Αντιδράσεις στο κλείσιμο του MEGA – Το ίδιο λάθος με ΕΡΤ

Αποτέλεσμα εικόνας για mega

Παρατηρώ τις δημόσιες αντιδράσεις για το κλείσιμο του τηλεοπτικού σήματος του MEGA από την DIGEA. Μια έκρηξη συναισθηματισμού κυριαρχεί τις περισσότερες φορές και επιβάλει τους όρους της στην όποια συζήτηση ακολουθεί. Το ίδιο ακριβώς συνέβη με το κλείσιμο της ΕΡΤ το 2013. Αν και οι δυο περιπτώσεις διαφέρουν ωστόσο η δημόσια πρόσληψή τους ως γεγονότα έχει πολλά κοινά. Τότε ήταν οι αναφορές στον «Τσομπανάκο», σήμερα στο σήμα ειδήσεων του Μεγάλου καναλιού. Το 2013 θρηνούσαν το αρχείο της ΕΡΤ με το «Εδώ Λιλιπούπολη», τον «Μεθοριακό Σταθμό», τη «Μαντάμ Σουσού» κ.α, ενώ σήμερα τις «Τρείς Χάριτες», «Το Νησί», τους «Οι Απαράδεκτοι» κ.α.

Πολύ φοβάμαι ότι η μαζική έκλυση συναισθηματικών αντιδράσεων κατά του κλεισίματος του MEGA συντείνει στο ίδιο λάθος που συνέβη με το κλείσιμο της ΕΡΤ πριν 5 και πλέον χρόνια. Η θλίψη για την απώλεια, με όσους αστερίσκους κι αν διατυπώνεται , συμβολοποιεί το κανάλι εξιδανικεύοντάς το. Τόσο η θλίψη όσο και η ικανοποίηση κάποιων χαιρέκακων τότε και τώρα για το κλείσιμο τηλεοπτικών σταθμών αποπροσανατολίζουν τη δημόσια συζήτηση. Αυτός ο αποπροσανατολισμός της πραγματικής συζήτησης για το παρόν και το μέλλον της δημόσιας και ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης έχει τεράστιες πολιτικές συνέπειες. Και δεν είναι ορατός μόνο σε αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και σε έρευνες εταιριών δημοσκόπησης για λογαριασμό διαδικτυακών μέσων όπως εδώ όπου μετράται το πως νιώθει ο κόσμος για το κλείσιμο και όχι το τι σκέφτεται. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι πιθανές απαντήσεις περιέχουν την ικανοποίηση, την απογοήτευση και την αδιαφορία αλλά όχι και τον προβληματισμό.

Το πραγματικό ερώτημα είναι «Τι είδους ραδιοτηλεόραση είχαμε, τι έχουμε σήμερα και τι θέλουμε να έχουμε σε ένα περιβάλλον που μεταβάλει ραγδαία η τεχνολογία;». Ο χώρος για μια τέτοια συζήτηση συρρικνώνεται σε ασφυκτικά όρια από την κυριαρχία συναισθημάτων τα οποία συχνά φέρουν πολιτικές συνδηλώσεις. Κάπως έτσι το ζητούμενο για την πολιτική εξουσία του μέλλοντος περιορίζεται δραματικά σε κάτι που εύκολα μπορεί να ερμηνεύσει στα μέτρα που εξυπηρετούν στενές κομματικές επιδιώξεις. Θυμηθείτε λίγο το προεκλογικό σπότ του ΣΥΡΙΖΑ για το χαμένο σήμα της ΕΡΤ. Για άλλη μια φορά το υφέρπον αίτημα είναι η αποκατάσταση μιας τραυματικής απώλειας. Δεν είναι ούτε η εξυγίανση ούτε ο εκσυγχρονισμός του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου.

Advertisements

Βρείτε δεδομένα και βγάλτε τους μάτια

Αποτέλεσμα εικόνας για research

Πηγή: https://www.lucidchart.com

Ο τίτλος αυτού του σύντομου ποστ προέκυψε από μια αποστροφή του λόγου στην ομιλία που έκανα για τα ανοιχτά δεδομένα και τη δημοσιογραφία σε μεταπτυχιακούς φοιτητές του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μετά από πρόσκληση της επίκουρης καθηγήτριας Ιωάννας Κωσταρέλλα. Στην παρουσίαση που ακολουθεί μπορείτε να δείτε τα θέματα στα οποία αναφέρθηκα.

Η ιδέα της δημοσιογραφίας δεδομένων δεν είναι τόσο νέα όσο ακούγεται. Ο Guardian αναφέρει ότι καταγράφει ιστορίες δημοσιογραφίας δεδομένων από το 1821. Σήμερα η χρήση δεδομένων στη δημοσιογραφία είναι αρκετά συχνό φαινόμενο για την πλειονότητα των παραδοσιακών και ψηφιακών μέσων καθώς παρουσιάζουν τέτοια θέματα περισσότερες από δυο φορές την εβδομάδα. Ο ανταγωνισμός για την πιο ελκυστική και κατατοπιστική απεικόνιση είναι μεγάλος ενώ έχει θεσπιστεί διεθνής διαγωνισμός και βραβεία για τις καλύτερες προσπάθειες αυτής της κατηγορίας δημοσιογραφίας.

Μπορεί ένας μεμονωμένος ή μια μικρή ομάδα δημοσιογράφων χωρίς πλούσιους πόρους να παρουσιάσει ιστορίες και ειδήσεις με χρήση δεδομένων; Η απάντηση είναι θετική αν υπάρχει σχέδιο και στρατηγική. Σχέδιο για την αναζήτηση και εντοπισμό συνόλων δεδομένων για το υπο διερεύνηση θέμα από κυβερνητικές και δημόσιες υπηρεσίες. Στρατηγική για την υπέρβαση των δυσκολιών και για την ανάπτυξη βασικών δεξιοτήτων επεξεργασίας, καθαρίσματος, ανάλυσης, παρουσίασης, οπτικοποίησης και δημοσίευσης ιστοριών με δεδομένα που διαπερνούν με την ουσία τους την επιφανειακή προσοχή του κοινού και προκαλούν συζήτηση που διαρκεί στο χρόνο.

Στη χώρα μας η συζήτηση για τη δημοσιογραφία δεδομένων είναι μάλλον περιορισμένη. Πολύ θα ήθελα η πραγματικότητα να με διαψεύσει και να υπάρχουν ήδη ή να καθιερωθούν σύντομα μόνιμες ομάδες δεδομένων στα ΜΜΕ. Προς το παρόν συζήτηση και δράσεις προκαλούνται μόνο από οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών όπως το Ίδρυμα Ανοιχτής Γνώσης Ελλάδας όπου μετέφρασε το σχετικό εγχειρίδιο και έκανε και σχολεία και η Διανέοσις η οποία όχι μόνο παρουσίασε το θέμα αλλά εξηγεί πως εφαρμόζει η ίδια – αν και μη δημοσιογραφικός οργανισμός- τις σχετικές αρχές παρέχοντας τα πλήρη σύνολα δεδομένων των ερευνών της.

 

 

Η απατηλή γοητεία του αντιΣΥΡΙΖΑ porn

outrage1

Τον τελευταίο καιρό ακούμε επιχειρήματα ενάντια σε μια μόδα που προσλαμβάνει διαστάσεις μαζικής υστερίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αναφέρομαι στην τάση περιγραφής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με τα μελανότερα δυνατά χρώματα. Σύμφωνα με τις σχετικά ηπιότερες περιγραφές -γιατί γράφονται και τέρατα- ο ΣΥΡΙΖΑ απεργάζεται συστηματικά την κατάλυση του κράτους δικαίου. Ενορχηστρώνει μεθοδικά την εγκαθίδρυση αυταρχικού καθεστώτος. Αποτελείται από αμετανόητους νεο-κρυφο-παλαιο ή σκέτο κομμουνιστές, οι οποίοι επιχειρούν συνειδητά να αποσχίσουν την Ελλάδα από το δυτικό σύστημα διεθνούς συνεργασίας και να τη μετατρέψουν σε ένα υβρίδιο ανατολικο-λατινο-πρωηνσοβιετικής λαϊκής δημοκρατίας της νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η πρώτη προτεραιότητα κάθε δημοκρατικού πολίτη οφείλει να είναι η ταχύτερη δυνατή πτώση της κυβέρνησης. Μόνο η διαρκής καταγγελία των βλαβών που προκαλεί κάθε επιπλέον ημέρα παραμονής της στην εξουσία θεωρείται ότι εξυπηρετεί το στόχο της πτώσης. Η στήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης προβάλει ως η μόνη και συχνά αναντίρρητη προοπτική. Κάθε άλλη προτεραιότητα, όπως για παράδειγμα η οικοδόμηση του Κινήματος Αλλαγής με διακριτή πρόταση απέναντι στον μικρό δικομματισμό, στιγματίζεται ως ανεπαρκής και ανεπίκαιρη απέναντι στη μεγάλη ιδέα της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ.

Δυο πρόσφατα άρθρα, του Ν. Μαραντζίδη εδώ και του Ξ. Κοντιάδη εδώ, απαντούν στη μόδα δαιμονοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ. Μέσα από το πρίσμα της πολιτικής ανάλυσης εξηγούν το εσφαλμένο της τακτικής. Ο μεν Μαραντζίδης δίνει έμφαση στις παθογένειες της τακτικής του “να φύγουν αυτοί και θα τα βρούμε”. Ενώ ο Κοντιάδης καταλήγει ότι η πόλωση της δαιμονοποίησης έχει τα αντίθετα αποτελέσματα, αφού η κυβέρνηση τρέφεται από τα υλικά της. Οι αναλύσεις αυτές είναι βάσιμες και αρκετά πειστικές. Ωστόσο, αρκετά ερωτήματα παραμένουν. Τι είναι αυτό που κάνει την υπερβολική αγανάκτηση για τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ελκυστική στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε αρκετά ΜΜΕ; Γιατί οι αγανακτισμένοι δεν απαιτούν μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας η οποία θα λυτρώσει τη χώρα από τα δαιμόνια που την κατατρέχουν;

Αισθάνομαι ότι πρέπει να αναζητήσουμε βοήθεια από την κοινωνική ψυχολογία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για να απαντήσουμε. Η χώρα συμπληρώνει δεκαετία σε καθεστώς οικονομικής κρίσης χωρίς να είναι καθόλου ορατή στον μελλοντικό ορίζοντα η περίοδος που πολλές νέες δουλειές θα δημιουργηθούν, που οι επιχειρήσεις δεν θα αντιμετωπίζονται με φορολογική εχθρότητα, που η εργασία όλων θα ανταμείβεται δίκαια, που οι θεσμοί θα κερδίσουν ξανά την εμπιστοσύνη των πολλών. Το φταίξιμο για αυτή την κατάσταση πρέπει να επιμεριστεί στις κυβερνήσεις της τελευταίας εικοσαετίας αναλογικά με τα επίσημα στοιχεία απολογισμού των πεπραγμένων και των παραλείψεών τους. Ωστόσο, η ευθύνη να σκεφτούμε, να διαμορφώσουμε, να επιλέξουμε και εν τέλει να υλοποιήσουμε το σχέδιο που πραγματικά θα μας βγάλει από την κρίση δεν ανήκει μόνο στους εκάστοτε κυβερνώντες. Ανήκει πρωτίστως στις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις και σε κάθε πολίτη που θέλει να αλλάξει τη μοίρα του.

Η σημερινή κυβέρνηση έχει αποτύχει παταγωδώς στην εκπλήρωση των προσδοκιών και των εξαγγελιών της. Αυτά μπόρεσε κι αυτά έπραξε. Το φταίξιμο της αποτυχίας είναι όλο δικό της. Η αποτυχία θα την ακολουθεί και όταν θα έχει πια παραδώσει την ευθύνη της διακυβέρνησης. Όμως, η αλλαγή της χώρας προς το καλύτερο δεν είναι αποκλειστική υπόθεση της εκάστοτε εν ενεργεία κυβέρνησης. Μεγάλη ευθύνη έχουν και οι υπόλοιπες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, τα ΜΜΕ και οι πολίτες που πλέον έχουν φωνή στο επιδραστικό πεδίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Και εδώ υπάρχει ένα λεπτό σημείο. Όποιοι ζωγραφίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ με τα μελανότερα χρώματα δεν εστιάζουν την κριτική τους μόνο σε κάποια συγκεκριμένη αποτυχία. Φυσικά και έχουν ως αφορμή μια πράξη ή ένα γεγονός. Αλλά μεταφέρουν το φταίξιμο για όλα τα μελλοντικά δεινά, που κατά τις εκτιμήσεις τους θα συμβούν στο μέλλον και με άλλες κυβερνήσεις, ξανά πίσω στο κόμμα βελζεβούλ.

Το αντιΣΥΡΙΖΑ porn στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει γίνει μόδα. Σαν είδος περιεχομένου το αντιΣΥΡΙΖΑ porn είναι μια ειδική κατηγορία του outrage porn. Η συνταγή είναι απλή, το μοτίβο επαναλαμβανόμενο και ο τόνος  κλιμακώνεται. Μια απόφαση ή δήλωση μέλους της κυβέρνησης προσβάλει κάποιους. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και κάποια ΜΜΕ ξεκινάει ένα γαϊτανάκι θυματοποίησης ολόκληρης της χώρας σαν να έχει πέσει στα νύχια μοχθηρού θηρίου. Σε συνθήκες ακραίας πόλωσης οι λέξεις δημιουργούν δύο φανταστικούς, αντιπαρατιθέμενους κόσμους. Από τη μια μεριά οι σατανάδες του ΣΥΡΙΖΑ και από την άλλη τα θύματά τους σε θέση άμυνας να υπερασπίζονται τον δίκαιο αγώνα για την πτώση του. Αυτή η σκιαμαχία προσφέρει την πρόσκαιρη ευχαρίστηση της ηθικής αγανάκτησης και ικανοποίησης σε όσους επιδίδονται σε τέτοιες δραστηριότητες. Όμως η γοητεία του αντιΣΥΡΙΖΑ porn είναι απατηλή για δυο λόγους: α) επειδή η θυματοποίηση της χώρας και των πολιτών της αποσπά την προσοχή από τα πραγματικά τους προβλήματα και β) επειδή συντελεί στην αποποίηση της ευθύνης που έχουμε όλοι (κόμματα, επιχειρήσεις, οργανισμοί, πολίτες) για τη συζήτηση, τη διαμόρφωση, την επιλογή και την υλοποίηση της πορείας εξόδου από το καθεστώς της πολύπλευρης κρίσης.

Δεν είναι το Facebook ηλίθιε

Συζητάμε για την κρίση της πολιτικής, της αντιπροσώπευσης και εν τέλει της δημοκρατίας τουλάχιστον τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Οι αρχικές ενδείξεις έγιναν επίμονες τάσεις που πλέον παγιώθηκαν ως συνθήκες πεισματικές και αμετάβλητες. Η άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν έχει χάσει την αξιακή αίγλη που κάποιοι έλπιζαν ότι θα διατηρούσε. Πολλοί συμπολίτες μας αντιμετωπίζουν την ημέρα των εκλογών σαν μια οποιαδήποτε άλλη ημέρα της ζωής τους προτιμώντας να την αφιερώσουν σε οτιδήποτε θεωρούν ότι θα έχει μεγαλύτερο όφελος και μικρότερη ζημιά από την προσέλευση στο εκλογικό κέντρο και την επιλογή εντός του παραβάν. Τα μέλη των κομμάτων ολοένα μειώνονται. Για να επιθυμείς να είσαι ενεργό μέλος κάποιου κόμματος πρέπει είτε να ανήκεις σε κάποια ελίτ που εύκολα αναγνωρίζει τα οφέλη αυτής της συμμετοχής ή να διατηρείς σχετικές προσδοκίες ότι σύντομα μπορείς κι εσύ να γίνεις μέλος της.

Real Democracy Now

¡Democracia Real YA! (‘Real Democracy Now’) poster by the Mexican art collective Lapiztola Stencil. Rosario Martínez Llaguno and Roberto Vega Jiménez. Πηγή: http://theconversation.com/the-end-of-representative-politics-41997

Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς διακυβέρνησης αποκτά πλανητική διάσταση όπως φαίνεται σε πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ. Ειδικά στην Ελλάδα της μίζερης οικονομικής πολιτικής των μνημονίων τα αποτελέσματα είναι οικτρά. Μόλις ένας στους 10 πολίτες εμπιστεύεται την κυβέρνηση. Όσο σε αυτό το περιβάλλον έρχονται να προστεθούν σκάνδαλα κατάχρησης προνομίων και δημοσίου χρήματος και αποκαλύψεις αθέμιτων τακτικών χειραγώγησης των πολιτών, τόσο βαθαίνει το ρήγμα ανάμεσα στα άτομα, που απεκδύονται το ρόλο του πολίτη, και την πολιτεία εντός της οποίας διαβιούν σε καθεστώς πολιτικής αποξένωσης.

Πρόσφατο παράδειγμα η αποκάλυψη του Channel 4 στη Μεγάλη Βρετανία για τις πρακτικές της Cabridge Analytica. Μιας εταιρίας που παρέχει υπηρεσίες τεχνολογίας και πολιτικού marketing. Η εν λόγω εταιρία έπαιξε ρόλο τόσο στην επικράτηση του Τράμπ το 2016 όσο και στην επιρροή εκλογικών αποτελεσμάτων υπέρ κομμάτων και υποψηφίων σε αρκετές χώρες.  Τόσο αθέμιτα και κυνικά ήταν τα μέσα που αποκαλύφθηκε ότι χρησιμοποιούν που θα λέγαμε ότι ανήκουν στη σφαίρα σεναριακής φαντασίας για αμερικάνικη τηλεοπτική σειρά. Συμβαίνoυν όμως στην πραγματικότητα. Είδαμε υψηλόβαθμα στελέχη της εταιρίας να αναφέρουν ότι “η εκλογική μάχη καλό είναι να δίνεται στο πεδίο των συναισθημάτων και όχι των γεγονότων” ενώ λίγο μετά εκθέτουν πιο προηγμένες υπηρεσίες τους όπως το στήσιμο κατασκευασμένων ιστοριών που, με τη συνδρομή πρώην πρακτόρων που εργάζονται για λογαριασμό της εταιρίας, εμπλέκουν πολιτικούς αντιπάλους των πελατών τους σε σεξουαλικά σκάνδαλα.
Αν εξετάσει κανείς μεμονωμένα αυτές τις τεχνικές θα διαπιστώσει ότι δεν είναι όλες καινοφανείς.  Πράγματι, οι τεχνικές του microtargeting στην εκλογική πολιτική επικοινωνία έχουν ιστορία σχεδόν δυο δεκαετιών. Επίσης πολλά έχουν γραφτεί, με επαινετική συχνά διάθεση, για την καινοτομική αξιοποίηση βάσεων δεδομένων από ποικίλες πηγές σε συνδυασμό με το facebook από το πολυσυζητημένο επιτελείο του Obama στην καμπάνια επανεκλογής του το 2012. Ωστόσο, αυτή τη φορά φαίνεται πως συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Το θεμέλιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, οι ελεύθερες εκλογές, εξευτελίζεται στα μάτια μιας πολιτικά απογοητευμένης κοινής γνώμης από το χρήμα που τζογάρει στο φόβο και αγοράζει τις πιο σκοτεινές κι αθέμιτες τακτικές.

Να το πούμε αλλιώς. Μετά την εμπειρία του 2012, η προτροπή “Κάνε το όπως ο Ομπάμα” σήμαινε τη δημιουργία μιας κεντρικής βάσης δεδομένων με όλα τα στοιχεία των ψηφοφόρων και διασπορά προσωποποιημένων μηνυμάτων από επιδραστικά άτομα στο κοινωνικό δίκτυο των φίλων τους. Μετά την εμπειρία του 2016, το “Κάνε το όπως ο Τράμπ” σημαίνει να ανακαλύψεις τι φοβίζει τον κόσμο, να κατασκευάσεις ψευδείς ειδήσεις και ιστορίες και να τις διαδόσεις στους ανθρώπους που είναι περισσότερο πιθανό να επηρεαστούν. Μέσα σε λίγα χρόνια η υπόσχεση αναμόρφωσης της δημοκρατικής πολιτικής από τις νέες τεχνολογίες φαίνεται να διανύει την απόσταση από τον ανταγωνισμό για το ποιος θα κατακτήσει της κορυφής στον διαγκωνισμό για το ποιος θα κυλίσει καλύτερα στο βούρκο.  

Το ζήτημα δεν είναι τόσο τεχνολογικό όσο λέγεται. Όπως έχουμε πει ξανά οι τεχνολογίες δεν είναι ουδέτερες. Σχεδιάζονται μέσα σε συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο για να λειτουργούν προς την επίτευξη σκοπών που το αναπαράγουν. Ο Mark Zuckerberg θα αλλάξει το επιχειρηματικό μοντέλο της Facebook, και τις τεχνολογίες που το υποστηρίζουν, αν και μόνο αν το κόστος σε κέρδη και φήμη από υποθέσεις όπως της Cabridge Analytica υπερβαίνει το όφελος του να συνεχίσει στην ίδια πορεία με οριακές βελτιώσεις και καμία ανάρτηση συγνώμης. Τις παθογένειες της σύγχρονης δημοκρατίας δεν μπορεί να τις λύσει καμία εταιρία, ίσως και κανένα κράτος όσο ισχυρό, από μόνα τους. Απαιτείται συνέγερση ευρύτερων οντοτήτων και άρθρωση ρηξικέλευθων επιλογών για το μέλλον της οικονομίας, της πολιτικής, της εργασίας, του τρόπου που ζούμε στον πλανήτη.

Το ζήτημα είναι πολιτικό και κοινωνικό μαζί. Το αίτημα για τις προοδευτικές δυνάμεις του κόσμου δεν είναι να εκμεταλλευτούμε εμείς, καλύτερα και πιο σκοτεινά από τους άλλους, για χάρη των δικών μας σκοπών και υποψηφίων τα δεδομένα του καθε Facebook. Είναι να βρούμε τον τρόπο να σχεδιάσουμε πολιτικά συστήματα και θεσμούς σε αντιστοιχία με τον 21ο αιώνα και όσα επιτάσσει η 4η βιομηχανική επανάσταση γιατί αυτά που κουβαλάμε από τον 18ο τελούν υπό κατάρρευση. Είναι βαθιά προβληματικό τα θεμέλια της σύγχρονης δημοκρατικής διακυβέρνησης να παραμένουν ίδια και απαράλλαχτα με τις ανάγκες της εποχής που πολλοί πολίτες μπορεί να μην είχαν δει ούτε ζωγραφιστό τον κυβερνήτη τους ή να χρειάζονταν μέρες ταξίδι για να τον δουν από απόσταση, με την εποχή που μπορούν να του απευθύνουν προσωπικό μήνυμα σε δευτερόλεπτα. Κι όμως η λαϊκή κυριαρχία ασκείται μέσω των εκλογών μόνο κάθε 4 ή 5 χρόνια. Ως αποτέλεσμα όλος ο πολιτικός, μηντιακός και οικονομικός ανταγωνισμός συγκεντρώνει τις δυνάμεις του στο σκοπό του να επηρεάσει εκείνη την ημέρα. Και αυτό είναι και θα είναι και στο μέλλον εύκολο να γίνει αν οι δημοκρατικές εκλογές δεν επανακατανεμηθούν στον χώρο και στο χρόνο στη βάση ενός νέου δικτυακού μοντέλου που θα εμπλέκει καθημερινά τους πολλούς. 

 

 

Ο Μπαράκ Ομπάμα στην Ελλάδα: Ένας προσωπικός απολογισμός.

Ας μου επιτραπεί ένας άλλου τύπου απολογισμός της οκταετούς θητείας του Μπαράκ Ομπάμα στο πιο ισχυρό πολιτικό αξίωμα του πλανήτη. Θα κάνω ένα προσωπικό και σε μεγάλο βαθμό συντεχνιακό απολογισμό της πολύπλευρης επίδρασης του χαρισματικού αυτού παγκόσμιου ηγέτη. Άκουσα πρώτη φορά για τον απερχόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2007, όταν ως Γερουσιαστής του Ιλινόι συνέστησε διερευνητική επιτροπή για την εκδήλωση της πρόθεσης να είναι υποψήφιος για το χρίσμα των δημοκρατικών στην προεδρική εκλογή του επόμενου έτους. Ανακοίνωσε τη βούληση να διεκδικήσει το χρίσμα με ένα βιντεάκι πρώτα στο YouTube. Ακόμα θυμάμαι τη στιγμή που το παρακολούθησα. Είχα μείνει έκθαμβος. Ένας πανελλαδικά άγνωστος νέος αφροαμερικανός αντί να καλέσει κάποιο κανάλι, επέλεξε να χρησιμοποιήσει ένα ανερχόμενο μέσο κοινωνικής δικτύωσης για να δημοσιοποιήσει τη σημαντικότερη είδηση της έως τότε καριέρας του. Το μέσο ήταν για άλλη μια φορά το μήνυμα. Ο λόγος που εξέπεμπε ενσωμάτωσε ένα αίτημα ανανέωσης κι αλλαγής του πολιτικού παραδείγματος και του περιεχομένου της πολιτικής. Ο συνδυασμός επιλογής μέσου κι ενός λόγου φρέσκου, αιχμηρού και με βαθιές πεποιθήσεις με έκανε να αρχίζω να παρακολουθώ τις επόμενες κινήσεις του αναφέροντας στο μπλόγκ μου ό,τι έβρισκα ενδιαφέρον.

barack

Η καμπάνια του Ομπάμα για την προεδρία το 2008 άλλαξε μια για πάντα της θέση των τεχνολογιών του διαδικτύου στους κανόνες της πολιτικής επικοινωνίας. Αμφισβήτησε στην πράξη την πρωτοκαθεδρία της τηλεόρασης. Αξιοποίησε τη δύναμη των κοινωνικών δικτύων κι έδωσε ρόλο και λόγο στους πολλούς υποστηρικτές από τη βάση.Έδειξε πως ο κεντρικός σχεδιασμός της επικοινωνιακής στρατηγικής μπορεί να συνδυαστεί με τη μερική απώλεια κεντρικού ελέγχου του μηνύματος που συνεπάγεται το άνοιγμα στο από τη φύση του αποκεντρωμένο διαδίκτυο. Στις ελληνικές εκλογές του Σεμπτεμβρίου του 2007, ένα χρόνο πριν την εμβληματική καμπάνια Yes We Can του 2008, οι όροι της προεκλογικής πολιτικής επικοινωνίας υπαγόρευαν μια επιφυλακτική κι αμήχανη στάση απέναντι στο διαδίκτυο. Τότε δίναμε πραγματικό αγώνα στην ομάδα Πληροφορικής και Νέων Τεχνολογιών του ΠΑΣΟΚ για τη διεκδίκηση πόρων και μεγαλύτερου ρόλου για το διαδίκτυο στην προεκλογική εκστρατεία. Τίποτα απο αυτά που σήμερα βλέπετε κάθε μέρα στις σελίδες των κομμάτων στο facebook  και το twitter δεν ήταν αυτονόητο τότε. Απεναντίας, για όλα ήθελες έγκριση από τον ίδιο τον υπεύθυνο του εκλογικού αγώνα. Έπρεπε να πάω με το λάπτοπ στο γραφείο του Λαλιώτη να εγκρίνει τα διαφημιστικά μπάνερ που θα έπαιζαν σε πολυσύχναστα portals κι εφημερίδες παρά το ότι ήταν ήδη συμφωνημένο ότι θα ακολουθούσαν πιστά την αισθητική και το μήνυμα που χαράχτηκε κεντρικά.

Πολλά άλλαξαν στις επόμενες εθνικές εκλογές, το 2009, κι αφού είχε προηγηθεί ο Ομπάμα το 2008. Ο τομέας επικοινωνίας του κόμματος και η ομάδα νέων τεχνολογιών στελεχώθηκαν με νέους και διαδικτυακά ικανούς ανθρώπους. Είχαν πλέον κάποιους πόρους και – το σημαντικότερο όλων –  την ίδια εντολή με πολλά άλλα κομματικά επιτελεία ανά τον κόσμο. «Κάντε το όπως ο Ομπάμα». Εντάξει, δεν είχαμε στις τάξεις μας στελέχη που εργάζονταν στην Google και το Facebook για να φτιάξουμε τα campaign engines και τα Dashboards του Ομπάμα. Πειραματιστήκαμε όμως αρκετά. Ανανεώσαμε τη διαδικτυακή εικόνα του κόμματος. Ενδυναμώσαμε με οδηγίες και εργαλεία εκλογικού αγώνα στελέχη σε όλη την Ελλάδα. Καλλιεργήσαμε κοινότητες εθελοντών. Δημιουργήσαμε μέσα από ανοικτά διαδικτυακά καλέσματα ομάδες εργασίας για την περαιτέρω επεξεργασία πολιτικών προτάσεων για το κυβερνητικό έργο στον τομέα της διαφάνειας. Τη βραδυά των εκλογών οι εκλογικοί αντιπρόσωποι έστελναν άμεσα από δική μας εφαρμογή για κινητά τα αποτελέσματα από τα εκλογικά κέντρα και έτσι είχαμε απο νωρίς εικόνα για τη διαφορά των 10 μονάδων που τα περισσότερα exit polls δεν προέβλεψαν.

Η πρώτη πράξη του Ομπάμα μόλις μπήκε επίσημα ως πρόεδρος στον Λευκό Οίκο στις αρχές του 2009 είχε τεράστιο συμβολισμό και διεθνή απήχηση. Εξέδωσε την Οδηγία για τη Διαφάνεια και την Ανοικτή Διακυβέρνηση προς όλους τους επικεφαλείς των δημόσιων υπηρεσιών.

Η κυβέρνησή μου δεσμεύεται να δημιουργήσει ένα επίπεδο ανοιχτότητας στη διακυβέρνηση που να μην έχει προηγούμενο. Θα εργαστούμε μαζί για τη διασφάλιση της δημόσιας εμπιστοσύνης και την καθιέρωση ενός συστήματος διαφάνειας, δημόσιας συμμετοχής και συνεργασίας. Η Ανοιχτότητα θα ισχυροποιήσει τη δημοκρατία μας και θα προάγει την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης.

Δυο μόλις μήνες μετά, στα τέλη Μαρτίου του 2009 όπως έχω γράψει ξανά, καταχωρήσαμε το όνομα χώρου opengov.gr για να το χρησιμοποιήσουμε για τις πολιτικές ανοικτής διακυβέρνησης  από τις πρώτες κιόλας ώρες μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009. Το Σεπτέμβριο του 2011 στο περιθώριο διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών ιδρύθηκε η Συμμαχία για την Ανοικτή Διακυβέρνηση. Μια παγκόσμια πολυμερής πρωτοβουλία 70 κρατών και των αντίστοιχων τοπικών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών με στόχο την προώθηση της διαφάνειας, την ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών, την καταπολέμηση της διαφθοράς και την αξιοποίηση των τεχνολογικών καινοτομιών για τη βελτίωση της διακυβέρνησης. Αν στη σημερινή Ελλάδα έχει κάπως διασωθεί η ατζέντα και η κουβέντα για την ανοικτή διακυβέρνηση αυτό οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη συμμετοχή της Ελλάδας στην OGP από το 2012, στην ανάληψη αυτοδεσμεύσεων σε διετή σχέδια δράσης που αυτή συνεπάγεται, και φυσικά στο πλαίσιο συνεργασίας που ενθαρρύνει η OGP μεταξύ στελεχών της κυβέρνησης, της δημόσιας διοίκησης και κάθε είδους ενδιαφερόμενων από την κοινωνία των πολιτών.

Είναι όλα ρόδινα και άμεμπτα στη θητεία Ομπάμα; Όχι βέβαια. Κοιτάζοντας μακροσκοπικά τα δεδομένα της συνολικής εικόνας, η Αμερική που παραδίδει στον Τράμπ είναι καλύτερη από εκείνη που παρέλαβε ο ίδιος από τον Μπους το νεώτερο. Ωστόσο, στη μικρή κλίμακα όπως είναι η πολιτική για την ανοικτή διακυβέρνηση, παρά τη μεγάλη κληρονομιά, τις καλές πρακτικές, τη διεθνή διάχυση των εννοιών της ανοιχτότητας δεν θα ήταν και τόσο άδικο να πω ότι σε όρους ουσιαστικής επίδρασης στην πραγματική ζωή των πολιτών πέρασε κάτω από τον πήχυ των φιλόδοξων αρχικών προσδοκιών που με τόσο πάθος και πεποίθηση δημιούργησε και ενέπνευσε ο ίδιος στα πρώτα του βήματα. Αρκεί να θέσουμε σε οποιοδήποτε πολίτη το ερώτημα: «Έχεις πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειάζεσαι για να συμμετέχεις ενεργά στη διαμόρφωση των αποφάσεων που σε αφορούν και η συμμετοχή σου αυτή να λαμβάνεται υπόψη από τους ασκούντες την εξουσία;». Οι απαντήσεις δεν θα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές και αυτό οφείλεται στους στόχους που έχουν οι σχεδιαστικές προδιαγραφές των εφαρμογών ανοικτής διακυβέρνησης. Το «ξέπλυμα του ανοικτού – open washing», δηλαδή ο βαυκαλισμός πολιτικών  περιορισμένης φιλοδοξίας με το επίχρισμα των, υποτίθεται αξιακά ουδέτερων, εννοιών της διαφάνειας και της συμμετοχής, είναι ότι χειρότερο μπορεί να συμβεί στην προσπάθεια για αποτελεσματική και αποδοτική δημοκρατία. Η κληρονομιά Ομπάμα είναι μεγάλη και οι αδυναμίες της χτυπητές. Αν είναι ιάσιμες θα το δούμε.

Η διάκριση Ανοικτού – Κλειστού: Προς ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο

Το βιβλίο του  Alec Ross The Industries of the Future το έχω ήδη κατεβάσει ως δείγμα  στο Kindle και προτίθεμαι σύντομα να το αγοράσω. Παρακολούθησα μια πρόσφατη ομιλία του σε εκδήλωση του Knight Foundation. Ήταν μια παρουσίαση του βιβλίου του προσαρμοσμένη στο κοινό της εκδήλωσης που αποτελούνταν από τοπικές δημοσιογραφικές ομάδες. Το κεντρικό του μήνυμα προς αυτό το κοινό ήταν ότι παρά τον ξέφρενο ρυθμό της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής επανάστασης, η εστίαση για τις καινοτομίες του μέλλοντος πρέπει να ξεκινά από τις μικρές κοινότητες. Συγκεκριμένα τόνισε ότι από σήμερα έως το 2025 υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ για:

  1. Δημοσιογραφία υψηλής ποιότητας
  2. Ενημερωμένο κοινό
  3. Ενεργή κοινωνία πολιτών

Όσα είπε ο Alec Ross ενδιαφέρουν πολλούς περισσότερους από το κοινό  εκείνης της αίθουσας. Πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς, αφού πρόκειται για έναν εξαιρετικά επιδραστικό διανοητή με πλούσιες παραστάσεις. Ήταν υπεύθυνος για την πολιτική τεχνολογικής καινοτομίας της καμπάνιας του Ομπάμα το 2008, ενω αργότερα ανέλαβε θέση συμβούλου καινοτομίας της Χίλαρι Κλίντον όσο ήταν υπουργός εξωτερικών. Τα σημεία της ομιλίας του που σταχυολογώ σε αυτό το ποστ ενδιαφέρουν πολιτικούς ηγέτες (ήδη ο Ματέο Ρέντζι έκανε αναφορά σε ομιλία του), συμβούλους πολιτικής, τεχνοκράτες, επικεφαλείς επιχειρήσεων, ηγέτες της κοινωνίας των πολιτών κλπ.

Πρώτα απ’ όλα είναι απαραίτητο να αντιληφθεί κανείς την κλίμακα της ψηφιοποίησης των πάντων. Το 90% της παγκόσμιας πληροφορίας δημιουργήθηκε μόλις τα τελευταία 2 χρόνια. Με άλλα λόγια το σύνολο της πληροφορίας που δημιουργήθηκε σε αυτόν τον πλανήτη από την εποχή των σπηλαίων έως το 2013, παράγεται πλέον κάθε δύο χρόνια. Σήμερα υπάρχουν 14 δις συνδεδεμένες στο διαδίκτυο συσκευές (υπολογιστές, ταμπλέτες, τηλεοράσεις, κινητά κλπ). Σε λίγα χρόνια, το 2020 θα κυκλοφορούν 40 δις τέτοιες συσκευές. Τα ρομπότ των κόμικς και των παιδικών σειρών της δεκαετίας του 80, το 2020 θα είναι πραγματικότητα. Μπορεί να νομίζουμε ότι ένα ρομπότ θα είναι ένα μάλλον ακοινώνητο, αδέξιο έως σκουντούφλικο πλάσμα, αλλά με την εξέλιξη των αισθητήτων και της cloud ρομποτικής σε λίγα χρόνια θα μπορεί να μπαίνει σε μια γεμάτη αίθουσα και να εντοπίζει που βρίσκεται το άδειο κάθισμα για να κάτσει.

Οι συνέπειες της αλματώδους εξέλιξης της ρομποτικής στις εργασιακές σχέσεις δεν περιμένουν σε ένα ακαθόριστο μέλλον. Βρίσκονται ήδη εδώ. Πρόσφατα η Foxconn, μια εταιρία με 900.000 υπαλλήλους και μεγαλύτερους πελάτες την Apple και τη Samsung, απέλυσε 60.000 εργαζόμενους για να τους αντικαταστήσει με ρομπότ. Είναι προφανές, έχει άλλωστε διαφανεί πολύ πριν από την παραπάνω εξέλιξη, ότι διαμορφώνεται μια νεα ισορροπία περί τα εργασιακά. Πλέον οι θέσεις που κινδυνεύουν λιγότερο είναι όσες έχουν κύριο αντικείμενο τη γνώση χωρίς όμως επαναλαμβανόμενη ρουτίνα.

Στα επόμενα δέκα χρόνια, έως το 2025, η ισχυρή τεχνητή νοημοσύνη σε συνδυασμό με την ρομποτική θα ασκήσουν σημαντική επίδραση στο βιοτικό επίπεδο της μεσαίας τάξης. Σε αυτό το περιβάλλον προκλήσεων, είναι σημαντικό για όλους (πολιτικούς ηγέτες, επιχειρηματίες, στελέχη της κοινωνίας πολιτών) να αντιληφθούν ότι καλούνται να δώσουν τις μάχες του αύριο και όχι του χθές. Σε πολιτικό επίπεδο, όμως, παρατηρείται μια αμοιβαία ριζισπαστικοποίηση τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Αυτή η πολιτική αντίδραση, τουλάχιστον για τις ΗΠΑ, αντανακλά τις ανησυχίες του Αμερικανού της μεσαίας τάξης για το μισθό, την ασφάλιση και τα όποια κεκτημένα νιώθει να απειλούνται από την παγκοσμιοποίηση και θέλει να τα διαφυλάξει.

Ο Alec Ross είναι απολύτως σαφής στο ότι η διάκριση Αριστερά – Δεξιά ανήκει πια στο παρελθόν. Τον 21ο αιώνα η νέα διάκριση είναι Ανοικτό – Κλειστό. Η καινοτομία και η ευημερία έχουν την τάση να συγκεντρώνονται στα κράτη και τις κοινωνίες που είναι Ανοικτά. Ανοικτό σημαίνει πολλά. Πρωτίστως σημαίνει οικονομική κινητικότητα και εγγυήσεις επιτυχίας και ευημερίας για όλους και όχι μόνο για τις κάθε είδους ελίτ. Σημαίνει ανοικτούς θεσμούς, δικαιώματα γυναικών, εθνικών, θρησκευτικών, σεξουαλικών μειονοτήτων.

Γυρίζοντας στα χρόνια της δουλειάς του για το State Department όλο τον κόσμο, o Ross διαβλέπει ότι ανάμεσα στους νέους 20ρηδες και 30ρηδες υπάρχει μια κουλτούρα συναίνεσης για τη σπουδαιότητα των αξιών της ανοικτότητας. Οι νέοι αυτοί επιλέγουν τη χώρα όπου θα ασκήσουν το επάγγελμά τους ανάλογα με το πόσο φιλική είναι στην ανοικτή καινοτομία.

Το ερώτημα προκύπτει αβίαστα σε αυτό το περιβάλλον. Τί να κάνουμε; Ο Ross μας προτρέπει να γίνουμε ισχυροί τροφοδότες ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Στην αγροτική κοινωνία ο γαιοκτήμονας παρείχε γη και την ασφάλεια που έδινε η διαμονή σε αυτή και απαιτούσε αφοσίωση και εργασία. Στη βιομηχανική εποχή ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής προσέφερε εργασία και έδινε πίσω μισθό, σύνταξη, ασφάλεια, παιδεία. Στην ψηφιακή εποχή της πληροφορίας δεν έχουμε κοινωνικό συμβόλαιο. Στη βιομηχανική εποχή, την περίοδο 1800 – 1850, η μια επανάσταση διαδέχονταν την άλλη, η παραγωγή αυξάνονταν αλλά δεν υπήρχε κοινωνική διάχυση της ευημερίας. Σκεφθείτε απλά ότι ο Μάρξ έγραψε το Κεφάλαιο το 1848.

Η πλήρης διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου απαιτεί νέου τύπου ηγεσία. Αυτή, ωστόσο, δεν θα έρθει αναγκαστικά από τον ιδιωτικό τομέα. Οι εταιρίες που είναι προσκολλημένες στη μεγιστοποίηση των αξιών για λογαριασμό των μετόχων τους αδυνατούν να προσανατολιστούν στην ηγεσία που απαιτείται για τη δημιουργία του νέου κοινωνικύ συμβολαίου. Στο πεδίο της πολιτικής διακυβέρνησης επίσης λείπει η απαιτούμενη ηγεσία λόγω του υπερβολικού διχασμού και της πόλωσης. Αντίθετα, αυτοί που – πάντα κατά τον Ross- είναι ιδανικά τοποθετημένοι για να οραματιστούν το νέο κοινωνικό συμβόλαιο είναι οι τοπικοί stakeholders. Αυτές οι ομάδες ενδιαφερομένων σε συνεργασία με κυβερνήσεις και επιχειρήσεις μπορούν να ηγηθούν στη δημιουργία του νέου κοινωνικού συμβολαίου.

Οι υπηρεσίες και τα προϊόντα που προσφέρει ο τομέας των τοπικών stakeholders βρίσκεται στην καρδιά αυτής της προσπάθειας για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Η δημόσια οργή και αγανάκτηση των μεσαίων στρωμάτων φουντώνει λόγω της απώλειας κοινωνικού ερείσματος και της έλλειψης προοπτικής ανάκτησης των απωλειών. Εδω ακριβώς είναι που χρειάζεται μια στρατηγική δια βίου μάθησης με στόχο την αποφυγή της de facto αποστρατείας των 40ρηδων και 50ρηδων λόγω της τεχνολογίας. Μια στρατηγική με τεχνοκρατική προσέγγιση για την απόκτηση και ανάπτυξη νεών δεξιοτήτων και τη διαχείριση κοινοτήτων.

Στο εγγύς μέλλον θα δούμε παντού υβριδικά μοντέλα δημοκρατικού καπιταλισμού. Ειδικά για την Ελλάδα είναι μεγάλος ο πειρασμός να αρχίσει κανείς μια σοβαρή συζήτηση, χωρίς παρωπίδες και τα γυαλιά μιας άλλης εποχής, για το τι κρατάμε, τι πετάμε, τι αλλάζουμε και κυρίως για το τι πρέπει να δημιουργήσουμε από την αρχή. Οι πιθανοί συνδυασμοί και τα μοντέλα είναι αρκετά. Το μόνο πάντως μοντέλο που δεν λειτουργεί πουθενά είναι τα κλειστά οικονομικά συστήματα.

 

Αντέχει το πολιτικό σύστημα τη συμφωνία παραμονής στο ευρώ;

Στις επόμενες μέρες φαίνεται θα οριστικοποιηθεί η συμφωνία που κλείνει τη φιλολογία της ρήξης με όσα ενδεχόμενα αυτή συνεπάγεται. Απομένει βέβαια να τη δούμε, να την καταλάβουμε σε όλες της τις λεπτομέρειες για να την κρίνουμε ολοκληρωμένα. Ωστόσο, από τις μέχρι τώρα ενδείξεις μπορούμε να κάνουμε ορισμένες προκαταρκτικές πολιτικές παρατηρήσεις.

Όσο καλό επικοινωνιακό πακετάρισμα κι αν γίνει από την κυβέρνηση, και παρόλο που παίζει κάποιο ρόλο, η συμφωνία δεν παύει να αποτελεί λογαριασμό βαρύ που πιθανότατα θα κληθούν να πληρώσουν και πάλι πολλοί και άδικα. Αυτό σημαίνει πολλαπλό κόστος. Κόστος για την κοινωνία που δε βλέπει φως στο τούνελ. Κόστος για την οικονομία που σε τέτοιο καθεστώς δεν βλέπει ανάπτυξη. Κόστος τελικά για την κυβέρνηση που καλλιέργησε προεκλογικά άλλες προσδοκίες.

Τα ερώτημα είναι μπορεί το πολιτικό σύστημα να μετριάσει αυτό το κόστος; Μπορεί αυτή τη φορά να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από την παραμονή στο διεθνές σύστημα συνεργασίας των δυτικών χωρών; Η θέση μου είναι ότι ασφαλώς και μπορεί αν οι παίκτες κοιτάξουν επιτέλους μπροστά αφήνοντας πίσω τους παιδιάστικους τακτικισμούς και τις παραλυτικές μνησικακίες.

  1. Η κυβέρνηση πρέπει να κοιτάξει μπροστά. Έχει ένα προνόμιο που δεν το είχαν οι προηγούμενες. Πολιτικό ορίζοντα 3,5 χρόνων χωρίς προγραμματισμένη εκλογική αναμέτρηση. Έχει όμως επώδυνα μέτρα να εφαρμόσει. Η σημερινή κοινοβουλευτική στήριξη (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και υπό όρους τα άλλα φιλευρωπαϊκά κόμματα) καθόλου δεν εγγυάται τη δεδηλωμένη σε βάθος τετραετίας. Επομένως για να έχει μέλλον η κυβέρνηση πρέπει να ανανεώσει την εντολή της ανατέμνοντας τον πολιτικό χάρτη με νέο προγραμματικό περιεχόμενο. Υπάρχει τρόπος, οι συνθήκες και ο χρόνος για να το πράξει. Αποτελεί για αυτήν συνθήκη πολιτικής επιβίωσης.
  2. Η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση πρέπει να κοιτάξει μπροστά. Να ξεπεράσει επιτέλους την παγίδα του κουτσαβακισμού που την έχει εγκλωβίσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε περίπτωση που πάμε σύντομα σε εκλογές οι δρόμοι είναι δύο. Είτε θα δημιουργηθεί από τα καλύτερα υλικά της ΝΔ, του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ ένα νέο κόμμα που θα επιχειρήσει να εκφράσει με αξιοπιστία και φρέσκο λόγο την εφαρμογή ενός πολιτικού πρότζεκτ της Ευρωπαίκής Ελλάδας του 2020 χτυπώντας στοχευμένα συγκεκριμένες αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ. Ή αυτά τα κόμματα θα συνεχίσουν τις μοναχικές τους πορείες γεμάτες από μνημονιακά και αντιμνημονικά μισόλογα κι αφήνοντας να εκφράσει την μεταρρυθμιστική ατζέντα του μέλλοντος με τους δικούς του όρους ο ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι ώρα μεγάλων αποφάσεων. Είναι ώρα για ηγεσία και πολιτική διεύθυνση.