσεις πολιτών κινούνται με βάση τα ίδια δεδομένα που επιβάλει το μοντέλο της διαμεσολαβημένης σχέσης του πολίτη με το πολιτικό. Από πάντα ο σύγχρονος πολιτικός λόγος και δράση δημιουργούνται και λειτουργούν με αυτό το δομικό δεδομένο. Σε αυτό το σημείο παραπέμπω στoν προβληματισμό για το αν και πως νοούνται οι διαρροές στην εποχή της διαφάνειας.

Αυτό που αρχίζω να διαπιστώνω, είναι ότι οι συστημικοί παίκτες θα εξακολουθούν να κινούνται στο ίδιο πλαίσιο παρά το ότι η τάση για ανοικτή διακυβέρνηση αποκτά, αργά και με αντιστάσεις και πισωγυρίσματα, διεθνή ώθηση. Η ανοικτή διακυβέρνηση με βασικούς πυλώνες τη συμμετοχή του πολίτη στη λήψη αποφάσεων, τη διαφάνεια στην κρατική δράση, την ελεύθερη διάθεση δημόσιων δεδομένων, τη συνεργατικότητα μέσα από την αξιοποίηση της συλλογικής εφυίας και τη λογοδοσία προτάσσεται από κυβερνήσεις και ακαδημαϊκούς ως ενδεχόμενη λύση απέναντι στις ανεπάρκειες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Με όλα τα εμπόδια και τις προκλήσεις που είχα επισημάνει ένα χρόνο πρίν και ακριβώς μια μερά μετά την έναρξη της πρώτης δημόσιας ηλεκτρονικής διαβούλευσης, οι πολιτικές για την ανοικτή διακυβέρνηση αν επιδιωχθούν και προβληθούν συστηματικά μπορούν πράγματι να συμβάλουν στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ πολιτικής και πολιτών. Ακόμα, μπορούν και να βοηθήσουν ώστε όταν η Ελλάδα βγει από το τούνελ, η κατάστασή της να μοιάζει περισσότερο με το πως εξελίχθηκε η Εσθονία μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, παρά με την Γεωργία.

Δανείστηκα παραπάνω το πρόσφατο παράδειγμα του Στάθη Καλύβα με τη διαφορά ότι στη θέση της Τσεχίας αναφέρω την Εσθονία λόγω των εξαιρετικών επιδόσεων της χώρας αυτής σε θέματα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης σε επίπεδο Ε.Ε. Στην πρόσφατη ομιλία του στο TEDx Athens, ο Καλύβας τόνισε πόσο σημαντικό είναι να συνδέσουμε την έξοδό μας από την κρίση με διαδικασίες επανεκίνησης της χώρας αντί να μείνουμε παγιδευμένοι σε παρακμιακές διαδικασίες. Πρότεινε ένα αντίστροφο σχήμα μετάβασης όπου εκκινώντας από παράγοντες όπως η πολιτική αλλαγή και η μεταρρύθμιση του κράτους θα οδηγηθούμε μακροπρόθεσμα στη μεταβολή νοοτροπιών. Συμφωνώ με την διαπίστωση ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια να ξεκινήσουμε από τις αλλαγές σε παιδεία και κουλτούρα. Την ίδια στιγμή, όμως, το πολιτικό σύστημα δεν έχει την πολυτέλεια να συνεχίσει να δουλεύει σειριακά. Πρέπει γρήγορα να αναλάβει πολλές παράλληλες παρεμβάσεις σε όλα τα επίπεδα, στους θεσμούς, στην οικονομία, στην κοινωνική καθημερινότητα του πολίτη που μην ξεχνάμε ότι αυτή είναι που θα αλλάξει νοοτροπίες.

Έχω την αίσθηση ότι καμία μεταρρύθμιση του κράτους και της οικονομίας δεν θα αποδώσει αν δεν συνοδευτεί από παράλληλες ρηξικέλευθες αλλαγές στο κοινωνικό πεδίο. Η χώρα χρειάζεται επειγόντως θεσμικές καινοτομίες που θα φέρουν τους πολίτες ως ισότιμους συμμέτοχους εκεί όπου λαμβάνονται ή που καθυστερούν να ληφθούν οι αποφάσεις. Ένα παράδειγμα προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν ένας θεσμός εθελοντικής ή επαγγελματικής συμμετοχής κληρωτών πολιτών, που πληρούν τα κατάλληλα ανά περίπτωση προσόντα, σε μετακλητές θέσεις πολιτικής ευθύνης.  Ως θέσεις πολιτικής ευθύνης οριζόνται π.χ συνεργάτες υπουργών, γενικών γραμματέων, βουλευτών, κομμάτων, θέσεις σε διοικητικά συμβούλια ΝΠΙΔ.

Το πως ακριβώς θα μπορούσε να γίνει αυτό πρέπει προφανώς να γίνει αντικείμενο ευρείας διαβούλευσης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι οι ενδιαφερόμενοι πολίτες θα μπορούν να υποβάλουν βιογραφικό δηλώνοντας ενδιαφέρον για τις θέσεις που θα προκηρύσσονται ανοικτά. Θα κρίνονται με διαφανή εκ των προτέρων κριτήρια από ανεξάρτητη αρχή, όπως το ΑΣΕΠ. Όταν καταλάβουν τη θέση, θα συμμετέχουν κανονικά σαν ισότιμοι συνεργάτες, με εύλογους και ελεγχόμενους περιορισμούς. Η βασική τους διαφορά με τους άλλους συνεργάτες που θα επιλέγει το πρόσωπο ή ο φορέας θα είναι ότι οι κληρωτοί συνεργάτες θα έχουν ρόλο οιονεί εκπροσώπου της κοινωνίας των πολιτών. Συνεπώς οι κληρωτοί θα υποχρεούνται, πέρα από την τήρηση των υφιστάμενων  κανόνων δεοντολογίας, να λογοδοτούν καταγράφοντας ανοικτά και τακτικά σε διαδικτυακή πλατφόρμα θέματα που αφορούν στη θητεία τους και φυσικά στην πρόοδο των εργασιών τους. Με αυτό τον τρόπο οι συμμετέχοντες θα αποκομίσουν άποψη από πρώτο χέρι για τις προκλήσεις και τα όρια της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και θα μπορέσουν κι αυτοί να συμβάλουν με τις δυνάμεις τους. Η κοινωνία θα αρχίσει να μαθαίνει πως ασκείται η πολιτική από ανθρώπους που θα λογοδοτούν σε αυτή και θα μοιάζουν στα μάτια της με μέλη των κοινοτήτων που ενυπάρχουν στους κόλπους της και όχι με τους εξωτικούς και εσχάτως μισητούς άλλους.

Τέτοιες προτάσεις, παρόλο που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν όπως ο επιταχυντής της φωτογραφίας με επιστημονική φαντασία,  μπορούν να φέρουν μεγάλες αλλαγές. Με την εκπλήρωση μιας σειράς από άλλες γνωστές και μη προϋποθέσεις μπορούν να αναμορφώσουν ουσιαστικά τη χώρα, τους θεσμούς και τους πολίτες.